Στέφανος Δασκαλάκης

 



Η ζωγραφική σαν εικόνα και ύλη




Από τη δεκαετία του εβδομήντα και ύστερα, η ζωγραφική, και ειδικότερα η παραστατική ζωγραφική, δημιουργεί κατά περιόδους κυρίαρχες τάσεις στη σύγχρονη τέχνη, ανανεώνοντας και ισχυροποιώντας έτσι τη θέση της ανάμεσα στις υπόλοιπες καλλιτεχνικές εκφράσεις των εικαστικών τεχνών. Η τελευταία δεκαετία είναι μια τέτοια περίοδος άνθησης του ενδιαφέροντος για τη ζωγραφική. Ερωτήματα, όπως ο νέος ρόλος της ζωγραφικής και ό,τι αντιπροτείνει σε σχέση με τον έντονο και κυρίαρχο στην τέχνη εννοιολογισμό, απασχολούν τον χώρο της σύγχρονης τέχνης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δουλειά του Στέφανου Δασκαλάκη αποκτά έναν επίκαιρο χαρακτήρα. Εκτός όμως από την επιλογή του συγκεκριμένου μέσου, υπάρχει και ένα πρόσθετο, ανεξάρτητο ενδιαφέρον, που εντοπίζεται στον τρόπο δουλειάς του καλλιτέχνη. Ο Δασκαλάκης είναι ένας από τους λίγους ζωγράφους που δουλεύει από ζωντανό μοντέλο, είτε αυτό είναι ένα πορτρέτο ή μια ανθρώπινη φιγούρα είτε μια νεκρή φύση. Ακολουθεί δηλαδή μια παραδοσιακή μέθοδο ζωγραφικής που ελάχιστοι σύγχρονοι ζωγράφοι εξασκούν συστηματικά.

Στη δουλειά του ζωγράφου, η παρατήρηση και η σημασία μιας πραγματικότητας απτής και παρούσας την ώρα της ζωγραφικής πράξης είναι προϋπόθεση και μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Το στήσιμο του μοντέλου στο ατελιέ και η κατάλληλη «σκηνογραφία» της εικόνας απαιτούν και αυτές άλλωστε τη «φυσική» εμπλοκή του ζωγράφου.

Ο ίδιος θεωρεί ότι η επιλογή του να ζωγραφίζει από ζωντανό μοντέλο ίσως να αποτελεί μια αντίσταση στον υπερβολικό εννοιολογισμό που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σύγχρονη τέχνη αλλά τη ζωή γενικότερα. Σε μία εποχή που ο ίδιος περιγράφει ως υπερβολικά «διανοητική», αντιτάσσει μια ζωγραφική και έναν τρόπο δουλειάς που κινητοποιούν και καλλιεργούν πρωτίστως τις αισθήσεις. Η ζωγραφική του δεν περιορίζεται σ’ ένα οπτικό αποτέλεσμα αλλά αποτελεί και ένα ερέθισμα για την αφή.





Στέφανος Δασκαλάκης





Στις ενδιαφέρουσες και στοχαστικές απόψεις του για την τέχνη, ο Δασκαλάκης επανέρχεται συχνά στην ιδέα της «υλικής οντότητας της ζωγραφικής», στη ζωγραφική ως «αντικείμενο» και όχι μόνο ως εικόνα. Ήδη από το 1987, σημειώνει στον κατάλογο της ατομικής του έκθεσης (στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας – Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα) ότι «ίσως οι εικαστικές τέχνες να είναι λιγότερο οπτικές και περισσότερο τέχνες της Αφής». Περιγράφει μάλιστα το βλέμμα που «αγγίζει τα αντικείμενα και νιώθει το φως να κάθεται με τρόπο σωματικό πάνω στις επιφάνειες των πραγμάτων».

