Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτοιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτοιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σκέψεις για τη φωτογραφία




«Σε έναν πολιτισμό που είναι αποκομμένος από τις ρίζες του στο χώμα, παραγεμισμένος με ανούσια πράγματα και τυφλός από τις άκαρπες επιθυμίες, η κάμερα μπορεί να γίνει ένας δρόμος εξέλιξης του εαυτού μας, ένα μέσο για να ανακαλύψουμε εκ νέου όλες τις εκφάνσεις της βασικής μορφής που είναι η φύση, η πηγή μας».
Edward  Weston







«...το ασπρόμαυρο μου δίνει τη δυνατότητα να συγκεντρωθώ στην ένταση των προσώπων, στη συμπεριφορά τους, στο βλέμμα τους, χωρίς να με παρασύρει το χρώμα. Δεν είναι έτσι η πραγματικότητα, ωστόσο, όταν κοιτάζουμε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία εισέρχεται μέσα μας, τη χωνεύουμε και ασυνείδητα τη χρωματίζουμε. Το ασπρόμαυρο, αυτή η αφαίρεση αφομοιώνεται από τον θεατή, ο οποίος στη συνέχεια ιδιοποιείται την φωτογραφία. 
Τη φύση και τους ανθρώπους για να τους φωτογραφίσεις πρέπει να τους αγαπήσεις και να τους σεβαστείς. Γι αυτό χωρίς δισταγμό επιλέγω το ασπρόμαυρο. Αυτή τη δύναμη του ασπρόμαυρου τη βρίσκω εκπληκτική. Το ασπρόμαυρο είναι η προτίμησή μου, η επιλογή μου, ο εξαναγκασμός που μου δημιουργεί δυσκολίες...»   
Sebastião Salgado: "De ma terre a la Terre"



Salgado and his wife Lelia in Terra




«Τέχνη είναι η συγκίνηση των αισθήσεων, η χαρά του πνεύματος που μετρά και εκτιμά, η αναγνώριση μιας αξονικής αρχής που αγγίζει το βάθος του είναι μας. Τέχνη είναι εκείνη η καθαρή δημιουργία του πνεύματος που μας δείχνει, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, τα υπέρτατα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Και ο άνθρωπος νιώθει απέραντη ευτυχία, όταν αισθάνεται ότι δημιουργεί».
Le Corbusier: "Vers une Architecture", 1923



Le Corbusier







Ο πιο διάσημος φωτογραφικός συνεταιρισμός του κόσμου

 



Magnum Photos, 1947




Ο Capa μου είπε: "Δεν έχεις την ετικέτα του σουρεαλιστή φωτογράφου. Γίνε φωτορεπόρτερ. Διαφορετικά θα καταλήξεις στον μανιερισμό. Διατήρησε τον σουρεαλισμό στη μικρή καρδιά σου, αγαπητέ μου. Μη ταράζεσαι. Κουνήσου!"

Αυτή η συμβουλή με βοήθησε πολύ να διευρύνω την οπτική μου γωνία...


Henri Cartier-Bresson






Η ιστορία της φωτογραφίας αναφέρει ότι μια μέρα του 1947, στη Νέα Υόρκη, τέσσερις φίλοι, ο Robert Capa, ο Henri Cartier-Bresson, ο David Seymour και ο George Rodger έδωοαν ραντεβού στον εξώστη του Museum of Modern Art, για να δημιουργήσουν αυτόν που θα γινόταν ο πιο σημαντικός, ιστορικός και έγκυρος, φωτογραφικός συνεταιρισμός του κόσμου: το Magnum Photos.

Άλλες εκδοχές της ίδιας ιστορίας αναφέρουν ότι στην πραγματικότητα, εκείνη τη μέρα στη Νέα Υόρκη υπήρχε μόνο ο Robert Capa, ενώ ο Cartier-Bresson και ο David Seymour ήταν απασχολημένοι κάπου αλλού, ο Rodger ήταν στην Κύπρο και ότι η ίδρυση του πρώτου συνεταιρισμού φωτογράφων του κόσμου δεν ήταν και τόσο ρομαντική όπως αναφέρει η ιστορία, αλλά απλώς πρακτική, όπως επιβάλλεται για κάθε σύσταση εταιρείας.

