Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παναγιώτης Φατσέας, (1888 - 1938)

 


Ο φωτογράφος των Κυθήρων




Καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου και μέχρι το δεύτερο περίπου τρίτο του 20ου αιώνα, την αφανή βάση της παγκόσμιας φωτογραφικής δραστηριότητας αποτελούσαν τα κατά τόπους επαγγελματικά φωτογραφεία στις φτωχότερες και πιο απομακρυσμένες προπάντων περιοχές, οι επιχειρήσεις αυτές ήσαν ουσιαστικά η μοναδική πυγή φωτογραφικών πορτραίτων ή άλλων ντοκουμέντων. Τα περισσότερα από τα ταπεινά και χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αξιώσεις έργα που παρήγαγαν έχουν καταστραφεί ή διασκορπισθεί, ενώ όσα επέζησαν τείνουν να αντιμετωπισθούν από τους ιστορικούς σαν τεκμήρια καθαρά τοπικού ενδιαφέροντος ή, στην καλύτερη περίπτωση, σαν χαριτωμένα δείγματα ανώριμης φωτογραφικής δημιουργίας. 

Σε λίγες όμως, εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, η ρευστότητα του φωτογραφικού μέσου γίνεται αφορμή το έργο ορισμένων από τους σχεδόν ανώνυμους αυτούς μεροκαματιάρηδες να αποκτά - συνήθως πολλά χρόνια μετά τον θάνατό τους - ανέλπιστη και διαχρονική καλλιτεχνική αξία. Γνωστότερο παράδειγμα στην ιστορία της φωτογραφίας είναι ο Γάλλος Eugène Atget , ο καθ ομολογίαν του ταπεινός προμηθευτής «εικόνων αναφοράς για ζωγράφους», που θεωρείται τώρα στυλοβάτης του φωτογραφικού μοντερνισμού. Αντίστοιχες περιπτώσεις αποτελούν οι εκατό περίπου γυάλινες πλάκες του E.J. Bellocq (Νέα Ορλεάνη, αρχές της δεκαετίας 1920) που ανακάλυψε και ανέδειξε ο Lee Friedlander, το αρχείο του Αμερικανού πορτραιτίστα Mike Disfarmer που απαθανάτισε τους κατοίκους της μικρής κωμόπολης Heber Springs στο Arkansas κατά τη διάρκεια των δεκαετιών , καθώς και τα εξαιρετικά πορτραίτα του Seydou Keita από το Μάλι. 

Πιο πρόσφατα στην Ελλάδα, ο συλλέκτης Γιώργος Γκολομπίας διέσωσε ως εκ θαύματος ένα μεγάλο μέρος των αρνητικών του Καστοριανού φωτογράφου Λεωνίδα Παπάζογλου , γλιτώνοντας έτσι από την αφάνεια έναν σημαντικό καλλιτέχνη.  Στα ονόματα αυτά έρχεται τώρα να προστεθεί ο Κυθήριος φωτογράφος Παναγιώτης Φατσέας, το αρχείο του οποίου παρέμεινε ανέπαφο από τον θάνατό του το 1938 μέχρι το 2002, όταν μερικά δείγματα της έργου του παρουσιάσθηκαν στα πλαίσια των πρώτων Φωτογραφικών Συναντήσεων Κυθήρων. Έκτοτε, το αρχείο συντηρήθηκε και ταξινομήθηκε, ενώ παράλληλα διεξήχθη έρευνα γύρω από τον άγνωστο ευρύτερα φωτογράφο και το έργο του. 

 Έξι χρόνια αργότερα, στο πρόσωπό του Παναγιώτη Φατσέα μπορούμε πια να αναγνωρίσουμε όχι μόνον μια ανεκτίμητη μαρτυρία του τόπου και της εποχής του, αλλά και μία αξιόλογη καλλιτεχνική μορφή της ελληνικής φωτογραφίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. 






Roy de Carava - "The sweet flypaper of Life"

 



 Harlem  Story



"Η γλυκιά μυγοπαγίδα της Ζωής", 1955, βιβλίο σε κείμενο του Langston Hughes και φωτογραφίες του Roy de Carava



Το έργο αυτό του De Carava επικεντρώνεται στη ζωή μιας αφροαμερικανικής  οικογένειας στο Χάρλεμ, που παρουσιάζεται  ως μια αυτοβιογραφική περιγραφή από την οπτική  του γηραιότερου μέλους της οικογένειας, της "φανταστικής" γιαγιάς  Mary Bradley . Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο  τονίζει όχι μόνο τη μοναδική ιδιατερότητα  της κουλτούρας του ομιλητή, αλλά και τις διαφορές της φυλής και της τάξης που αναπαραστά το υποκείμενο, τόσο όπως αυτές επιβάλλονται  από τους κανόνες και τα καθεστώτα των ρατσιστών καταπιεστών. 