Τα επάλληλα στρώματα χρώματος στα έργα –κυρίως τα μεταγενέστερα– αλλά και η εξπρεσιονιστική γραφή καθρεφτίζουν την έμφαση αυτή στη ματιέρα και την ύλη. Ποσότητες χρώματος πάνω στον καμβά χτίζουν μια ζωγραφική επιφάνεια που έχει «σάρκα» και φέρει τη μνήμη της ζωγραφικής πράξης. Η οπτική και απτική όψη της ζωγραφικής συνυπάρχουν.

Στις νεκρές φύσεις –χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες με τα φρούτα και τους ξηρούς καρπούς που είναι πεσμένα στο πάτωμα– το απτικό στοιχείο και η υλικότητα έρχεται σε αντιπαλότητα με μια εικόνα φθοράς και εγκατάλειψης. Σαφώς επηρεασμένοι από τις «vanitas» της ολλανδικής ζωγραφικής, οι πίνακες αυτοί υποδηλώνουν την πάλη της ύπαρξης απέναντι στη φθορά του χρόνου.

Στα γυμνά ή τα ολόσωμα πορτρέτα, που αποτελούν και την πρόσφατη δουλειά, το δέρμα αποκτά υφή και σχεδόν γλυπτική υπόσταση.

Παρά τη σημασία που αποδίδει στην ύλη και την πραγματικότητα, ο Δασκαλάκης όμως δεν αποσκοπεί στην αναπαράστασή της. Οι άνθρωποι που βλέπει να περπατούν στον δρόμο, ο κόσμος της καθημερινότητας, μπορεί να λειτουργεί ως έμπνευση για τον ίδιο, σκοπός όμως δεν είναι η αποτύπωση της πραγματικότητας αλλά το άυλο στοιχείο – ο ψυχισμός, μια πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση αλλά και στοιχεία καθαρά ζωγραφικά, όπως οι ιδιότητες του φωτός και του χρώματος.

Η παρουσία του φυσικού λειτουργεί ως ένα είδος πρόκλησης. Θέτει όρια και με αυτήν την έννοια, είναι, σύμφωνα με τον ζωγράφο, μια μορφή αντίστασης, ένα εμπόδιο. Σύμφωνα με τον καλλιτέχνη, η αντίσταση αυτή είναι που παράγει και την τόσο επιθυμητή για τον ίδιο ένταση στη ζωγραφική του. Η ένταση επιτυγχάνεται μέσα από τις έντονες σκιές, το φως που συχνά αποτυπώνεται σαν να εισέρχεται διαγωνίως (ο ζωγράφος χρησιμοποιεί πάντα τεχνητό φως και όχι το φυσικό φως που αλλάζει με την ώρα της ημέρας), και τη ματιέρα. Σε κάποια ολόσωμα πορτρέτα, η γωνία λήψης που μοιάζει να τοποθετείται ψηλά στον χώρο, εντείνει τη δραματικότητα και δημιουργεί την εντύπωση μιας περιδίνησης.

Στα περισσότερα έργα, έχει κανείς την αίσθηση της κίνησης, μιας κατάστασης αβέβαιης και ρευστής, μιας υπόγειας και ενίοτε απειλητικής ατμόσφαιρας. Το σκοτεινό και το βίαιο στοιχείο στη ζωγραφική γοητεύουν τον Δασκαλάκη. Ανάμεσα στους κλασικούς ζωγράφους που θαυμάζει, ξεχωρίζει τον Nicolas Poussin για τον τρόπο που συνδυάζει στη ζωγραφική του μια κατάσταση ηρεμίας με μια μυστηριώδη ατμόσφαιρα υπόγειας έντασης.

Σημαντική μορφή για τον Δασκαλάκη είναι και ο Γιάννης Τσαρούχης (ο οποίος γράφει ένα μικρό σημείωμα στο έντυπο της πρώτης ατομικής έκθεσης του Δασκαλάκη το 1982). Σε μια εποχή που κυριαρχούσε η αφηρημένη ζωγραφική, ο Δασκαλάκης θεωρεί αξιοθαύμαστη την αφοσίωση του Τσαρούχη στο ιδίωμα μιας παραστατικής ζωγραφικής.

