Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Joan Leigh Fermor

 




Φωτογράφος και αγαπημένη



Γεννήθηκε στο 1912 στο  Dumbleton της Αγγλίας, από πολύ ευκατάστατη οικογένεια - ο πατέρας της  Bolton Eyres Monsell  ήταν βουλεύτής   από το 1910 έως το 1935 και πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου  από το 1931 έως το 1936 - η οποία και της παρείχε όλες τις οικονομικές ευκολίες ώστε να ασχοληθεί με ότι της άρεσε. Σπούδασε στο St James's School, καθώς και σε σχολεία στο Παρίσι και στη Φλωρεντία. Ασχολήθηκε  με την Αρχιτεκτονική φωτογραφία και τη φωτογραφία τοπίων. Δουλειές της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά  Architectural Review και  Horizon. Παντρεύτηκε τον John Rayner, συντάκτη της Daily Express, το 1939.

Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, της ανατέθηκε να φωτογραφίσει τα βορβαδισμένα κτίρια του Λονδίνου.  Εργάστηκε  ως νοσοκόμα στην αρχή του πολέμου και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην κρυπτογράφηση. Μετατέθηκε στις βρετανικές πρεσβείες στη Μαδρίτη, το Αλγέρι  και το Κάϊρο, όπου γνώρισε και τον μελλοντικό της σύζυγο Patrick Leigh Fermor το 1944. 

Ο  Fermor ήταν αξιωματικός τότε της υπηρεσίας εδικών αποστολών του Αγγλικού στρατού,  φημισμένος για το ρόλο του στην απαγωγή του στρατηγού Kreipe από την Κρήτη. 

Η Τζόαν και ο Πάτρικ ερωτεύτηκαν,  αν και αυτή ήταν ακόμα παντρεμένη με τον Ράινερ. Ο γάμος της με τον Ράινερ διαλύθηκε το 1947. Η Τζόαν και ο Πάτρικ παντρεύτηκαν το 1968 και ταξίδεψαν μαζί στην Αθήνα όπου ο Πάτρικ δούλευε στο Βρετανικό Συμβούλιο. Γύρισαν όλη την Ελλάδα φωτογραφίζοντας και γράφοντας για τους ανθρώπους της που τόσο εθαύμαζαν. Μαγεύτηκαν από το τοπίο της Μάνης και ιδιαίτερα της Καρδαμύλης όπου έκτισαν το σπίτι τους το 1960 το οποίο και δώρισαν μετά τον θάνατό τους  στο Μουσείο Μπενάκη.





Joan Leigh Fermor

Γιώργος Τουρκοβασίλης, ο ασυμβίβαστος...

 



Ο Γιώργος Τουρκοβασίλης ήταν ένας άνθρωπος της διανόησης και της τέχνης. Ζούσε για να σκέφτεται, να γράφει, να ζωγραφίζει και να αποτυπώνει φωτογραφικά, σε καθημερινή βάση και με μοναδική μαεστρία, πρόσωπα και εικόνες της καθημερινότητας που, όπως ο ίδιος έλεγε, "τους άξιζε να διασωθούν από τη λήθη του χρόνου". 'Aριστούχος της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και γόνος ιστορικής οικογένειας της Αρκαδίας (απόγονος οικογένειας οπλαρχηγών της Επανάστασης του 1821, ενώ ο θείος του Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, είχε διατελέσει βουλευτής, υπουργός, αρχηγός πολιτικού κόμματος και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος). Όμως, ο Γιώργος Τουρκοβασίλης είχε από νωρίς αποφασίσει να αντισταθεί στις προτροπές της οικογένειάς του να συνεχίσει την πολιτική οικογενειακή παράδοση, επιλέγοντας να ακολουθήσει την κλίση του στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία.

