Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Joan Leigh Fermor

 




Φωτογράφος και αγαπημένη



Γεννήθηκε στο 1912 στο  Dumbleton της Αγγλίας, από πολύ ευκατάστατη οικογένεια - ο πατέρας της  Bolton Eyres Monsell  ήταν βουλεύτής   από το 1910 έως το 1935 και πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου  από το 1931 έως το 1936 - η οποία και της παρείχε όλες τις οικονομικές ευκολίες ώστε να ασχοληθεί με ότι της άρεσε. Σπούδασε στο St James's School, καθώς και σε σχολεία στο Παρίσι και στη Φλωρεντία. Ασχολήθηκε  με την Αρχιτεκτονική φωτογραφία και τη φωτογραφία τοπίων. Δουλειές της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά  Architectural Review και  Horizon. Παντρεύτηκε τον John Rayner, συντάκτη της Daily Express, το 1939.

Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, της ανατέθηκε να φωτογραφίσει τα βορβαδισμένα κτίρια του Λονδίνου.  Εργάστηκε  ως νοσοκόμα στην αρχή του πολέμου και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην κρυπτογράφηση. Μετατέθηκε στις βρετανικές πρεσβείες στη Μαδρίτη, το Αλγέρι  και το Κάϊρο, όπου γνώρισε και τον μελλοντικό της σύζυγο Patrick Leigh Fermor το 1944. 

Ο  Fermor ήταν αξιωματικός τότε της υπηρεσίας εδικών αποστολών του Αγγλικού στρατού,  φημισμένος για το ρόλο του στην απαγωγή του στρατηγού Kreipe από την Κρήτη. 

Η Τζόαν και ο Πάτρικ ερωτεύτηκαν,  αν και αυτή ήταν ακόμα παντρεμένη με τον Ράινερ. Ο γάμος της με τον Ράινερ διαλύθηκε το 1947. Η Τζόαν και ο Πάτρικ παντρεύτηκαν το 1968 και ταξίδεψαν μαζί στην Αθήνα όπου ο Πάτρικ δούλευε στο Βρετανικό Συμβούλιο. Γύρισαν όλη την Ελλάδα φωτογραφίζοντας και γράφοντας για τους ανθρώπους της που τόσο εθαύμαζαν. Μαγεύτηκαν από το τοπίο της Μάνης και ιδιαίτερα της Καρδαμύλης όπου έκτισαν το σπίτι τους το 1960 το οποίο και δώρισαν μετά τον θάνατό τους  στο Μουσείο Μπενάκη.





Joan Leigh Fermor

Γιώργος Τουρκοβασίλης, ο ασυμβίβαστος...

 



Ο Γιώργος Τουρκοβασίλης ήταν ένας άνθρωπος της διανόησης και της τέχνης. Ζούσε για να σκέφτεται, να γράφει, να ζωγραφίζει και να αποτυπώνει φωτογραφικά, σε καθημερινή βάση και με μοναδική μαεστρία, πρόσωπα και εικόνες της καθημερινότητας που, όπως ο ίδιος έλεγε, "τους άξιζε να διασωθούν από τη λήθη του χρόνου". 'Aριστούχος της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και γόνος ιστορικής οικογένειας της Αρκαδίας (απόγονος οικογένειας οπλαρχηγών της Επανάστασης του 1821, ενώ ο θείος του Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, είχε διατελέσει βουλευτής, υπουργός, αρχηγός πολιτικού κόμματος και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος). Όμως, ο Γιώργος Τουρκοβασίλης είχε από νωρίς αποφασίσει να αντισταθεί στις προτροπές της οικογένειάς του να συνεχίσει την πολιτική οικογενειακή παράδοση, επιλέγοντας να ακολουθήσει την κλίση του στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία.

Ήταν πνευματώδης, ολιγαρκής και σε κάποιο βαθμό εσωστρεφής. Ζούσε μακριά από κοσμικότητες και οι κοινωνικές επαφές του ήταν μετρημένες. Δημιουργούσε και ζούσε συνειδητά αποστασιοποιημένος από τα εμπορικά κυκλώματα και την αγορά της τέχνης. ΄Όπως συνήθιζε να λέει, έγραφε, φωτογράφιζε και ζωγράφιζε για τον ίδιο και όχι για τους άλλους! Η στάση του αυτή βέβαια εξηγεί γιατί το σπουδαίο έργο που μας άφησε ως παρακαταθήκη δεν είναι ευρύτερα γνωστό.





o Γ. Τουρκοβασίλης κρατά φωτό του Περικλή Κοροβέση και της φίλης του

Στέφανος Δασκαλάκης

 



Η ζωγραφική σαν εικόνα και ύλη




Από τη δεκαετία του εβδομήντα και ύστερα, η ζωγραφική, και ειδικότερα η παραστατική ζωγραφική, δημιουργεί κατά περιόδους κυρίαρχες τάσεις στη σύγχρονη τέχνη, ανανεώνοντας και ισχυροποιώντας έτσι τη θέση της ανάμεσα στις υπόλοιπες καλλιτεχνικές εκφράσεις των εικαστικών τεχνών. Η τελευταία δεκαετία είναι μια τέτοια περίοδος άνθησης του ενδιαφέροντος για τη ζωγραφική. Ερωτήματα, όπως ο νέος ρόλος της ζωγραφικής και ό,τι αντιπροτείνει σε σχέση με τον έντονο και κυρίαρχο στην τέχνη εννοιολογισμό, απασχολούν τον χώρο της σύγχρονης τέχνης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δουλειά του Στέφανου Δασκαλάκη αποκτά έναν επίκαιρο χαρακτήρα. Εκτός όμως από την επιλογή του συγκεκριμένου μέσου, υπάρχει και ένα πρόσθετο, ανεξάρτητο ενδιαφέρον, που εντοπίζεται στον τρόπο δουλειάς του καλλιτέχνη. Ο Δασκαλάκης είναι ένας από τους λίγους ζωγράφους που δουλεύει από ζωντανό μοντέλο, είτε αυτό είναι ένα πορτρέτο ή μια ανθρώπινη φιγούρα είτε μια νεκρή φύση. Ακολουθεί δηλαδή μια παραδοσιακή μέθοδο ζωγραφικής που ελάχιστοι σύγχρονοι ζωγράφοι εξασκούν συστηματικά.