Η παρουσίαση των διάφορων μελών της οικογένειας και η αλληλουχία των εικόνων, με τις εναλλαγές μεταξύ κοντινών, ενδιάμεσων και μακρυνών  φωτογραφικών κάδρων, μιμείται  τη κινηματογραφική  ροή μιας ταινίας ντοκυμαντέρ,  ενώ οι αντιθετικές φωτογραφικές παραδόσεις της αφήγησης  και του ντοκουμέντου τονίζονται εξίσου.

Η διεξοδική περιγραφή φωτογραφικά της οικογένειας στο Χάρλεμ, προσπαθεί να ξεχωρίσει  από την ανώνυμη  τυχαία τεκμηρίωση του μαύρου πληθυσμού και τις περιγραφές  του αγροτικού Νότου όπως των James Agee και Walker Evans στο έργο του FSA.

Η αίσθηση  κοινωνικής βάσης  σε ένα χώρο  απαλλαγμένο από καθολική ανομία, μεταδίδεται όχι μόνο μέσω των προσεκτικών περιγραφών των υποκειμένων του από τον De Carava αλλά από τον τόνο των φωγραφιών του. Σχεδόν κανένας άλλος στη φωτογραφία του 20ου αιώνα δεν κατάφερε να προσδώσει στην ακραία  τονικότητα των ασπρόμαυρων φωτογραφιών τη μεταφορική ένταση ενός καταφυγίου ταυτότητας στην οποία το χρώμα του φυλετικού διαχωρισμού μετατρέπεται σε φόντο κοινωνικής αλληλεγγύης.




Jessica Lange, "Highway 61"

 

 Γεννημένη το 1949 στο Κλοκέτ της Μινεσότα, με ρίζες φινλανδικές, γερμανικές και ολλανδικές. Σπούδασε καλές τέχνες για ένα μικρό διάστημα στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα κι έπειτα αναχώρησε για το Παρίσι, όπου έμαθε την τέχνη της παντομίμας με καθηγητή τον Ετιέν Ντεκρού. Το 1973 επέστρεψε στις ΗΠΑ και σπούδασε υποκριτική στη Νέα Υόρκη, ενώ ταυτόχρονα δούλευε ως σερβιτόρα και μοντέλο.

Μετά την υποκριτική, η φωτογραφία είναι το μεγάλο πάθος της Τζέσικα Λάνγκ και κάτι πολύ περισσότερο από χόμπι. Στα είκοσί της παντρεύτηκε τον καθηγητή της, φωτογράφο Φρανσίσκο Γκράντε. Οι δυο τους ταξίδεψαν στο Μεξικό πριν φύγουν για το Παρίσι. Στην πραγματικότητα, όμως, άρχισε να ασχολείται σοβαρά με τη φωτογραφία τη δεκαετία του 1990, όταν ο τότε σύντροφός της, θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Γερμανία, της έφερε δώρο μια Leica.

Ο Αυτοκινητόδρομος 61, έμεινε στην ιστορία από τον Μπομπ Ντίλαν και το άλμπουμ του "Highway 61 Revisited". Ξεκινά από τα  καναδικά σύνορα, διέρχεται από οκτώ αμερικανικές πολιτείες και καταλήγει στη Νέα Ορλεάνη. Η ηθοποιός Τζέσικα Λάνγκ μεγάλωσε στη Μινεσότα,  έζησε στη Λουιζιάνα και ταξίδεψε αμέτρητες φορές μέσω του Highway 61, μήκους 1400 μιλίων.

Το φωτογραφικό της λεύκωμα με τίτλο “Highway 61” που κυκλοφόρησε το 2019 από τον εκδοτικό οίκο PowerHouse Books αποτελεί ένα προσωπικό  ταξίδι στην πιο ιστορική διαδρομή της Αμερικής. «Αυτές οι φωτογραφίες είναι ένα χρονικό του τι παραμένει και τι έχει εξαφανιστεί», έγραψε η Λανγκ στο σημείωμά της.
«Είναι η ιστορία της κοινής μας εθνικής κληρονομιάς όπως την είδε μία από τις πιο ταλαντούχες καλλιτέχνιδες της γενιάς της», αναφέρει ο εκδοτικός οίκος στο σημείωμά του.

 


"Highway 61"

Germaine Krull, 1897–1985



 


Η πρωτοπόρος της avant-garde φωτογραφίας και του κολάζ.