Ήταν πνευματώδης, ολιγαρκής και σε κάποιο βαθμό εσωστρεφής. Ζούσε μακριά από κοσμικότητες και οι κοινωνικές επαφές του ήταν μετρημένες. Δημιουργούσε και ζούσε συνειδητά αποστασιοποιημένος από τα εμπορικά κυκλώματα και την αγορά της τέχνης. ΄Όπως συνήθιζε να λέει, έγραφε, φωτογράφιζε και ζωγράφιζε για τον ίδιο και όχι για τους άλλους! Η στάση του αυτή βέβαια εξηγεί γιατί το σπουδαίο έργο που μας άφησε ως παρακαταθήκη δεν είναι ευρύτερα γνωστό.





o Γ. Τουρκοβασίλης κρατά φωτό του Περικλή Κοροβέση και της φίλης του

Στέφανος Δασκαλάκης

 



Η ζωγραφική σαν εικόνα και ύλη




Από τη δεκαετία του εβδομήντα και ύστερα, η ζωγραφική, και ειδικότερα η παραστατική ζωγραφική, δημιουργεί κατά περιόδους κυρίαρχες τάσεις στη σύγχρονη τέχνη, ανανεώνοντας και ισχυροποιώντας έτσι τη θέση της ανάμεσα στις υπόλοιπες καλλιτεχνικές εκφράσεις των εικαστικών τεχνών. Η τελευταία δεκαετία είναι μια τέτοια περίοδος άνθησης του ενδιαφέροντος για τη ζωγραφική. Ερωτήματα, όπως ο νέος ρόλος της ζωγραφικής και ό,τι αντιπροτείνει σε σχέση με τον έντονο και κυρίαρχο στην τέχνη εννοιολογισμό, απασχολούν τον χώρο της σύγχρονης τέχνης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δουλειά του Στέφανου Δασκαλάκη αποκτά έναν επίκαιρο χαρακτήρα. Εκτός όμως από την επιλογή του συγκεκριμένου μέσου, υπάρχει και ένα πρόσθετο, ανεξάρτητο ενδιαφέρον, που εντοπίζεται στον τρόπο δουλειάς του καλλιτέχνη. Ο Δασκαλάκης είναι ένας από τους λίγους ζωγράφους που δουλεύει από ζωντανό μοντέλο, είτε αυτό είναι ένα πορτρέτο ή μια ανθρώπινη φιγούρα είτε μια νεκρή φύση. Ακολουθεί δηλαδή μια παραδοσιακή μέθοδο ζωγραφικής που ελάχιστοι σύγχρονοι ζωγράφοι εξασκούν συστηματικά.

Στη δουλειά του ζωγράφου, η παρατήρηση και η σημασία μιας πραγματικότητας απτής και παρούσας την ώρα της ζωγραφικής πράξης είναι προϋπόθεση και μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Το στήσιμο του μοντέλου στο ατελιέ και η κατάλληλη «σκηνογραφία» της εικόνας απαιτούν και αυτές άλλωστε τη «φυσική» εμπλοκή του ζωγράφου.

Ο ίδιος θεωρεί ότι η επιλογή του να ζωγραφίζει από ζωντανό μοντέλο ίσως να αποτελεί μια αντίσταση στον υπερβολικό εννοιολογισμό που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σύγχρονη τέχνη αλλά τη ζωή γενικότερα. Σε μία εποχή που ο ίδιος περιγράφει ως υπερβολικά «διανοητική», αντιτάσσει μια ζωγραφική και έναν τρόπο δουλειάς που κινητοποιούν και καλλιεργούν πρωτίστως τις αισθήσεις. Η ζωγραφική του δεν περιορίζεται σ’ ένα οπτικό αποτέλεσμα αλλά αποτελεί και ένα ερέθισμα για την αφή.





Στέφανος Δασκαλάκης




Kati Horna

 



Από τα Παρισινά καφέ του '33 στον Ισπανικό εμφύλιο του '37

και στο Μεξικό του '39




Γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1912 και  πέθανε στο Μεξικό το  2000. 'Εζησε στη Γαλλία, στο Βερολίνο, την Ισπανία και  το Μεξικό. Τελείωσε  τη πιο διάσημη σχολή φωτογραφίας της Βουδαπέστης, με επικεφαλής τον József Pécsi, ιδρυτή των φωτογραφικών σπουδών στην Ουγγαρία.