Αυτό όμως δεν έχει μεγάλη σημασία: οι ιστορίες και οι μύθοι συνόδευαν πάντοτε το Magnum Photos και εξάλλου, με ιστορίες ζουν οι δημιουργοί της που κατάφεραν, χάρη στις διαφορετικές προσωπικότητες, στο στυλ της ζωής τους και στην απίστευτη περιέργεια που τους διέπει, πρώτα σαν άνθρωποι και στη συνέχεια σαν δημιουργοί, - να καταστήσουν το Magnum, όχι μόνο ένα φωτογραφικό πρακτορείο, αλλά ένα γυμναστήριο ταλέντων, ένα σημείο συνάντησης των δημιουργών και ένα οπτικό μύθο που είναι σε θέση να ανανεώνεται συνεχώς.

Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει λίγο πριν και για τον Robert Capa τον κοσμοπολίτη, Ούγγρο φωτογράφο, που ακολουθούσε τους πολέμους με την επιθυμία να γίνει ένας μεγάλος φωτογράφος της ειρήνης, προσπαθώντας να συλλάβει, σε κάθε σύγκρουση, την ανθρώπινη πλευρά. Ο Henri Cartier Bresson, ο γάλλος θεωρητικός της σημαντικής στιγμής, με πολυετή εμπειρία πνευματικής εξέγερσης και σουρεαλιστικής πίστης, ο David "Chim" Seymour  ο Πολωνοεβραίος που είχε μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας την ικανότητα να φωτογραφίζει και να κατανοεί την πραγματικότητα όπως κανένας άλλος, και ο άγγλος George Rodger εκλεπτυσμένος διανοούμενος, ο οποίος έχοντας συγκλονιστεί από την θέα των στρατοπέδων συγκέντρωσης που μόλις είχαν ανοίξει, θα αποφασίσει να αφιερωθεί στην εθνογραφική φωτογραφία. 

Γι' αυτούς τους τέσσερις δημιουργούς η ίδρυση του Magnum σήμαινε ότι μπορούσαν να εγκαινιάσουν ένα νέο τρόπο ζωής και εργασίας με την φωτογραφία. "Δημιούργησαν το Magnum", διηγείται ο Fred Ritchin, "για να μπορέσουν να καθρεφτίσουν την ανεξάρτητη φύση τους, σαν άτομα και σαν φωτογράφοι: εκείνη η ξεχωριστή συνάντηση του ρεπόρτερ με τον καλλιτέχνη που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα να καθορίζει το Magnum και να χαρακτηρίζει όχι μόνο αυτό που φαίνεται αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το βλέπουμε".




Οι φωτογράφοι του Magnum στην ετήσια συνάντησή τους

Elliott Erwitt.   Back row (standing): Paul Fusco, Raymond Depardon, Leonard Freed, Peter Marlow Middle row (standing): Ian Berry, Steve McCurry, Abbas, Inge Morath, (...)

Εμπορικό κατάστημα Ρουσάλη, από το 1874

 



Το παλαιότερο εμπορικό κατάστημα της Ελλάδας, στο Λεωνίδιο Αρκαδίας 




Εμπορικό  κατάστημα Κανάκη, το γένος Ρουσάλη


Αρκεί να διαβείς τη στενή, παλιά δίφυλλη πόρτα, από αυτές τις ταμπλαδωτές με την περίτεχνη σιδεριά στο πάνω μέρος, για να βρεθείς ενώπιος ενωπίω με μια ιστορία πολλών δεκαετιών. Η είσοδος στο εμπορικό κατάστημα «Ρουσάλη», στο Λεωνίδιο, στο «παλαιότερο εν Ελλάδι» από το 1864 όπως λένε με περηφάνια ο Κώστας Κανάκης - τρισέγγονος του ιδρυτή - και η σύζυγός του Πόπη, οι οποίοι υποδέχονται τον πελάτη πάντα με ένα πλατύ χαμόγελο, είναι μια έκπληξη. Γύρω από το στενό διάδρομο, στοιβαγμένα τόπια με υφάσματα για κάθε χρήση. Στους τοίχους ράφια με υφάσματα, κάποια «Πειραϊκής Πατραϊκής» και γύρω - γύρω κρεμασμένα ρούχα σύγχρονα ή μιας άλλης εποχής. Όπως εκείνα τα κρεμασμένα στο βάθος παιδικά φορεματάκια, που θαρρείς και είναι βγαλμένα από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Διαφημιστικές ταμπέλες - κάποιες με εμφανή τα σημάδια του χρόνου - που γοητεύουν τους κυνηγούς αναμνήσεων ή ξεχασμένων από το χρόνο αντικειμένων. 