Στη δουλειά του ζωγράφου, η παρατήρηση και η σημασία μιας πραγματικότητας απτής και παρούσας την ώρα της ζωγραφικής πράξης είναι προϋπόθεση και μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Το στήσιμο του μοντέλου στο ατελιέ και η κατάλληλη «σκηνογραφία» της εικόνας απαιτούν και αυτές άλλωστε τη «φυσική» εμπλοκή του ζωγράφου.

Ο ίδιος θεωρεί ότι η επιλογή του να ζωγραφίζει από ζωντανό μοντέλο ίσως να αποτελεί μια αντίσταση στον υπερβολικό εννοιολογισμό που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σύγχρονη τέχνη αλλά τη ζωή γενικότερα. Σε μία εποχή που ο ίδιος περιγράφει ως υπερβολικά «διανοητική», αντιτάσσει μια ζωγραφική και έναν τρόπο δουλειάς που κινητοποιούν και καλλιεργούν πρωτίστως τις αισθήσεις. Η ζωγραφική του δεν περιορίζεται σ’ ένα οπτικό αποτέλεσμα αλλά αποτελεί και ένα ερέθισμα για την αφή.





Στέφανος Δασκαλάκης




Kati Horna

 



Από τα Παρισινά καφέ του '33 στον Ισπανικό εμφύλιο του '37

και στο Μεξικό του '39




Γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1912 και  πέθανε στο Μεξικό το  2000. 'Εζησε στη Γαλλία, στο Βερολίνο, την Ισπανία και  το Μεξικό. Τελείωσε  τη πιο διάσημη σχολή φωτογραφίας της Βουδαπέστης, με επικεφαλής τον József Pécsi, ιδρυτή των φωτογραφικών σπουδών στην Ουγγαρία.

Μεγάλωσε σε ένα εύπορο περιβάλλον, αλλά η βία, ο κίνδυνος και η αδικία εκείνης της εποχής επηρέασαν βαθιά την ιδεολογία της. Συναντήθηκε με τον Μπρέχτ και επηρεάστηκε από το Bauhaus και τον Σουρεαλισμό. 'Οταν ήταν έφηβη συνάντησε τον Ρόμπερτ Κάπα στη Βουδαπέστη. Η φιλία τους διήρκεσε μέχρι το τέλος της ζωής του Κάπα το 1954. Και οι δύο δραστηριοποιήθηκαν μέσα στο αριστερό κίνημα της εποχής και πολύ συχνά ο ένας έκανε το πορτραίτο του άλλου....

Το 1930, η Χόρνα και ο Κάπα χωρίστηκαν όταν η Κάτι πήγε να ζήσει στο Βερολίνο. Στη γερμανική πρωτεύουσα, εργάστηκε στο πρακτορείο του Simon Guttman, εκεί συναντήθηκε με τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη Bertolt Brecht, καθώς και με τον ζωγράφο και  φωτογράφο του Bauhaus, Lazlo Moholy Nagy. Τα φωτομοντάζ και οι διπλοτυπίες του Nagy επρόκειτο να την επηρεάσουν καθοριστικά για τα επόμενα χρόνια.




Kati  Horna


Seydou Keita




Ο πατέρας της αφρικανικής φωτογραφίας 




Αυτοδίδακτος φωτογράφος πορτραίτων, κατέγραψε με τη μεγάλου φορμά μηχανή του, την κοινωνία του Μπαμάκο (πρωτεύουσα του Μάλι), κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης περιόδου αποαποικιοποίησης της χώρας από το γαλλικό κράτος.  Αγάπησε τους ανθρώπους και υπηρέτησε μέσω της φωτογραφίας την ανάγκη τους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Κύριο μέλημά του ήταν η ομορφιά και η ισότητα αυτών που φωτογράφιζε. Έμεινε στην αφάνεια μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η ανακάλυψή του έστρεψε το ενδιαφέρον της Δύσης στο ογκώδες έργο του και στην αφρικανική φωτογραφία εν γένει.  

Ο Seydou Keita ανήκει στην πρώτη γενιά των φωτογράφων που βγήκαν από τη σπουδαία καλλιτεχνική παράδοση του Ομοσπονδιακού κράτους του Μάλι. Γεννήθηκε το 1921 (η ακριβής ημερομηνία δε μας είναι γνωστή) στο Μπαμάκο, στη πρωτεύουσα του Μάλι, και πέθανε το 2001 στο Παρίσι. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί σε μια πενταμελή οικογένεια ξυλουργών. Δεν πήγε σχολείο ενώ από την ηλικία των 7 ετών εργαζόταν σα μαθητευόμενος ξυλουργός στην οικογενειακή επιχείρηση.

Η επαφή του με τη φωτογραφία ξεκινάει το 1935, σε ηλικία 14 ετών. Αποκτά την πρώτη του φωτογραφική μηχανή, μια Kodak Brownie, με φιλμ 8 φωτογραφιών, έπειτα από ένα ταξίδι του θείου του στη Σενεγάλη.  Ο Keita γοητεύεται. Ξεκινά να φωτογραφίζει την οικογένεια, τους φίλους καθώς και τους μαθητευόμενους στο εργαστήρι ξυλουργικής. Οι πρώτες του προσπάθειες ήταν απογοητευτικές αλλά επιμένει και συνεχίζει να προσπαθεί... 