Μεγάλωσε σε ένα εύπορο περιβάλλον, αλλά η βία, ο κίνδυνος και η αδικία εκείνης της εποχής επηρέασαν βαθιά την ιδεολογία της. Συναντήθηκε με τον Μπρέχτ και επηρεάστηκε από το Bauhaus και τον Σουρεαλισμό. 'Οταν ήταν έφηβη συνάντησε τον Ρόμπερτ Κάπα στη Βουδαπέστη. Η φιλία τους διήρκεσε μέχρι το τέλος της ζωής του Κάπα το 1954. Και οι δύο δραστηριοποιήθηκαν μέσα στο αριστερό κίνημα της εποχής και πολύ συχνά ο ένας έκανε το πορτραίτο του άλλου....

Το 1930, η Χόρνα και ο Κάπα χωρίστηκαν όταν η Κάτι πήγε να ζήσει στο Βερολίνο. Στη γερμανική πρωτεύουσα, εργάστηκε στο πρακτορείο του Simon Guttman, εκεί συναντήθηκε με τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη Bertolt Brecht, καθώς και με τον ζωγράφο και  φωτογράφο του Bauhaus, Lazlo Moholy Nagy. Τα φωτομοντάζ και οι διπλοτυπίες του Nagy επρόκειτο να την επηρεάσουν καθοριστικά για τα επόμενα χρόνια.




Kati  Horna


Seydou Keita




Ο πατέρας της αφρικανικής φωτογραφίας 




Αυτοδίδακτος φωτογράφος πορτραίτων, κατέγραψε με τη μεγάλου φορμά μηχανή του, την κοινωνία του Μπαμάκο (πρωτεύουσα του Μάλι), κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης περιόδου αποαποικιοποίησης της χώρας από το γαλλικό κράτος.  Αγάπησε τους ανθρώπους και υπηρέτησε μέσω της φωτογραφίας την ανάγκη τους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Κύριο μέλημά του ήταν η ομορφιά και η ισότητα αυτών που φωτογράφιζε. Έμεινε στην αφάνεια μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η ανακάλυψή του έστρεψε το ενδιαφέρον της Δύσης στο ογκώδες έργο του και στην αφρικανική φωτογραφία εν γένει.  

Ο Seydou Keita ανήκει στην πρώτη γενιά των φωτογράφων που βγήκαν από τη σπουδαία καλλιτεχνική παράδοση του Ομοσπονδιακού κράτους του Μάλι. Γεννήθηκε το 1921 (η ακριβής ημερομηνία δε μας είναι γνωστή) στο Μπαμάκο, στη πρωτεύουσα του Μάλι, και πέθανε το 2001 στο Παρίσι. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί σε μια πενταμελή οικογένεια ξυλουργών. Δεν πήγε σχολείο ενώ από την ηλικία των 7 ετών εργαζόταν σα μαθητευόμενος ξυλουργός στην οικογενειακή επιχείρηση.

Η επαφή του με τη φωτογραφία ξεκινάει το 1935, σε ηλικία 14 ετών. Αποκτά την πρώτη του φωτογραφική μηχανή, μια Kodak Brownie, με φιλμ 8 φωτογραφιών, έπειτα από ένα ταξίδι του θείου του στη Σενεγάλη.  Ο Keita γοητεύεται. Ξεκινά να φωτογραφίζει την οικογένεια, τους φίλους καθώς και τους μαθητευόμενους στο εργαστήρι ξυλουργικής. Οι πρώτες του προσπάθειες ήταν απογοητευτικές αλλά επιμένει και συνεχίζει να προσπαθεί... 