Η Krull γεννήθηκε στην Ανατολική Πρωσία το 1897, από Γερμανούς γονείς. Το 1919 μετά τις σπουδές φωτογραφίας στο Μόναχο συνδέθηκε με τα αριστερά πολιτικά κινήματα της εποχής. Μετά το  1925 έχοντας κάνει κάποιες αξιόλογες φωτογραφίες γυμνών κατά τα πρώιμα στάδια της καριέρας της - αξιοσημείωτα για την ελευθερία, το ύφος και το θέμα τους - βρίσκεται στην Ολλανδία, όπου γοητευμένη από τις μεταλλικές κατασκευές και τους γερανούς στις αποβάθρες, ξεκινάει μια σειρά φωτογραφιών που έμειναν στην ιστορία της φωτογραφίας ως Nouvelle Vision, λόγω της πρωτοποριακής τότε γωνίας λήψης.  

'Εζησε μία ζωή μποέμικη σε τέσσερις ηπείρους και υπήρξε το πρότυπο της σεξουαλικά απελευθερωμένης "Νέας Γυναίκας", Neue Frau (New Woman).




Germain Krull


Μartin Munkasci, η γέννηση της φωτογραφίας μόδας

 



'Οταν το 1933 ο Munkacsi οδήγησε κάποιες κυρίες της υψηλής κοινωνίας στην εξοχή για να  τις φωτογράφησει δεν κατάλαβε  ότι δημιούργησε με αυτή την έμπνευσή του τη πρώτη φωτογράφιση μόδας. Η φωτογραφία μόδας έως τότε δεν υπήρχε, την ανακάλυψαν και την καλλιέργησαν τα περιοδικά ποικίλης ύλης. Το 1909  είναι το έτος  με τις μεγάλες καινοτομίες στην τέχνη και στην επιστήμη. Το περιοδικό Vogue αποφασίζει να ασχοληθεί με τη γυναίκα και δημοσίευει τις πρώτες φωτογραφίες Κυριών της καλής κοινωνίας. Πρώτος φωτογράφος του περιοδικού ο Κόμης Adolf de Meyer, φωτογραφίζει με τρυφερή ευαισθησία  τις κόρες των αριστοκρατών, μιας τάξης που άρχιζε να σβήνει. 

Διάδοχός του στο περιοδικό ανέλαβε ο Edward Steichen  που φωτογραφίζει τα μοντέλα του στο στούντιο ακίνητα σαν αγάλματα.  Το 1933 η διευθύντρια του Vogue  Carmel Snow ανακαλύπτει τον Munkacsi, έναν αθλητικό φωτογράφο, που έφερε επανάσταση στη φωτογραφία μόδας και στο περιοδικό της.




Μartin  Munkasci


Nancy Rexroth - Iowa

 


"Η Diana είναι φτιαγμένη για συναισθήματα. Οι εικόνες της φαίνονται πάντα αχνά στο παρασκήνιο της φωτογραφίας. Μερικές φορές, νιώθω ότι θα μπορούσα να περπατήσω πάνω στην την άκρη του κάδρου και να βηματίσω προς το παρελθόν, σε αυτήν την άγνωστη περιοχή."


Nancy Rexroth






Πρωτοποριακή Αμερικανίδα φωτογράφος που ανέδειξε τις ιδιαιτερότητες της Diana, μιας ολοκληρωτικά πλαστικής φωτογραφικής μηχανής (φακός - σώμα), που χρησιμοποιεί μεσαίου φορμά φίλμ 120mm. Η Rexroth δημιούργησε το πρώτο ολοκληρωμένο έργο που έγινε ποτέ με αυτή τη φωτογραφική μηχανή

Γεννημένη το 1946 στην Ουάσινγκτον, πρώτα τελείωσε το Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια πήρε το MFA στη φωτογραφία στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο το 1971. Τότε ήταν που ο καθηγητής της Arnold Gassan έβαλε τη Rexroth στον ονειρικό κόσμο της Diana. Εκεί όπου άλλοι φωτογράφοι έβλεπαν μόνο τα μειονεκτήματα του πλαστικού φακού της Diana, εκεί ήταν που η Rexroth απογείωσε τη φαντασία και τη δημιουργικότητά της.





Nancy Rexroth

"Ruines - Ερείπια", Josef Koudelka

 


«Οι αρχαίοι Ελληνες και οι Ρωμαίοι ήταν οι μεγαλύτεροι αρχιτέκτονες τοπίου της Ιστορίας, συνεπώς φωτογραφίζοντας έναν τέτοιο τόπο, προσπαθώ να αποδώσω αυτή τη θαυμαστή τέχνη του χώρου, του φωτός και τη φόρμας. Δουλεύοντας ανακάλυψα ότι για μένα το πιο σημαντικό στοιχείο είναι το ζευγάρωμα της ομορφιάς με τον χρόνο». 