Malick Sidibe

 




"The Eye of Bamako"




Γεννήθηκε στο Μάλι της Αφρικής  το 1935 και πέθανε το 2016. Δραστηριοποιήθηκε φωτογραφικά τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, καταγράφοντας με γλαφυρότητα τη νυχτερινή και καθημερινή ζωή του Μπαμάκο πριν και μετά την ανεξαρτησία της χώρας από τη Γαλλική αποικιοκρατεία.

 Μεγάλωσε στην επαρχία "φροντίζοντας ζώα και περπατώντας ξυπόλυτος", όπως είχε πει και ο ίδιος σε μια συνέντευξή του, μιας και ο πατέρας του ήταν αγρότης. Στην ηλικία των 16 ετών πηγαίνει σε σχολείο τέχνης και ξεκινάει την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική. Το 1955, ο φωτογράφος Gerard Guillat επισκέπτεται το σχολείο του αναζητώντας ένα μαθητή για να διακοσμήσει το στούντιό του. Εντυπωσιάζεται από τη δουλειά του  Sidibe  και τον προσλαμβάνει σα μαθητευόμενο φωτογράφο για να φροντίζει τον εξοπλισμό και να παραδίδει τις εκτυπώσεις στους πελάτες. Σύντομα ο Sidibe αρχίζει να μαθαίνει περισσότερα για τη φωτογραφία παρατηρώντας τον Guillat που δουλεύει για τη γαλλική αστική τάξη του Μπαμάκο, φωτογραφίζοντας τις κοινωνικές εκδηλώσεις των λευκών  όπου οι μαύροι δεν ήταν ποτέ προσκεκλημένοι...




Malick Sidibe

Παναγιώτης Φατσέας, (1888 - 1938)

 


Ο φωτογράφος των Κυθήρων




Καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου και μέχρι το δεύτερο περίπου τρίτο του 20ου αιώνα, την αφανή βάση της παγκόσμιας φωτογραφικής δραστηριότητας αποτελούσαν τα κατά τόπους επαγγελματικά φωτογραφεία στις φτωχότερες και πιο απομακρυσμένες προπάντων περιοχές, οι επιχειρήσεις αυτές ήσαν ουσιαστικά η μοναδική πυγή φωτογραφικών πορτραίτων ή άλλων ντοκουμέντων. Τα περισσότερα από τα ταπεινά και χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές αξιώσεις έργα που παρήγαγαν έχουν καταστραφεί ή διασκορπισθεί, ενώ όσα επέζησαν τείνουν να αντιμετωπισθούν από τους ιστορικούς σαν τεκμήρια καθαρά τοπικού ενδιαφέροντος ή, στην καλύτερη περίπτωση, σαν χαριτωμένα δείγματα ανώριμης φωτογραφικής δημιουργίας. 

Σε λίγες όμως, εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, η ρευστότητα του φωτογραφικού μέσου γίνεται αφορμή το έργο ορισμένων από τους σχεδόν ανώνυμους αυτούς μεροκαματιάρηδες να αποκτά - συνήθως πολλά χρόνια μετά τον θάνατό τους - ανέλπιστη και διαχρονική καλλιτεχνική αξία. Γνωστότερο παράδειγμα στην ιστορία της φωτογραφίας είναι ο Γάλλος Eugène Atget , ο καθ ομολογίαν του ταπεινός προμηθευτής «εικόνων αναφοράς για ζωγράφους», που θεωρείται τώρα στυλοβάτης του φωτογραφικού μοντερνισμού. Αντίστοιχες περιπτώσεις αποτελούν οι εκατό περίπου γυάλινες πλάκες του E.J. Bellocq (Νέα Ορλεάνη, αρχές της δεκαετίας 1920) που ανακάλυψε και ανέδειξε ο Lee Friedlander, το αρχείο του Αμερικανού πορτραιτίστα Mike Disfarmer που απαθανάτισε τους κατοίκους της μικρής κωμόπολης Heber Springs στο Arkansas κατά τη διάρκεια των δεκαετιών , καθώς και τα εξαιρετικά πορτραίτα του Seydou Keita από το Μάλι. 

Πιο πρόσφατα στην Ελλάδα, ο συλλέκτης Γιώργος Γκολομπίας διέσωσε ως εκ θαύματος ένα μεγάλο μέρος των αρνητικών του Καστοριανού φωτογράφου Λεωνίδα Παπάζογλου , γλιτώνοντας έτσι από την αφάνεια έναν σημαντικό καλλιτέχνη.  Στα ονόματα αυτά έρχεται τώρα να προστεθεί ο Κυθήριος φωτογράφος Παναγιώτης Φατσέας, το αρχείο του οποίου παρέμεινε ανέπαφο από τον θάνατό του το 1938 μέχρι το 2002, όταν μερικά δείγματα της έργου του παρουσιάσθηκαν στα πλαίσια των πρώτων Φωτογραφικών Συναντήσεων Κυθήρων. Έκτοτε, το αρχείο συντηρήθηκε και ταξινομήθηκε, ενώ παράλληλα διεξήχθη έρευνα γύρω από τον άγνωστο ευρύτερα φωτογράφο και το έργο του. 

 Έξι χρόνια αργότερα, στο πρόσωπό του Παναγιώτη Φατσέα μπορούμε πια να αναγνωρίσουμε όχι μόνον μια ανεκτίμητη μαρτυρία του τόπου και της εποχής του, αλλά και μία αξιόλογη καλλιτεχνική μορφή της ελληνικής φωτογραφίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. 