Malick Sidibe

 




"The Eye of Bamako"




Γεννήθηκε στο Μάλι της Αφρικής  το 1935 και πέθανε το 2016. Δραστηριοποιήθηκε φωτογραφικά τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, καταγράφοντας με γλαφυρότητα τη νυχτερινή και καθημερινή ζωή του Μπαμάκο πριν και μετά την ανεξαρτησία της χώρας από τη Γαλλική αποικιοκρατεία.

 Μεγάλωσε στην επαρχία "φροντίζοντας ζώα και περπατώντας ξυπόλυτος", όπως είχε πει και ο ίδιος σε μια συνέντευξή του, μιας και ο πατέρας του ήταν αγρότης. Στην ηλικία των 16 ετών πηγαίνει σε σχολείο τέχνης και ξεκινάει την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική. Το 1955, ο φωτογράφος Gerard Guillat επισκέπτεται το σχολείο του αναζητώντας ένα μαθητή για να διακοσμήσει το στούντιό του. Εντυπωσιάζεται από τη δουλειά του  Sidibe  και τον προσλαμβάνει σα μαθητευόμενο φωτογράφο για να φροντίζει τον εξοπλισμό και να παραδίδει τις εκτυπώσεις στους πελάτες. Σύντομα ο Sidibe αρχίζει να μαθαίνει περισσότερα για τη φωτογραφία παρατηρώντας τον Guillat που δουλεύει για τη γαλλική αστική τάξη του Μπαμάκο, φωτογραφίζοντας τις κοινωνικές εκδηλώσεις των λευκών  όπου οι μαύροι δεν ήταν ποτέ προσκεκλημένοι...




Malick Sidibe

Παναγιώτης Φατσέας, (1888 - 1938)

 


Ο φωτογράφος των Κυθήρων




Καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου και μέχρι το δεύτερο περίπου τρίτο του 20ου αιώνα, την αφανή βάση της παγκόσμιας φωτογραφικής δραστηριότητας αποτελούσαν τα κατά τόπους επαγγελματικά φωτογραφεία στις φτωχότερες και πιο απομακρυσμένες προπάντων περιοχές, οι επιχειρήσεις αυτές ήσαν ουσιαστικά η μοναδική πυγή φωτογραφικών πορτραίτων ή άλλων ντοκουμέντων. Τα περισσότερα από τα ταπεινά και χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αξιώσεις έργα που παρήγαγαν έχουν καταστραφεί ή διασκορπισθεί, ενώ όσα επέζησαν τείνουν να αντιμετωπισθούν από τους ιστορικούς σαν τεκμήρια καθαρά τοπικού ενδιαφέροντος ή, στην καλύτερη περίπτωση, σαν χαριτωμένα δείγματα ανώριμης φωτογραφικής δημιουργίας. 

Σε λίγες όμως, εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, η ρευστότητα του φωτογραφικού μέσου γίνεται αφορμή το έργο ορισμένων από τους σχεδόν ανώνυμους αυτούς μεροκαματιάρηδες να αποκτά - συνήθως πολλά χρόνια μετά τον θάνατό τους - ανέλπιστη και διαχρονική καλλιτεχνική αξία. Γνωστότερο παράδειγμα στην ιστορία της φωτογραφίας είναι ο Γάλλος Eugène Atget , ο καθ ομολογίαν του ταπεινός προμηθευτής «εικόνων αναφοράς για ζωγράφους», που θεωρείται τώρα στυλοβάτης του φωτογραφικού μοντερνισμού. Αντίστοιχες περιπτώσεις αποτελούν οι εκατό περίπου γυάλινες πλάκες του E.J. Bellocq (Νέα Ορλεάνη, αρχές της δεκαετίας 1920) που ανακάλυψε και ανέδειξε ο Lee Friedlander, το αρχείο του Αμερικανού πορτραιτίστα Mike Disfarmer που απαθανάτισε τους κατοίκους της μικρής κωμόπολης Heber Springs στο Arkansas κατά τη διάρκεια των δεκαετιών , καθώς και τα εξαιρετικά πορτραίτα του Seydou Keita από το Μάλι. 