Είχα την τύχη, να περιπλανηθώ στους χώρους του. Το ζεύγος Κανάκη με περίσσεια ευγένεια και προθυμία με ξενάγησε στο πίσω μέρος, πίσω από τα «βουνά» υφασμάτων και αντικειμένων, αυτά που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Κουτιά παλιά με πολυτελή «υποκάμισα», της εταιρείας «Κρόνος» ή από το «τελειότερον εργοστάσιον εις το είδος του εν Ελλάδι» - «Ταράσης», με τη φίρμα γραμμένη και στα γαλλικά! Κουτιά με βαφτιστικά ρούχα για παιδιά που είναι πλέον το λιγότερο μεσήλικες, δείγματα νυφικών φορεμάτων και παπουτσιών… Πιο δίπλα παπουτσάκια βαφτιστικά, «από το μπάρμπα Λια», παπούτσια για τα κτήματα, παπούτσια νυφικά… Στον άλλο διάδρομο νήματα και βαφές. Μπροστά τους η παραδοσιακή ζυγαριά Από την εποχή που οι γυναίκες έγνεθαν και ύφαιναν μόνες τους ρούχα και στρωσίδια, έβαφαν μόνες τους τα νήματα για να δώσουν χρώμα στα υφάσματα και τα χαλιά τους… Κάποτε υπήρχαν κλωστές «Κιθάρας» ή ραπτομηχανές Singer. Δεν λείπουν και οι σκουριασμένες πια πρόκες για τα τσαρούχια, καλά φυλαγμένες στο κουτί τους.




Εμπορικό κατάστημα Ρουσάλη - Κανάκη

Ο Jurgen Schadeberg και το περιοδικό "Drum"



«Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Η φωτογραφία μου ασχολείται με την απλότητα και την καθημερινότητά τους. Δεν κυνηγάω τις φωτογραφίες που προξενούν εντυπώσεις. Είμαι ένας ντοκιμαντερίστας φωτογράφος.»

Jurgen Schadeberg



Νότια Αφρική δεκαετία '50

Τo περιοδικό «Drum» ξεκίνησε την πορεία του το 1951 από δύο λευκούς, τον τυχοδιώκτη και συγγραφέα Μπομπ Κρισπ και τον Τζιμ Μπέιλεϊ, γιο ενός μεγιστάνα της χώρας, και με αρχισυντάκτες του εξέχουσες προσωπικότητες, σαν τους 'Αντονι Σάμπσον, Σιλβέστερ Στέιν και σερ Τομ Χόπκινσον.
Και ένας λευκός "ντράμερ" αυτής της μοναδικής δημοσιογραφικής μπάντας, που αποδείχθηκε πιο ροκ από πολλούς διάσημους ροκ σταρ, ήταν ο Βερολινέζος φωτορεπόρτερ Γιούργκεν Σάντεμπεργκ, που εγκατέλειψε λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το ερειπωμένο ακόμα από τους βομβαρδισμούς Βερολίνο, για μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τον ανελέητο ρατσισμό της λευκής μειονότητας προς τους μαύρους συμπολίτες τους.
Ο Σάντεμπεργκ έκανε πράγματα και θαύματα με την κάμερά του, γράφοντας ιστορία όχι μόνο με τις φωτογραφίες του, αλλά και με το ρόλο του ως δασκάλου και φίλου των πρώτων μεγάλων μαύρων φωτορεπόρτερ της Ν. Αφρικής, που μάθαιναν την τέχνη του φωτορεπορτάζ δουλεύοντας μαζί του στο «Drum». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σάντεμπεργκ θεωρείται ο πατέρας της φωτογραφίας της Ν. Αφρικής.