Roy de Carava - "The sweet flypaper of Life"

 



 Harlem  Story



"Η γλυκιά μυγοπαγίδα της Ζωής", 1955, βιβλίο σε κείμενο του Langston Hughes και φωτογραφίες του Roy de Carava



Το έργο αυτό του De Carava επικεντρώνεται στη ζωή μιας αφροαμερικανικής  οικογένειας στο Χάρλεμ, που παρουσιάζεται  ως μια αυτοβιογραφική περιγραφή από την οπτική  του γηραιότερου μέλους της οικογένειας, της "φανταστικής" γιαγιάς  Mary Bradley . Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο  τονίζει όχι μόνο τη μοναδική ιδιατερότητα  της κουλτούρας του ομιλητή, αλλά και τις διαφορές της φυλής και της τάξης που αναπαραστά το υποκείμενο, τόσο όπως αυτές επιβάλλονται  από τους κανόνες και τα καθεστώτα των ρατσιστών καταπιεστών. 

Η παρουσίαση των διάφορων μελών της οικογένειας και η αλληλουχία των εικόνων, με τις εναλλαγές μεταξύ κοντινών, ενδιάμεσων και μακρυνών  φωτογραφικών κάδρων, μιμείται  τη κινηματογραφική  ροή μιας ταινίας ντοκυμαντέρ,  ενώ οι αντιθετικές φωτογραφικές παραδόσεις της αφήγησης  και του ντοκουμέντου τονίζονται εξίσου.

Η διεξοδική περιγραφή φωτογραφικά της οικογένειας στο Χάρλεμ, προσπαθεί να ξεχωρίσει  από την ανώνυμη  τυχαία τεκμηρίωση του μαύρου πληθυσμού και τις περιγραφές  του αγροτικού Νότου όπως των James Agee και Walker Evans στο έργο του FSA.

Η αίσθηση  κοινωνικής βάσης  σε ένα χώρο  απαλλαγμένο από καθολική ανομία, μεταδίδεται όχι μόνο μέσω των προσεκτικών περιγραφών των υποκειμένων του από τον De Carava αλλά από τον τόνο των φωγραφιών του. Σχεδόν κανένας άλλος στη φωτογραφία του 20ου αιώνα δεν κατάφερε να προσδώσει στην ακραία  τονικότητα των ασπρόμαυρων φωτογραφιών τη μεταφορική ένταση ενός καταφυγίου ταυτότητας στην οποία το χρώμα του φυλετικού διαχωρισμού μετατρέπεται σε φόντο κοινωνικής αλληλεγγύης.




Jessica Lange, "Highway 61"

 

 Γεννημένη το 1949 στο Κλοκέτ της Μινεσότα, με ρίζες φινλανδικές, γερμανικές και ολλανδικές. Σπούδασε καλές τέχνες για ένα μικρό διάστημα στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα κι έπειτα αναχώρησε για το Παρίσι, όπου έμαθε την τέχνη της παντομίμας με καθηγητή τον Ετιέν Ντεκρού. Το 1973 επέστρεψε στις ΗΠΑ και σπούδασε υποκριτική στη Νέα Υόρκη, ενώ ταυτόχρονα δούλευε ως σερβιτόρα και μοντέλο.

Μετά την υποκριτική, η φωτογραφία είναι το μεγάλο πάθος της Τζέσικα Λάνγκ και κάτι πολύ περισσότερο από χόμπι. Στα είκοσί της παντρεύτηκε τον καθηγητή της, φωτογράφο Φρανσίσκο Γκράντε. Οι δυο τους ταξίδεψαν στο Μεξικό πριν φύγουν για το Παρίσι. Στην πραγματικότητα, όμως, άρχισε να ασχολείται σοβαρά με τη φωτογραφία τη δεκαετία του 1990, όταν ο τότε σύντροφός της, θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στη Γερμανία, της έφερε δώρο μια Leica.

Ο Αυτοκινητόδρομος 61, έμεινε στην ιστορία από τον Μπομπ Ντίλαν και το άλμπουμ του "Highway 61 Revisited". Ξεκινά από τα  καναδικά σύνορα, διέρχεται από οκτώ αμερικανικές πολιτείες και καταλήγει στη Νέα Ορλεάνη. Η ηθοποιός Τζέσικα Λάνγκ μεγάλωσε στη Μινεσότα,  έζησε στη Λουιζιάνα και ταξίδεψε αμέτρητες φορές μέσω του Highway 61, μήκους 1400 μιλίων.

Το φωτογραφικό της λεύκωμα με τίτλο “Highway 61” που κυκλοφόρησε το 2019 από τον εκδοτικό οίκο PowerHouse Books αποτελεί ένα προσωπικό  ταξίδι στην πιο ιστορική διαδρομή της Αμερικής. «Αυτές οι φωτογραφίες είναι ένα χρονικό του τι παραμένει και τι έχει εξαφανιστεί», έγραψε η Λανγκ στο σημείωμά της.
«Είναι η ιστορία της κοινής μας εθνικής κληρονομιάς όπως την είδε μία από τις πιο ταλαντούχες καλλιτέχνιδες της γενιάς της», αναφέρει ο εκδοτικός οίκος στο σημείωμά του.

 


"Highway 61"

Germaine Krull, 1897–1985



 


Η πρωτοπόρος της avant-garde φωτογραφίας και του κολάζ.