Πιο πρόσφατα στην Ελλάδα, ο συλλέκτης Γιώργος Γκολομπίας διέσωσε ως εκ θαύματος ένα μεγάλο μέρος των αρνητικών του Καστοριανού φωτογράφου Λεωνίδα Παπάζογλου , γλιτώνοντας έτσι από την αφάνεια έναν σημαντικό καλλιτέχνη.  Στα ονόματα αυτά έρχεται τώρα να προστεθεί ο Κυθήριος φωτογράφος Παναγιώτης Φατσέας, το αρχείο του οποίου παρέμεινε ανέπαφο από τον θάνατό του το 1938 μέχρι το 2002, όταν μερικά δείγματα της έργου του παρουσιάσθηκαν στα πλαίσια των πρώτων Φωτογραφικών Συναντήσεων Κυθήρων. Έκτοτε, το αρχείο συντηρήθηκε και ταξινομήθηκε, ενώ παράλληλα διεξήχθη έρευνα γύρω από τον άγνωστο ευρύτερα φωτογράφο και το έργο του. 

 Έξι χρόνια αργότερα, στο πρόσωπό του Παναγιώτη Φατσέα μπορούμε πια να αναγνωρίσουμε όχι μόνον μια ανεκτίμητη μαρτυρία του τόπου και της εποχής του, αλλά και μία αξιόλογη καλλιτεχνική μορφή της ελληνικής φωτογραφίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. 






Roy de Carava - "The sweet flypaper of Life"

 



 Harlem  Story



"Η γλυκιά μυγοπαγίδα της Ζωής", 1955, βιβλίο σε κείμενο του Langston Hughes και φωτογραφίες του Roy de Carava



Το έργο αυτό του De Carava επικεντρώνεται στη ζωή μιας αφροαμερικανικής  οικογένειας στο Χάρλεμ, που παρουσιάζεται  ως μια αυτοβιογραφική περιγραφή από την οπτική  του γηραιότερου μέλους της οικογένειας, της "φανταστικής" γιαγιάς  Mary Bradley . Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο  τονίζει όχι μόνο τη μοναδική ιδιατερότητα  της κουλτούρας του ομιλητή, αλλά και τις διαφορές της φυλής και της τάξης που αναπαραστά το υποκείμενο, τόσο όπως αυτές επιβάλλονται  από τους κανόνες και τα καθεστώτα των ρατσιστών καταπιεστών. 

Η παρουσίαση των διάφορων μελών της οικογένειας και η αλληλουχία των εικόνων, με τις εναλλαγές μεταξύ κοντινών, ενδιάμεσων και μακρυνών  φωτογραφικών κάδρων, μιμείται  τη κινηματογραφική  ροή μιας ταινίας ντοκυμαντέρ,  ενώ οι αντιθετικές φωτογραφικές παραδόσεις της αφήγησης  και του ντοκουμέντου τονίζονται εξίσου.

Η διεξοδική περιγραφή φωτογραφικά της οικογένειας στο Χάρλεμ, προσπαθεί να ξεχωρίσει  από την ανώνυμη  τυχαία τεκμηρίωση του μαύρου πληθυσμού και τις περιγραφές  του αγροτικού Νότου όπως των James Agee και Walker Evans στο έργο του FSA.

Η αίσθηση  κοινωνικής βάσης  σε ένα χώρο  απαλλαγμένο από καθολική ανομία, μεταδίδεται όχι μόνο μέσω των προσεκτικών περιγραφών των υποκειμένων του από τον De Carava αλλά από τον τόνο των φωγραφιών του. Σχεδόν κανένας άλλος στη φωτογραφία του 20ου αιώνα δεν κατάφερε να προσδώσει στην ακραία  τονικότητα των ασπρόμαυρων φωτογραφιών τη μεταφορική ένταση ενός καταφυγίου ταυτότητας στην οποία το χρώμα του φυλετικού διαχωρισμού μετατρέπεται σε φόντο κοινωνικής αλληλεγγύης.