 Josef Koudelka




Τα ερείπια αποτελούν μόνιμο θεματικό μοτίβο στο έργο του Κουντέλκα και αυτό συμβαίνει για τρεις λόγους, όπως επισημαίνει η Ελοΐζ Κονεζά, συντηρήτρια στην ΒnF - Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας - και έφορος της έκθεσης. Ο πιο βασικός: είναι άχρονα. Το συγκεκριμένο στοιχείο γοήτευσε έναν φωτογράφο, που βεβαίως συνεργαζόταν με το πρακτορείο Magnum, αλλά ανέκαθεν απέρριπτε τον χαρακτηρισμό «φωτορεπόρτερ».

Ο ίδιος δεν ένιωθε αποκλειστικά συνδεδεμένος με το παρόν και τα γεγονότα, μολονότι πολλές από τις φωτογραφίες του προέκυψαν χάρη σε αποστολές του Magnum. Από την αρχή της δουλειάς του φάνηκε ο προβληματισμός του για τα στοιχεία που συνθέτουν την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Υπό αυτή την έννοια, τα ερειπωμένα μνημεία αποτέλεσαν για εκείνον μια οπτική μεταφορά. Τέλος, όντας ο ίδιος ένας άνθρωπος πάντα σε κίνηση, φωτογράφος νομάς, ένιωθε συγγένεια με τα στοιχεία της μεταβολής και της αταξίας. Φωτογραφίζοντας το χάος με τον δικό του τρόπο τις πεσμένες κολόνες σκορπισμένες στο έδαφος, τους γκρεμισμένους ναούς που έχουν «καταλάβει» αγριόχορτα, αποδίδει στα σπαράγματα του παρελθόντος το μεγαλείο τους.



Josef Koudelka, Ελευσίνα



Jean Gaumy, "Men at Sea"




O Jean Gaumy μεταξύ  1984 και 1998, πραγματοποίησε το όνειρό του, να κάνει ένα φωτογραφικό έργο στα αλιευτικά του Aτλαντικού ωκεανού. Εκεί μέσα στα τεράστια κύματα και τους αφρούς της θάλασσας γνώρισε τους σκληροτράχηλους ψαράδες, πέρασε μαζί τους ημέρες και νύχτες, πότε στο κατάστρωμα με τις νιτσεράδες και τα δίχτυα και πότε κατω στις καμπίνες, με το ασταμάτητο κούνημα.


 "Παντού όλα κουνιώταν από το λιπαρό καταβρώμικο δάπεδο, μέχρι τα τασάκια, τα ποτήρια και τα πιάτα σε έναν αέναο χορό, ανάγκαζες τον εαυτό σου να φάει και να πιεί ένα ποτηρί κρασί για να αντέξει σε αυτές τις συνθήκες". 


"Μιλούν και αστειεύονται, ενώ τριγύρω λυσσομανά η καταιγίδα και ο άνεμος. Ποιός θα έκανε μιά τέτοια δουλειά; Ποιός θα έβγαινε στη θάλασσα με τέτοιο καιρό και τέτοια  σαπιοκάραβα; Ποιός θα δούλευε 30 με 40 ημέρες σκληρής 18ωρης δουλειάς για να κερδίσει ένα πενιχρό μισθό;"







William Klein



Συνέντευξη   στο Χρίστο Καλίτση, Παρίσι 1994

Μας μίλησε για το ξεκίνημα του στη ζωγραφική, τις πρώτες του επαφές με τη φωτογραφία, τις εμπειρίες του με τη φωτογραφία μόδας και τη διαφήμιση, και για τα κινηματογραφικά του έργα. Μετανοιωμένος για τα χρόνια που ασχολήθηκε με τη διαφήμιση, φαίνεται να νοιώθει πως ήρθε ο καιρός να τα αναπληρώσει.


Πώς πρωτοβρεθήκατε στο Παρίσι;

Στο Παρίσι ήρθα ως στρατιώτης στη Σορβώνη. Είχα επιλεχθεί μαζί με άλλους είκοσι πέντε, μόλις μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου, μέσα στα πλαίσια του γαλλοαμερικάνικου προγράμματος φιλίας. Είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο πολύ νέος και μιλούσα γαλλικά. Έτσι έζησα εδώ, στο Παρίσι τα πρώτα έξι χρόνια. Έπειτα γύρισα στη Νέα Υόρκη όπου άρχισα να τραβάω αφηρημένα φωτογραφίες, συνεχίζοντας την απασχόληση μου με τη ζωγραφική. Έκανα κυρίως φωτογραφία ντοκιμαντέρ, και είχα κατά νού να κάνω ένα βιβλίο με φωτογραφίες της Νέας Υόρκης.