Ο Δασκαλάκης, μαζί με κάποιους άλλους παραστατικούς ζωγράφους της ίδιας περίπου ηλικίας, είναι συνεχιστής αυτής της παραστατικής ζωγραφικής. Στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας φοίτησε στο ατελιέ του Γιώργου Μαυροΐδη. Στο Παρίσι, όπου μετά τη Lyon, συνέχισε τις σπουδές του, επέλεξε, το ατελιέ του Leonardo Cremonini, όπου φοίτησαν και άλλοι Έλληνες παραστατικοί ζωγράφοι της γενιάς του.









Η ζωγραφική του Δασκαλάκη διαμορφώνεται σε μια εποχή «επιστροφής του ρεαλισμού» (με την έννοια του όρου ως παραστατικότητα). Ήδη από τη δεκαετία του 1970, σημειώνεται μια διεθνής τάση που αντιδρά στην κυριαρχία του φορμαλισμού και εκφάνσεων της τέχνης όπως ο μινιμαλισμός, και προτείνει μια ζωγραφική παραστατική. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο καλλιτέχνης επιστρέφει στην Ελλάδα και κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση, ο νεοεξπρεσιονισμός βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγχρονης τέχνης. Στα πρώτα του εκείνα έργα ζωγραφίζει μεγάλους σάκους εμπορευμάτων. Το θέμα είναι ένα πρόσχημα για να ασχοληθεί ο ζωγράφος με το φως, τη ματιέρα και τις ποιότητες της ζωγραφικής, τα ζητήματα που τον απασχολούν αδιάλειπτα από τότε. Η συγκέντρωση σε κάποια μόνο θέματα –τους εσωτερικούς χώρους, τις νεκρές φύσεις, τα πορτρέτα και την ανθρώπινη φιγούρα– υποδηλώνει εξάλλου την προτεραιότητα στις ιδιότητες της ζωγραφικής και όχι στο θεματικό εύρος.

Παρ’ ότι εκπρόσωπος της παραστατικής ζωγραφικής, ο Δασκαλάκης δεν διαχωρίζει την αφαίρεση από την παραστατικότητα, όταν αναλύει τις ιδιότητες της ζωγραφικής. Οι προκλήσεις και τα «ζητήματα» της ζωγραφικής παραμένουν τα ίδια και στις δύο περιπτώσεις. Ένα έργο παραστατικής ζωγραφικής εμπεριέχει την αφηρημένη τεχνοτροπία, διότι κάθε κομμάτι της ζωγραφικής επιφάνειας μπορεί να απομονωθεί και να αποτελέσει ένα αυτόνομο έργο αφηρημένης σύνθεσης. Εντέλει όμως, η αξία ενός έργου δεν κρίνεται από αποκομμένες λεπτομέρειες αλλά από το σύνολό του, όπως από τον τρόπο δένουν οι όγκοι, οι χρωματικές κηλίδες και η ματιέρα μεταξύ τους.

Το πότε κρίνει ο ζωγράφος ότι το έργο έχει ολοκληρωθεί είναι μια κρίσιμη απόφαση που καθορίζει το τελικό αποτέλεσμα. Αν και πιστεύει στις συμπτώσεις και στη γρήγορη ολοκλήρωση ενός έργου, ο Δασκαλάκης δουλεύει με επιμονή και για μεγάλο χρονικό διάστημα την κάθε ζωγραφική επιφάνεια. «Βασανίζει» τη σύνθεση, εναποθέτει το ένα ζωγραφικό στρώμα πάνω στο άλλο αλλά πολλές φορές καταλήγει να καταστρέψει το ίδιο το έργο. Αυτή η επίπονη δουλειά εξηγεί άλλωστε τις σχετικά λίγες ατομικές εκθέσεις του ζωγράφου.