Jessica Lange, "Highway 61"

 

 Γεννημένη το 1949 στο Κλοκέτ της Μινεσότα, με ρίζες φινλανδικές, γερμανικές και ολλανδικές. Σπούδασε καλές τέχνες για ένα μικρό διάστημα στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα κι έπειτα αναχώρησε για το Παρίσι, όπου έμαθε την τέχνη της παντομίμας με καθηγητή τον Ετιέν Ντεκρού. Το 1973 επέστρεψε στις ΗΠΑ και σπούδασε υποκριτική στη Νέα Υόρκη, ενώ ταυτόχρονα δούλευε ως σερβιτόρα και μοντέλο.

Μετά την υποκριτική, η φωτογραφία είναι το μεγάλο πάθος της Τζέσικα Λάνγκ και κάτι πολύ περισσότερο από χόμπι. Στα είκοσί της παντρεύτηκε τον καθηγητή της, φωτογράφο Φρανσίσκο Γκράντε. Οι δυο τους ταξίδεψαν στο Μεξικό πριν φύγουν για το Παρίσι. Στην πραγματικότητα, όμως, άρχισε να ασχολείται σοβαρά με τη φωτογραφία τη δεκαετία του 1990, όταν ο τότε σύντροφός της, θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Γερμανία, της έφερε δώρο μια Leica.

Ο Αυτοκινητόδρομος 61, έμεινε στην ιστορία από τον Μπομπ Ντίλαν και το άλμπουμ του "Highway 61 Revisited". Ξεκινά από τα  καναδικά σύνορα, διέρχεται από οκτώ αμερικανικές πολιτείες και καταλήγει στη Νέα Ορλεάνη. Η ηθοποιός Τζέσικα Λάνγκ μεγάλωσε στη Μινεσότα,  έζησε στη Λουιζιάνα και ταξίδεψε αμέτρητες φορές μέσω του Highway 61, μήκους 1400 μιλίων.

Το φωτογραφικό της λεύκωμα με τίτλο “Highway 61” που κυκλοφόρησε το 2019 από τον εκδοτικό οίκο PowerHouse Books αποτελεί ένα προσωπικό  ταξίδι στην πιο ιστορική διαδρομή της Αμερικής. «Αυτές οι φωτογραφίες είναι ένα χρονικό του τι παραμένει και τι έχει εξαφανιστεί», έγραψε η Λανγκ στο σημείωμά της.
«Είναι η ιστορία της κοινής μας εθνικής κληρονομιάς όπως την είδε μία από τις πιο ταλαντούχες καλλιτέχνιδες της γενιάς της», αναφέρει ο εκδοτικός οίκος στο σημείωμά του.

 


"Highway 61"

Germaine Krull, 1897–1985



 


Η πρωτοπόρος της avant-garde φωτογραφίας και του κολάζ.



Η Krull γεννήθηκε στην Ανατολική Πρωσία το 1897, από Γερμανούς γονείς. Το 1919 μετά τις σπουδές φωτογραφίας στο Μόναχο συνδέθηκε με τα αριστερά πολιτικά κινήματα της εποχής. Μετά το  1925 έχοντας κάνει κάποιες αξιόλογες φωτογραφίες γυμνών κατά τα πρώιμα στάδια της καριέρας της - αξιοσημείωτα για την ελευθερία, το ύφος και το θέμα τους - βρίσκεται στην Ολλανδία, όπου γοητευμένη από τις μεταλλικές κατασκευές και τους γερανούς στις αποβάθρες, ξεκινάει μια σειρά φωτογραφιών που έμειναν στην ιστορία της φωτογραφίας ως Nouvelle Vision, λόγω της πρωτοποριακής τότε γωνίας λήψης.  

'Εζησε μία ζωή μποέμικη σε τέσσερις ηπείρους και υπήρξε το πρότυπο της σεξουαλικά απελευθερωμένης "Νέας Γυναίκας", Neue Frau (New Woman).




Germain Krull


Από το Blogger.
Back to Top