Στις σελίδες του περιοδικού έγραψαν νέοι μαύροι δημοσιογράφοι που έγιναν μετέπειτα μεγάλοι διανοούμενοι και συγγραφείς της χώρας τους, όπως οι Τοντ Ματσικίζα, Μπλόουκ Μοντισάνε, Καντέμπα, κ.α. Τα εξώφυλλα του περιοδικού φιλοξενούσαν καλλιτέχνες των νοτιοαφρικανικών γκέτο, σαν την τζαζ τραγουδίστρια Μίριαμ Μακέμπα, που έγινε μετά σταρ παγκόσμιας εμβέλειας.
Η δεκαετία 1950-1960 ήταν η χρυσή εποχή του περιοδικού, μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από δραματικά γεγονότα στην κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ζωή των μαύρων της Ν. Αφρικής, όπως η αντιρατσιστική εκστρατεία Defiance Campaign το 1951-52, η κατεδάφιση του γκέτο του Sophiatown το 1955 και η σφαγή 69 μαύρων διαδηλωτών από την αστυνομία στο γκέτο του Sharpeville το 1960.



Jurgen Schadeberg


Ο Robert Frank, στην εφημερίδα Le Monde, 1994





" Η φωτογραφία πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μιας αντιπαράθεσης με μία δύναμη, με μία εξουσία που τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η πρώτη λήψη είναι συνήθως και η καλή. Στη δεύτερη λήψη, υπάρχει πάντα μία στιγμή που έχει ήδη χαθεί. Είναι πιο αδύναμη." 





Γιατί αποφασίσατε, το 1990, να δώσετε το μεγαλύτερο μέρος του φωτογραφικού σας έργου στη National Gallery της Ουάσινγκτον; 

Ξέρω ότι μετά το θανατό μου, ένα σωρό άνθρωποι θα βγουν απο τα λημέρια τους, θα πάνε να βρουν τη γυναίκα μου και θα της πουν: "Σας δίνουμε 10.000 δολάρια. Σε αντάλλαγμα, θα τυπώσουμε κάρτες, αφίσες, πόστερ, κλπ." Δεν θέλω να μου συμβεί αυτό. Δεν θέλω να εμπορευτούν το έργο μου, να πάνε να ψάχνουν τα κοντάκτ μου για να εκδώσουν τους Αμερικάνους, τόμος II, ή Τα νεκρά φύλλα από τον Robert Frank, ξέρετε, όλες αυτές οι ανοησίες που συνηθίζονται στον κόσμο της φωτογραφίας. Επομένως, έδωσα όλα μου τα αρνητικά στη National Gallery, αλλά με ένα πολύ συγκεκριμένο και δεσμευτικό συμβόλαιο. Θέλησα έτσι να εμποδίσω κάθε "προέκταση" του έργου μου. Επέλεξα τις εικόνες που συνθέτουν τους Αμερικάνους της δεκαετίας του '50· τις τύπωσα και τελείωσε. Είναι βασικό να βλέπει το κοινό αυτό που ο ίδιος ο φωτογράφος επέλεξε.



Robert  Frank



"I Have a Dream"



Martin Luther King

Ο ιστορικός του λόγος στις 28 Αυγούστου 1963  στην Ουάσιγκτον.




«...εδώ και εκατό χρόνια ένας μεγάλος Αμερικανός, στη συμβολική σκιά του οποίου στεκόμαστε, υπέγραψε τη Διακήρυξη τnς Χειραφέτησης. Αυτή η μνημειώδης εντολή ήλθε ως μέγας φάρος ελπίδας για εκατομμύρια Νέγρους σκλάβους που είχαν καεί στις φλόγες της αδικίας που εξασθενούσε. 'Ηλθε ως χαρμόσυνη αυγή να τερματίσει τη μακρά νύχτα της αιχμαλωσίας.

Εκατό χρόνια αργότερα όμως, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το τραγικό γεγονός ότι ο Νέγρος ακόμη δεν είναι ελεύθερος. Εκατό χρόνια αργότερα η ζωή του Νέγρου είναι ακόμη θλιβερά τσακισμένη από τις χειροπέδες του διαχωρισμού και τις αλυσίδες των διακρίσεων. Εκατό χρόνια αργότερα ο Νέγρος ζει σε ένα μοναχικό νησί φτώχειας στο μέσον ενός απέραντου ωκεανού υλικής ευημερίας. Εκατό χρόνια αργότερα ο Νέγρος ακόμη μαραίνεται στις γωνιές της αμερικανικής κοινωνίας και βρίσκει τον εαυτό του εξόριστο στην ίδια του τη γη.