Το έργο, πάνω στο οποίο ένας ζωγράφος έχει αφιερώσει ώρες δουλειάς, είναι εκείνο που, κατά τη γνώμη του Δασκαλάκη, έχει τις περισσότερες πιθανότητες να έχει διάρκεια, να αντέχει σε διαφορετικές προσεγγίσεις και να παρουσιάζει ενδιαφέρον, ιδωμένο από κοντινή αλλά και μακρινή απόσταση. Παρ’ όλα αυτά, ο Δασκαλάκης, θεωρεί ότι ένα έργο παραμένει πάντα ανοιχτό. Αυτό που έρχεται σε τέλος δεν είναι η σύνθεση αλλά τα όρια του ζωγράφου, οι δυνατότητές του. Η πρόκληση της ζωγραφικής και η περιπέτεια της ζωγραφικής πράξης παραμένουν ανεξάντλητες. Η δουλειά του Στέφανου Δασκαλάκη είναι μια διαρκής εξερεύνηση αυτής της ζωγραφικής γλώσσας και μια άσκηση του βλέμματος πάνω στον πλούτο που εμπεριέχουν οι όψεις των πραγμάτων.


 


κείμενο : Αλεξάνδρα Κοροξενίδη

Από τον κατάλογο της έκθεσης «Το βλέμμα του χρόνου – Ιστορίες εικόνων: Πίνακες από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου»
















Στέφανος Δασκαλάκης



Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1952. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητή τον Γιώργο Μαυροΐδη (1970-1974). Συνέχισε τις σπουδές του στη Lyon και στο Παρίσι (1978-1981). Αργότερα ως ακροατής παρακολούθησε το εργαστήριο του Leonardo Cremonini στην École nationale supérieure des Beaux-Arts του Παρισιού. Το 1982 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου εγκαθίσταται στην Αθήνα. Μαζί με την Ειρήνη Ηλιοπούλου, τον Γιώργο Ρόρρη, τον Εδουάρδο Σακαγιάν και τη Μαρία Φιλοπούλου σχηματίζουν μια άτυπη ομάδα «επιστροφής στη ζωγραφικότητα». Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, στο Μουσείο Φρυσίρα, στην Πινακοθήκη Κουβουτσάκη, στη Συλλογή του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή και σε άλλες ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, στη Γαλλία και στο Βέλγιο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.










Στέφανος Δασκαλάκης, σκέψεις για την ζωγραφική μου...




Ομοιότητες Ζωγραφικής και Φωτογραφίας...


"Το να ζωγραφίζεις ανθρώπους είναι εξαιρετικά γοητευτικό. Η ανθρώπινη παρουσία έχει τέτοια ένταση, που πολλές φορές, ήδη από τις πρώτες πινελιές πάνω στο τελάρο, μόλις γίνει ένα μάτι, με την πρώτη ένδειξη ενός βλέμματος, νιώθεις ότι το τελάρο σου έχει κατοικηθεί. Να συμπεράνουμε ότι αυτό βολεύει τον ζωγράφο; Πώς είναι πιο εύκολο; Όχι, γιατί αρκεί μια ελάχιστη αστοχία, μια γραμμή, για να μετατρέψει την έκφραση ενός προσώπου σε μορφασμό.

Η ζωγραφική που κάνω έχει σαν αφετηρία ό,τι βλέπω κάθε μέρα γύρω μου. Είναι η φυσική συνέπεια των ερεθισμάτων που δέχομαι απ’ ό,τι με περιτριγυρίζει. Είναι φορές που μένω αποσβολωμένος μπροστά σε ένα βλέμμα, μια φυσιογνωμία, μια χειρονομία.

Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι μπορεί να σκέφτονται για μένα όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που πολλές φορές τους κοιτάζω τόσο επίμονα στο δρόμο ή στο μετρό, στις μετακινήσεις μου μέσα στη πόλη. Για μένα όμως έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί έκπληκτος, κάθε φορά, ανακαλύπτω ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, αν μπορέσεις να δεις λίγο πιο πέρα από την καθημερινότητά τους, αποκαλύπτονται σαν κάτι το αρχαϊκό, κάτι που υπερβαίνει το χρόνο και που με μεγάλη ευκολία συναντά τις συμβολικές μορφές που μας έχει παραδώσει η τέχνη και η λογοτεχνία του παρελθόντος. Αυτό άλλωστε με κάνει να μπορώ να απολαμβάνω εξίσου ένα σπουδαίο έργο του μπαρόκ όσο και μια σταλαγματιά από χρώμα στα σανίδια του εργαστηρίου μου. Νομίζω πως είναι πολύ σχετικό με όλα αυτά κάτι που γράφει ο Σεφέρης στο ημερολόγιό του, τα Χριστούγεννα του 1965