Η Krull γεννήθηκε στην Ανατολική Πρωσία το 1897, από Γερμανούς γονείς. Το 1919 μετά τις σπουδές φωτογραφίας στο Μόναχο συνδέθηκε με τα αριστερά πολιτικά κινήματα της εποχής. Μετά το  1925 έχοντας κάνει κάποιες αξιόλογες φωτογραφίες γυμνών κατά τα πρώιμα στάδια της καριέρας της - αξιοσημείωτα για την ελευθερία, το ύφος και το θέμα τους - βρίσκεται στην Ολλανδία, όπου γοητευμένη από τις μεταλλικές κατασκευές και τους γερανούς στις αποβάθρες, ξεκινάει μια σειρά φωτογραφιών που έμειναν στην ιστορία της φωτογραφίας ως Nouvelle Vision, λόγω της πρωτοποριακής τότε γωνίας λήψης.  

'Εζησε μία ζωή μποέμικη σε τέσσερις ηπείρους και υπήρξε το πρότυπο της σεξουαλικά απελευθερωμένης "Νέας Γυναίκας", Neue Frau (New Woman).




Germain Krull


Μartin Munkasci, η γέννηση της φωτογραφίας μόδας

 



'Οταν το 1933 ο Munkacsi οδήγησε κάποιες κυρίες της υψηλής κοινωνίας στην εξοχή για να  τις φωτογράφησει δεν κατάλαβε  ότι δημιούργησε με αυτή την έμπνευσή του τη πρώτη φωτογράφιση μόδας. Η φωτογραφία μόδας έως τότε δεν υπήρχε, την ανακάλυψαν και την καλλιέργησαν τα περιοδικά ποικίλης ύλης. Το 1909  είναι το έτος  με τις μεγάλες καινοτομίες στην τέχνη και στην επιστήμη. Το περιοδικό Vogue αποφασίζει να ασχοληθεί με τη γυναίκα και δημοσίευει τις πρώτες φωτογραφίες Κυριών της καλής κοινωνίας. Πρώτος φωτογράφος του περιοδικού ο Κόμης Adolf de Meyer, φωτογραφίζει με τρυφερή ευαισθησία  τις κόρες των αριστοκρατών, μιας τάξης που άρχιζε να σβήνει. 

Διάδοχός του στο περιοδικό ανέλαβε ο Edward Steichen  που φωτογραφίζει τα μοντέλα του στο στούντιο ακίνητα σαν αγάλματα.  Το 1933 η διευθύντρια του Vogue  Carmel Snow ανακαλύπτει τον Munkacsi, έναν αθλητικό φωτογράφο, που έφερε επανάσταση στη φωτογραφία μόδας και στο περιοδικό της.




Μartin  Munkasci


Nancy Rexroth - Iowa

 


"Η Diana είναι φτιαγμένη για συναισθήματα. Οι εικόνες της φαίνονται πάντα αχνά στο παρασκήνιο της φωτογραφίας. Μερικές φορές, νιώθω ότι θα μπορούσα να περπατήσω πάνω στην την άκρη του κάδρου και να βηματίσω προς το παρελθόν, σε αυτήν την άγνωστη περιοχή."


Nancy Rexroth






Πρωτοποριακή Αμερικανίδα φωτογράφος που ανέδειξε τις ιδιαιτερότητες της Diana, μιας ολοκληρωτικά πλαστικής φωτογραφικής μηχανής (φακός - σώμα), που χρησιμοποιεί μεσαίου φορμά φίλμ 120mm. Η Rexroth δημιούργησε το πρώτο ολοκληρωμένο έργο που έγινε ποτέ με αυτή τη φωτογραφική μηχανή

Γεννημένη το 1946 στην Ουάσινγκτον, πρώτα τελείωσε το Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια πήρε το MFA στη φωτογραφία στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο το 1971. Τότε ήταν που ο καθηγητής της Arnold Gassan έβαλε τη Rexroth στον ονειρικό κόσμο της Diana. Εκεί όπου άλλοι φωτογράφοι έβλεπαν μόνο τα μειονεκτήματα του πλαστικού φακού της Diana, εκεί ήταν που η Rexroth απογείωσε τη φαντασία και τη δημιουργικότητά της.





Nancy Rexroth

"Ruines - Ερείπια", Josef Koudelka

 


«Οι αρχαίοι Ελληνες και οι Ρωμαίοι ήταν οι μεγαλύτεροι αρχιτέκτονες τοπίου της Ιστορίας, συνεπώς φωτογραφίζοντας έναν τέτοιο τόπο, προσπαθώ να αποδώσω αυτή τη θαυμαστή τέχνη του χώρου, του φωτός και τη φόρμας. Δουλεύοντας ανακάλυψα ότι για μένα το πιο σημαντικό στοιχείο είναι το ζευγάρωμα της ομορφιάς με τον χρόνο». 


 Josef Koudelka




Τα ερείπια αποτελούν μόνιμο θεματικό μοτίβο στο έργο του Κουντέλκα και αυτό συμβαίνει για τρεις λόγους, όπως επισημαίνει η Ελοΐζ Κονεζά, συντηρήτρια στην ΒnF - Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας - και έφορος της έκθεσης. Ο πιο βασικός: είναι άχρονα. Το συγκεκριμένο στοιχείο γοήτευσε έναν φωτογράφο, που βεβαίως συνεργαζόταν με το πρακτορείο Magnum, αλλά ανέκαθεν απέρριπτε τον χαρακτηρισμό «φωτορεπόρτερ».

Ο ίδιος δεν ένιωθε αποκλειστικά συνδεδεμένος με το παρόν και τα γεγονότα, μολονότι πολλές από τις φωτογραφίες του προέκυψαν χάρη σε αποστολές του Magnum. Από την αρχή της δουλειάς του φάνηκε ο προβληματισμός του για τα στοιχεία που συνθέτουν την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Υπό αυτή την έννοια, τα ερειπωμένα μνημεία αποτέλεσαν για εκείνον μια οπτική μεταφορά. Τέλος, όντας ο ίδιος ένας άνθρωπος πάντα σε κίνηση, φωτογράφος νομάς, ένιωθε συγγένεια με τα στοιχεία της μεταβολής και της αταξίας. Φωτογραφίζοντας το χάος με τον δικό του τρόπο τις πεσμένες κολόνες σκορπισμένες στο έδαφος, τους γκρεμισμένους ναούς που έχουν «καταλάβει» αγριόχορτα, αποδίδει στα σπαράγματα του παρελθόντος το μεγαλείο τους.