Θα ήταν θανατηφόρο για το έθνος να αγνοήσει το επείγον της στιγμής και να υποτιμήσει την αποφασιστικότητα του Νέγρου. Αυτό το πνιγηρό καλοκαίρι της νόμιμης δυσαρέσκειας του Νέγρου δεν θα παρέλθει ώσπου να υπάρξει ένα αναζωογονητικό φθινόπωρο ελευθερίας και ισότητας. Το 1963 δεν είναι ένα τέλος αλλά μία αρχή. Αυτοί που ελπίζουν ότι ο Νέγρος είχε ανάγκη να ξεσπάσει και τώρα θα είναι ικανοποιημένος θα υποστούν βίαιη αφύπνιση, αν το έθνος επιστρέψει στη δουλειά του όπως συνήθως. Δεν θα υπάρξει ούτε ανάπαυλα ούτε ηρεμία στην Αμερική ώσπου να αναγνωριστούν στον Νέγρο τα δικαιώματα της υπηκοότητάς του. Οι ανεμοστρόβιλοι της εξέγερσης θα συνεχίσουν να ταράζουν τα θεμέλια του έθνους μας ώσπου να εμφανιστεί η λαμπρή ημέρα της δικαιοσύνης.




Φίνος Φίλμ, 1943 - 1977






Ιστορική διαδρομή

Το 1954 ο Φίνος μεταφέρει για τελευταία φορά την έδρα της εταιρείας του στο παλιό κτήριο σαπωνοποιίας του Παπουτσάνη στην οδό Χίου 53, κοντά στον σταθμό Λαρίσης, όπου παραμένει έως σήμερα. Στο νεοκλασικό της οδού Χίου αναπτύσσονται τα εργαστήρια, από την εμφάνιση μέχρι την τελική κόπια (εμφανιστήρια, μοντάζ, μιξάζ κλπ.) τα γραφεία και ο σχεδιασμός παραγωγής της εταιρείας. Ο Φίνος ταυτόχρονα αναζητά μεγαλύτερα πλατό αφού οι ανάγκες της παραγωγής αυξάνονται συνεχώς. Το πλατό ΑΤΛΑΝΤΙΣ, όπως το είχαν ονομάσει επειδή ήταν δίπλα στο παλιό εργοστάσιο τσιμέντων ΑΤΛΑΝΤΙΣ, στην περιοχή Θυμαράκια της οδού Λιοσίων, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες της εταιρείας.

Το 1958 ξεκινά η λειτουργία των νέων πλατό της εταιρείας στους Αγίους Αναργύρους, στην περιοχή Μυκονιάτικα. Ήταν τα παλιά βουστάσια του Ιωάννη Μέρλα. Η ανακατασκευή τους κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια. Υπήρχαν δύο πλατό, ένα μεγάλο και ένα μικρό, καθώς και αποθήκη, ξυλουργείο, καμαρίνια και ένας μεγάλος περίβολος που εξυπηρετούσε την δυνατότητα κατασκευής ντεκόρ πόλης, όπως συμβαίνει στην ταινία Λόλα, όπου όλη η τρούμπα έχει κατασκευαστεί στον περίβολο των πλατό. Τα studio, ήταν κοντά στον αστικό ιστό και ταυτόχρονα απομονωμένα. Το μεγαλύτερο μέρος των ταινιών της χρυσής περιόδου της εταιρείας γυρίστηκαν στα πλατό των Αγίων Αναργύρων. Όταν οι ταινίες ήταν πολλές και το γκρουπάρισμα δεν έβγαινε, χρησιμοποιούσαν και το στούντιο του Ανζέρβος στην Φιλοθέη, το οποίο κατεδαφίστηκε πριν το 2004 κι ήταν ένα από τα πρώτα στούντιο της χώρας με δάνειο από την Εθνική Τράπεζα.