Τι σας έκανε να πιστεύετε ότι οι φωτογραφίες που τραβούσατε τυχαία, μπορούσαν να εκδοθούν σε βιβλίο;

Ήμουν αρκετά νέος ώστε να πιστεύω πως οτιδήποτε έφτιαχνα ήταν καλό. Όταν τραβούσα τις φωτογραφίες ήξερα ότι ήθελα να εκδοθούν σε βιβλίο. Είχα την ιδέα ότι θα είναι μια αναφορά στον ιδιαίτερο τρόπο που βλέπω την πόλη που ανατράφηκα, όντας μισός ευρωπαίος και μισός αμερικάνος γεννημένος στην Νέα Υόρκη από γονείς ουγγρικής καταγωγής.

Ήμουν κυρίως επηρρεασμένος από το ρεύμα του Μπαουχάους. Ασχολήθηκα με τη ζωγραφική, φωτογραφία, τυπογραφία, αρχιτεκτονική, σχέδιο. Είχα την ιδέα ότι ένας ζωγράφος πρέπει να κάνει τα πάντα, έτσι η φωτογραφία ήταν τμήμα του προγράμματος μου όπως και ο κινηματογράφος, κάπως έτσι έκανα και το βιβλίο για τη Νέα Υόρκη.

Τι έχετε να μας πείτε για τη σχέση σας με τη ζωγραφική;

Την πρώτη περίοδο που ήμουν στο Παρίσι συνεργάστηκα με τον Λεζέρ για μερικές βδομάδες η ατμόσφαιρα στο ατελιέ της σχολής δεν μου άρεσε, έτσι το ατελιέ του Λεζέρ ήταν μια καλή διέξοδος. Όταν γυρνούσα στο σπίτι συνέχιζα την δουλειά και του την έδειχνα την άλλη μέρα. Είχαμε κοντινή σχέση.
Αργότερα έκανα εκθέσεις και δούλεψα ένα διάστημα στην Ιταλία όπου σχεδίασα τοίχους σε συνεργασία με αρχιτέκτονες.



William  Klein

Helen Levitt


Η ζωή στους δρόμους της Νέας Υόρκης 



'Ηταν το αγαπημένο θέμα της φωτογράφου Helen Levitt, στις αρχές του '40. Οι φωτογραφίες της δεν αποσκοπούσαν στην εξιστόρηση ενός απλού γεγονότος ή στην καταγραφή μιας κοινωνικής κατάστασης. Δούλευε σε φτωχογειτονιές επειδή εκείνα τα μέρη έσφυζαν από ζωή και είχαν οπτικό ενδιαφέρον για τη φωτογράφο.

Οι φωτογραφίες της Levitt δεν αναφέρουν ασυνήθιστα γεγονότα. Οι περισσότερες από αυτές δείχνουν τα παιχνίδια των παιδιών, τις συζητήσεις και τις δουλειές των μεσήλικων, και τους γέρους να παρατηρούν τα όσα συμβαίνουν γύρω τους με καρτερικότητα. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στις φωτογραφίες της είναι το ότι αυτές οι ασήμαντες καθημερινές πράξεις της ζωής, εμφανίζονται να είναι όλο χάρη, δράμα, χιούμορ, πάθος, έκπληξη,  να είναι γεμάτες από τα χαρακτηριστικά της τέχνης, σαν να ήταν ο δρόμος μια σκηνή και οι άνθρωποι του ηθοποιοί, μίμοι και χορευτές.

Μερικοί ίσως να κοιτάξουν αυτές τις φωτογραφίες σήμερα και αναγνωρίζοντας σε αυτές την υψηλή τέχνη, να αναρωτηθούν για το τί συνέβη στην αξία της καθημερινής ζωής. Η ερώτηση υποδεικνύει ότι οι εικόνες της Levitt είναι μια αντικειμενική καταγραφή του πώς ήταν τα πράγματα στις Νεοϋρκέζικες γειτονιές στα 1940. Αυτή είναι μια πιθανή εξήγηση.
 Ίσως τα παιδιά να έχουν ξεχάσει πως να παίζουν πια με στυλ, οι γυναίκες πως να κουτσομπολεύουν και να παρηγορούν και οι γέροι πως να επιβλέπουν.




Helen  Levitt, New York 1947

Από το Blogger.
Back to Top