«Κατέβαινα προς την παλιά αγορά ένα ζευγάρι ανηφόριζε. Ο άντρας αψηλός, νέος ακόμη, και αλλήθωρος, η γυναίκα ακολουθώντας πέντε - έξι βήματα πίσω· τόσο αλλήθωρος που, ενώ μιλούσε σ’ αυτήν, νόμισα πως μου μιλούσε εμένα. Τι να κάνουμ’ αφού μας έδωσαν κλειδί άλλ’ αντ’ άλλο· τι φταίξαμ’ εμείς;». Και σημειώνει «Καβαφική σκέψη».

Τέτοιου είδους αφορμές παίρνω και εγώ από το περιβάλλον , μόνο που το είδος της δικής μου ευαισθησίας με κάνει να αντιλαμβάνομαι καλύτερα αυτά που έχουν σχέση με την όραση, που έχουν όχημα το φως.

Για μένα, η μετάβαση απ’ αυτό που λέμε καθημερινότητα στην ποίηση δεν γίνεται με μία φράση που θα ακούσω, αλλά από ένα γυάλισμα στο μάτι ή την λάμψη πάνω σ’ ένα αντικείμενο ή το τσάκισμα ενός ρούχου.








Κάποια στιγμή, μετά από πολύ καιρό, αφότου τις είχα ζωγραφίσει, συνειδητοποίησα ότι η φιγούρα της "Ιωάννας που κρατάει την τσάντα" και η άλλη με τις μαύρες μπότες, που τις ζωγράφισα το 2004, είναι ίδιες και απαράλλαχτες με τις γυναίκες, που έβλεπα στον Πειραιά όταν ήμουν μικρός. Κάτι τέτοιες διαπιστώσεις με κάνουν να νοιάζομαι λίγο για το τι είναι νέο και τι είναι παλιό, αφού είναι τόσο ανακατεμένα όλα αυτά μεταξύ τους και να κοιτάζω το πώς θα σκάψω πιο βαθιά σ’ αυτό που αισθάνομαι για τον κόσμο και τα πράγματα. Βιώματα αυτού του είδους μου δίνουν το κλειδί για να καταλάβω αυτό που έγραψε κάποιος άλλος στο ημερολόγιό του, ένας ζωγράφος αυτή τη φορά, ο Ντελακρουά, στις 15 Μαΐου του 1824: «Αυτό που κάνει τα μεγάλα πνεύματα ή ακριβέστερα αυτό που κάνουν τα μεγάλα πνεύματα δεν είναι οι καινούριες ιδέες, αλλά είναι η ιδέα, ιδέα που τους κατακυριεύει ότι, ό,τι έχει ειπωθεί δεν έχει ειπωθεί ακόμα επαρκώς.»

Όλα τα έργα μου έχουν γίνει από το φυσικό. Τα έργα μου τα κάνω κοιτώντας πραγματικούς ανθρώπους, τα μοντέλα μου, ζώντας μαζί τους, μετέχοντας στην πραγματική τους ζωή, καθώς το κάθε έργο μου, παίρνει αρκετό καιρό για να το κάνω και νομίζω ότι αυτό με βοηθάει να κάνω μια ζωγραφική που να αφορά την αληθινή ζωή και με προστατεύει από τις φαντασιώσεις μου και τα πάσης φύσεως ιδεώδη, τα οποία βλέπω με καχυποψία, ξέροντας πως συχνά δεν είναι παρά εσωτερικεύσεις άνωθεν εντολών και κατεστημένων παραδοχών."




επιμέλεια: J.Eco

πηγές: stefanosdaskalakis.com - felioscollection.gr




























Από το Blogger.
Back to Top