"Ο μεθύστακας"  1950



Όλα αυτά μέχρι το 1970, όταν και εγκαινιάστηκαν τα νέα στούντιο της εταιρείας στα Σπάτα. Ένα μεγάλο όνειρο του Φίνου που, σύμφωνα με συνεργάτες του, ήθελε να φτιάξει μια ελληνική Cinecitta. Στα πλαίσια αυτού του οράματος, ο Φίνος έστειλε αρχιτέκτονα και συνεργάτες στην Cinecitta ώστε να πάρουν πληροφορίες για την κατασκευή των πλατό, και μπορεί κανείς να διακρίνει αρχιτεκτονικές ομοιότητες με τα πλατό της Cinecitta. Τα νέα στούντιο αποτελούνταν από δύο μεγάλα stages και όλους τους αναγκαίους χώρους ενός αντίστοιχου συγκροτήματος. Τη δεκαετία του 1970 θεωρούνταν από τα καλύτερα πλατό στην Ευρώπη και προς στιγμήν φάνηκε ότι θα προσέφεραν ακόμα πιο ραγδαία ανάπτυξη στην εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή.

Man Ray και Υπερρεαλισμός



Εισαγωγή

Το πέρασμα στον 20ό αιώνα σήμανε και την αφετηρία μιας νέας εποχής για την τέχνη. Οι καλλιτέχνες βάλθηκαν να διαμορφώσουν μια νέα εικαστική γλώσσα, αποδοκιμάζοντας τον επαναληπτικό χαρακτήρα της λεγόμενης παραστατικής ή εικονιστικής τέχνης. Η εμφάνιση του Κυβισμού την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, με τους Πάμπλο Πικάσο και Ζωρζ Μπρακ, απελευθέρωσε τους μεταγενέστερους καλλιτέχνες από τα τυραννικά δεσμά της μίμησης της φύσης. Έντονη επιρροή άσκησαν και τα καλλιτεχνικά ιδεώδη του Νίτσε, του οποίου τα έργα κυκλοφορούσαν τότε ευρύτατα στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού και άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Χρησιμοποιώντας αλληγορικά τις μυθολογικές μορφές του Απόλλωνα και του Διόνυσου, ο Νίτσε υποστήριζε μια τέχνη θεμελιωμένη στις εντάσεις που δημιουργεί η διαρκής σύγκρουση λογικής και ενστίκτου. Για τον γερμανό φιλόσοφο, η τέχνη που εξέφραζε αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη-Απόλλωνα και το χάος-Διόνυσο, ήταν μια τέχνη «σύγχρονη», η μόνη σωτηρία μέσα σ' έναν μηδενιστικό κόσμο.

Τη θετική αυτή προσέγγιση του Μοντερνισμού διέκοψε η έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Είτε υπηρέτησαν στο μέτωπο είτε όχι, οι περισσότεροι καλλιτέχνες επηρεάστηκαν βαθιά από την αιματηρή σύρραξη και τον αντίχτυπό της. Μέχρι τότε, ελάχιστοι από αυτούς ήταν πολιτικοποιημένοι ή δήλωναν δημόσια τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όμως, παρατηρήθηκε μια ολοκληρωτική μεταστροφή, όπου η τέχνη επιχείρησε να δώσει τη δική της απάντηση στη φρίκη του πολέμου. Έτσι γεννήθηκε το Νταντά.




Τα φωτογραφικά πορτρέτα του Λεωνίδα Παπάζογλου



Το φωτογραφικό αρχείο του Λεωνίδα Παπάζογλου  αποτελείται κυρίως από ατομικά και ομαδικά πορτρέτα κατοίκων της Καστοριάς και της ευρύτερης περιοχής,  καθώς  στρατιωτικών και ενόπλων με ποικίλη προέλευση γενικότερα. Σε μικρότερο βαθμό στο αρχείο του απεικονίζονται σκηνές της καθημερινής ζωής, γεγονότα και κοινωνικές εκδηλώσεις.