Josef Koudelka, Ελευσίνα



Jean Gaumy, "Men at Sea"




O Jean Gaumy μεταξύ  1984 και 1998, πραγματοποίησε το όνειρό του, να κάνει ένα φωτογραφικό έργο στα αλιευτικά του Aτλαντικού ωκεανού. Εκεί μέσα στα τεράστια κύματα και τους αφρούς της θάλασσας γνώρισε τους σκληροτράχηλους ψαράδες, πέρασε μαζί τους ημέρες και νύχτες, πότε στο κατάστρωμα με τις νιτσεράδες και τα δίχτυα και πότε κατω στις καμπίνες, με το ασταμάτητο κούνημα.


 "Παντού όλα κουνιώταν από το λιπαρό καταβρώμικο δάπεδο, μέχρι τα τασάκια, τα ποτήρια και τα πιάτα σε έναν αέναο χορό, ανάγκαζες τον εαυτό σου να φάει και να πιεί ένα ποτηρί κρασί για να αντέξει σε αυτές τις συνθήκες". 


"Μιλούν και αστειεύονται, ενώ τριγύρω λυσσομανά η καταιγίδα και ο άνεμος. Ποιός θα έκανε μιά τέτοια δουλειά; Ποιός θα έβγαινε στη θάλασσα με τέτοιο καιρό και τέτοια  σαπιοκάραβα; Ποιός θα δούλευε 30 με 40 ημέρες σκληρής 18ωρης δουλειάς για να κερδίσει ένα πενιχρό μισθό;"







William Klein



Συνέντευξη   στο Χρίστο Καλίτση, Παρίσι 1994

Μας μίλησε για το ξεκίνημα του στη ζωγραφική, τις πρώτες του επαφές με τη φωτογραφία, τις εμπειρίες του με τη φωτογραφία μόδας και τη διαφήμιση, και για τα κινηματογραφικά του έργα. Μετανοιωμένος για τα χρόνια που ασχολήθηκε με τη διαφήμιση, φαίνεται να νοιώθει πως ήρθε ο καιρός να τα αναπληρώσει.


Πώς πρωτοβρεθήκατε στο Παρίσι;

Στο Παρίσι ήρθα ως στρατιώτης στη Σορβώνη. Είχα επιλεχθεί μαζί με άλλους είκοσι πέντε, μόλις μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου, μέσα στα πλαίσια του γαλλοαμερικάνικου προγράμματος φιλίας. Είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο πολύ νέος και μιλούσα γαλλικά. Έτσι έζησα εδώ, στο Παρίσι τα πρώτα έξι χρόνια. Έπειτα γύρισα στη Νέα Υόρκη όπου άρχισα να τραβάω αφηρημένα φωτογραφίες, συνεχίζοντας την απασχόληση μου με τη ζωγραφική. Έκανα κυρίως φωτογραφία ντοκιμαντέρ, και είχα κατά νού να κάνω ένα βιβλίο με φωτογραφίες της Νέας Υόρκης.

Τι σας έκανε να πιστεύετε ότι οι φωτογραφίες που τραβούσατε τυχαία, μπορούσαν να εκδοθούν σε βιβλίο;

Ήμουν αρκετά νέος ώστε να πιστεύω πως οτιδήποτε έφτιαχνα ήταν καλό. Όταν τραβούσα τις φωτογραφίες ήξερα ότι ήθελα να εκδοθούν σε βιβλίο. Είχα την ιδέα ότι θα είναι μια αναφορά στον ιδιαίτερο τρόπο που βλέπω την πόλη που ανατράφηκα, όντας μισός ευρωπαίος και μισός αμερικάνος γεννημένος στην Νέα Υόρκη από γονείς ουγγρικής καταγωγής.

Ήμουν κυρίως επηρρεασμένος από το ρεύμα του Μπαουχάους. Ασχολήθηκα με τη ζωγραφική, φωτογραφία, τυπογραφία, αρχιτεκτονική, σχέδιο. Είχα την ιδέα ότι ένας ζωγράφος πρέπει να κάνει τα πάντα, έτσι η φωτογραφία ήταν τμήμα του προγράμματος μου όπως και ο κινηματογράφος, κάπως έτσι έκανα και το βιβλίο για τη Νέα Υόρκη.

Τι έχετε να μας πείτε για τη σχέση σας με τη ζωγραφική;

Την πρώτη περίοδο που ήμουν στο Παρίσι συνεργάστηκα με τον Λεζέρ για μερικές βδομάδες η ατμόσφαιρα στο ατελιέ της σχολής δεν μου άρεσε, έτσι το ατελιέ του Λεζέρ ήταν μια καλή διέξοδος. Όταν γυρνούσα στο σπίτι συνέχιζα την δουλειά και του την έδειχνα την άλλη μέρα. Είχαμε κοντινή σχέση.
Αργότερα έκανα εκθέσεις και δούλεψα ένα διάστημα στην Ιταλία όπου σχεδίασα τοίχους σε συνεργασία με αρχιτέκτονες.



William  Klein

Helen Levitt


Η ζωή στους δρόμους της Νέας Υόρκης 



'Ηταν το αγαπημένο θέμα της φωτογράφου Helen Levitt, στις αρχές του '40. Οι φωτογραφίες της δεν αποσκοπούσαν στην εξιστόρηση ενός απλού γεγονότος ή στην καταγραφή μιας κοινωνικής κατάστασης. Δούλευε σε φτωχογειτονιές επειδή εκείνα τα μέρη έσφυζαν από ζωή και είχαν οπτικό ενδιαφέρον για τη φωτογράφο.