Παρατηρώντας τις γυάλινες πλάκες του Λεωνίδα Παπάζογλου, μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει πως τις περισσότερες φορές ο χώρος που περιβάλλει τους φωτογραφιζόμενους πλεονάζει. Από τις πρωτότυπες όμως εκτυπώσεις των αρνητικών που έχουν σωθεί διαπιστώνουμε πως ο ίδιος καδράριζε και πάλι το θέμα του απαλείφοντας όσο μέρος του χώρου έκρινε περιττό. Αυτό εξάλλου αποτελούσε ήδη κοινή πρακτική των φωτογράφων, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μπορούμε να υποθέσουμε πως οι εκτυπώσεις του περιορίζονταν κάθε φορά στην περιοχή του θέματος που οριοθετούσε το ζωγραφισμένο φόντο, δεν είναι ωστόσο λίγες οι περιπτώσεις, ομαδικών κυρίως πορτρέτων, στις οποίες το φόντο δεν έφτανε να καλύψει τον χώρο πίσω απ' όλα τα πρόσωπα που φωτογράφιζε.




Καθώς λοιπόν δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι είχε αποφασίσει κάθε φορά για το καδράρισμα της φωτογραφίας, θα ήταν ολότελα αυθαίρετο να επιχειρήσουμε εμείς κάτι ανάλογο. Το περίσσευμα όμως φωτογραφικής εικόνας που διατηρήσαμε στις εκτυπώσεις γιά την έκθεση, έχει και μια πρόσθετη σημασία: σε αυτή την περιοχή δεν υπάρχει πόζα ή σκηνοθεσία, βρίσκεται στο περιθώριο της πρόθεσης του φωτογράφου να απεικονίσει τα πρόσωπα που στέκονταν μπροστά του και πιθανώς στο περιθώριο της προσοχής του. Είναι όμως ακριβώς αυτό το μικρό κομμάτι του πραγματικού που υποδηλώνει τη συνέχεια, που μας υπενθυμίζει πως πίσω από το φόντο, πίσω από την πόζα, υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα, γεγονότα σημαντικά ή καθημερινές ασχολίες, όλα όσα επισκιάζει η τέχνη του φωτογράφου.

Η Ιταλία του νεορεαλισμού




Ο  νεορεαλισμός στη φωτογραφία



«Ο νεορεαλισμός δύσκολα ορίζεται. Είναι μια παρόρμηση. Είναι μια στιγμή. Είναι μια πράξη ανάκτησης και αποκατάστασης. Είναι πηγή έμπνευσης, μια πηγή που δεν σταματά ποτέ να ρέει»  
Μάρτιν Σκορσέζε.




Μιά μικρή προσέγγιση με αφορμή τη μεγάλη έκθεση στην Νέα Υόρκη στην Howard Greenberg Gallery, "The New Beginning for Italian Photography: 1945-1965", 12 Σεπτεμβρίου - 10 Νοεμβρίου, 2018



Ο Νεορεαλισμός συνιστά ύφος περισσότερο παρά καλλιτεχνικό κίνημα που ακολουθεί ένα επεξεργασμένο μανιφέστο. Φανερώνεται με σαφήνεια στη ματιά των φωτογράφων εκείνης της εποχής.

Τα χαρακτηριστικά αισθητικά στοιχεία του ιταλικού νεορεαλισμού είναι η εμμονή στην επικαιρότητα της εποχής και στα μεταπολεμικά προβλήματα, η θεματολογία των μικρών καθημερινών συμβάντων και το στιλ του ανοιχτού παράθυρου στον κόσμο, που είναι η καθαρή εγγραφή της πραγματικότητας, χωρίς ωραιοποιήσεις. Η φωτογραφία δεν έχει ιδιαίτερη καλλιέπεια, διότι η αισθητική του ανοιχτού παράθυρου στον κόσμο προσπαθεί να συλλάβει την πραγματικότητα όπως είναι....

Είναι η εποχή που ο Λουίτζι Μπαρτολίνι περιγράφει καταλυτικά και ταυτόχρονα σαρκάζει ανελέητα στον «Κλέφτη των ποδηλάτων» του 1946, το θεμέλιο της πασίγνωστης ταινίας του Βιτόριο ντε Σίκα. Στα σκληρά χρόνια που γράφει ο Μπαρτολίνι η Ιταλία συνιστά πλέον μια καθημαγμένη κοινωνία, όπου οι πρότεροι δεσμοί έχουν διαρραγεί πλήρως από την εικοσάχρονη επιβολή του φασιστικού καθεστώτος του Μουσολίνι και την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.



Mario Cattaneo, Napoli, 1951

Από το Blogger.
Back to Top