Οι φωτογραφίες της Levitt δεν αναφέρουν ασυνήθιστα γεγονότα. Οι περισσότερες από αυτές δείχνουν τα παιχνίδια των παιδιών, τις συζητήσεις και τις δουλειές των μεσήλικων, και τους γέρους να παρατηρούν τα όσα συμβαίνουν γύρω τους με καρτερικότητα. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στις φωτογραφίες της είναι το ότι αυτές οι ασήμαντες καθημερινές πράξεις της ζωής, εμφανίζονται να είναι όλο χάρη, δράμα, χιούμορ, πάθος, έκπληξη,  να είναι γεμάτες από τα χαρακτηριστικά της τέχνης, σαν να ήταν ο δρόμος μια σκηνή και οι άνθρωποι του ηθοποιοί, μίμοι και χορευτές.

Μερικοί ίσως να κοιτάξουν αυτές τις φωτογραφίες σήμερα και αναγνωρίζοντας σε αυτές την υψηλή τέχνη, να αναρωτηθούν για το τί συνέβη στην αξία της καθημερινής ζωής. Η ερώτηση υποδεικνύει ότι οι εικόνες της Levitt είναι μια αντικειμενική καταγραφή του πώς ήταν τα πράγματα στις Νεοϋρκέζικες γειτονιές στα 1940. Αυτή είναι μια πιθανή εξήγηση.
 Ίσως τα παιδιά να έχουν ξεχάσει πως να παίζουν πια με στυλ, οι γυναίκες πως να κουτσομπολεύουν και να παρηγορούν και οι γέροι πως να επιβλέπουν.




Helen  Levitt, New York 1947

Η στιγμή που περνά και δεν χάνεται...




Έχετε νιώσει ποτέ όπως ο πιτσιρικάς της φωτογραφίας; Μπορείτε να θυμηθείτε πότε;

Περπατούσα στην παραλία, ένα συννεφιασμένο απόγευμα του Ιούλη, όταν είδα τον ήρωα μας να μαζεύει, με την βοήθεια των δυο φίλων του τα καλάμια του πατέρα του. Όταν έφθασε η σειρά του συγκεκριμένου καλαμιού, τα μάτια του σπινθηροβόλησαν καθώς μάζευε την πετονιά του. Με το φόβο μήπως διαψευστεί, κράτησε το στόμα του κλειστό μέχρι να το δει να σπαρταράει μπρος στα πόδια του! Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται! Χάρηκε όπως μόνο ένα παιδί ξέρει να χαίρεται! Με περηφάνια το έδειξε στους φίλους του!
Με ακόμη περισσότερη περηφάνια πόζαρε, μαζί με τους φίλους του στο φακό! Αδύνατον να υποκριθείς τόση ευτυχία, την μοίρασε απλόχερα σε όλους μας.
Θυμάμαι πως και εγώ κάπως έτσι είχα αισθανθεί όταν έπιασα το πρώτο μου ψάρι! Ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη, έπειτα από ένα καλοκαίρι αρκετών προσπαθειών και απογοητεύσεων τα είχα καταφέρει! Τι κι αν ήταν ένα μικρό πετρόψαρο! Τι κι αν οι δικοί μου λέγανε πως το ψαράκι σίγουρα ήθελε να αυτοκτονήσει! Εγώ έλαμπα!
Ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος της γης και δεν μπορούσα να το κρύψω! Μακάρι να είχα και εγώ μια φωτογραφία που να μου θυμίζει εκείνη ακριβώς τη στιγμή! Μόνο η φωτογραφία έχει αυτή τη δύναμη! Να απομονώσει μια στιγμή από το παρελθόν και να τη ξαναπροβάλλει στο παρόν, κάνοντας την αιώνια!






κείμενο φωτογραφία : Μυλωνάς Βασίλης,
αναδημοσίευση, περιοδικό ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ,  Δεκέμβριος 2002
φωτό : Καβάλα, παραλία Κάριανης,  Canon Eos 3000N,  φακός Canon 28-80mm , φιλμ Kodak Tri-X ISO 400





Edward Weston, βλέποντας φωτογραφικά




Κάθε εκφραστικό μέσο επιβάλλει τους δικούς του περιορισμούς στον καλλιτέχνη, περιορισμούς που εξαρτώνται από τα εργαλεία, τα υλικά ή τις μεθόδους που χρησιμοποιεί. Στις παλαιότερες μορφές τέχνης αυτοί οι φυσικοί περιορισμοί είναι τόσο πολύ επιβεβλημένοι που θεωρούνται δεδομένοι. Επιλέγουμε τη μουσική ή το χορό, τη γλυπτική ή τη συγγραφή επειδή αισθανόμαστε ότι μέσα στο πλαίσιο αυτού του συγκεκριμένου μέσου μπορούμε να εκφράσουμε καλύτερα αυτό που θέλουμε να πούμε.






Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ

Η φωτογραφία αν και έχει περάσει τα εκατοστά της γενέθλια πρέπει να το πετύχει αυτό. Για να κατανοήσουμε του λόγους πρέπει να εξετάσουμε συνοπτικά το ιστορικό υπόβαθρο αυτής της νεώτερης των γραφικών τεχνών. Επειδή οι πρώτοι φωτογράφοι που επιχειρούσαν να παράγουν δημιουργικό έργο δεν είχαν κάποια παράδοση να τους καθοδηγεί, σύντομα άρχισαν να δανείζονται μια έτοιμη από τους ζωγράφους. Αναπτύχθηκε η πεποίθηση ότι η φωτογραφία ήταν απλώς ένα νέο είδος ζωγραφικής και οι υποστηρικτές της προσπαθούσαν με κάθε δυνατό μέσο να κάνουν τη φωτογραφική μηχανή να παράγει αποτελέσματα σαν των ζωγράφων. Αυτή η εσφαλμένη αντίληψη ήταν υπεύθυνη για πάρα πολλά τερατουργήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα της τέχνης. Αλλά μόνο αυτά δεν θα ήταν ικανά να βάλουν πίσω την ώρα στο φωτογραφικό ρολόι.




Sergio Larrain, ο μεγάλος Χιλιανός φωτογράφος



«…Μια μαγική εικόνα γεννιέται από μια κατάσταση χάριτος, η  χάρις εκδηλώνεται από την στιγμή που απαλλάσσεσαι από συμβιβασμούς και υποχρεώσεις, από τη στιγμή που μένεις ελεύθερος, όπως ένα μικρό παιδί στην πρώτη ανακάλυψη της πραγματικότητας. Στη συνέχεια το μόνο που μένει είναι να οργανώσεις το κάδρο…»

Sergio Larrain





Ο Sergio Larrain γεννήθηκε το 1931 στο Σαντιάγκο της Χιλής. Σπούδασε στις ΗΠΑ μουσική και δασοκομία πριν ασχοληθεί με τη φωτογραφία το 1949.
Με την επιστροφή από τις σπουδές του στη Χιλή αρχίζει να φωτογραφίζει στους δρόμους του Σαντιάγκο και του Βαλπαραΐσο. Η αγορά δύο φωτογραφιών του από το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης έγινε η έναρξη και ταυτόχρονα η καθιέρωσή του στο επάγγελμα του φωτογράφου.

O Larrain θαυμαστής του Bresson, θα  παρουσιάσει με τη πρώτη ευκαιρία στον Cartier τη δουλειά του "Los abandonados" (παιδιά του δρόμου του Σαντιάγκο), κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Ευρώπη. Ο Bresson εντυπωσιασμένος από τη δουλειά του Larrain τον καλεί να συμμετάσχει στο Magnum το 1960. Τότε αρχίζει και ταξιδεύει για λογαριασμό του Magnum καταγράφοντας από επικίνδυνες φωτογραφίες του πολέμου στην Αλγερία μέχρι τους νονούς της ιταλικής μαφίας, αυτή η δουλεία του δίνει και τη μεγάλη αναγνώριση.



Sergio  Larrain

Ο Jurgen Schadeberg και το περιοδικό "Drum"



«Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Η φωτογραφία μου ασχολείται με την απλότητα και την καθημερινότητά τους. Δεν κυνηγάω τις φωτογραφίες που προξενούν εντυπώσεις. Είμαι ένας ντοκιμαντερίστας φωτογράφος.»

Jurgen Schadeberg



Νότια Αφρική δεκαετία '50

Τo περιοδικό «Drum» ξεκίνησε την πορεία του το 1951 από δύο λευκούς, τον τυχοδιώκτη και συγγραφέα Μπομπ Κρισπ και τον Τζιμ Μπέιλεϊ, γιο ενός μεγιστάνα της χώρας, και με αρχισυντάκτες του εξέχουσες προσωπικότητες, σαν τους 'Αντονι Σάμπσον, Σιλβέστερ Στέιν και σερ Τομ Χόπκινσον.
Και ένας λευκός "ντράμερ" αυτής της μοναδικής δημοσιογραφικής μπάντας, που αποδείχθηκε πιο ροκ από πολλούς διάσημους ροκ σταρ, ήταν ο Βερολινέζος φωτορεπόρτερ Γιούργκεν Σάντεμπεργκ, που εγκατέλειψε λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το ερειπωμένο ακόμα από τους βομβαρδισμούς Βερολίνο, για μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τον ανελέητο ρατσισμό της λευκής μειονότητας προς τους μαύρους συμπολίτες τους.
Ο Σάντεμπεργκ έκανε πράγματα και θαύματα με την κάμερά του, γράφοντας ιστορία όχι μόνο με τις φωτογραφίες του, αλλά και με το ρόλο του ως δασκάλου και φίλου των πρώτων μεγάλων μαύρων φωτορεπόρτερ της Ν. Αφρικής, που μάθαιναν την τέχνη του φωτορεπορτάζ δουλεύοντας μαζί του στο «Drum». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σάντεμπεργκ θεωρείται ο πατέρας της φωτογραφίας της Ν. Αφρικής.

Στις σελίδες του περιοδικού έγραψαν νέοι μαύροι δημοσιογράφοι που έγιναν μετέπειτα μεγάλοι διανοούμενοι και συγγραφείς της χώρας τους, όπως οι Τοντ Ματσικίζα, Μπλόουκ Μοντισάνε, Καντέμπα, κ.α. Τα εξώφυλλα του περιοδικού φιλοξενούσαν καλλιτέχνες των νοτιοαφρικανικών γκέτο, σαν την τζαζ τραγουδίστρια Μίριαμ Μακέμπα, που έγινε μετά σταρ παγκόσμιας εμβέλειας.
Η δεκαετία 1950-1960 ήταν η χρυσή εποχή του περιοδικού, μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από δραματικά γεγονότα στην κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ζωή των μαύρων της Ν. Αφρικής, όπως η αντιρατσιστική εκστρατεία Defiance Campaign το 1951-52, η κατεδάφιση του γκέτο του Sophiatown το 1955 και η σφαγή 69 μαύρων διαδηλωτών από την αστυνομία στο γκέτο του Sharpeville το 1960.



Jurgen Schadeberg


Από το Blogger.
Back to Top