Grant Wood "American Gothic"

 

Ο πιο διάσημος πίνακας στις ΗΠΑ




Στιγμιαία αναγνωρίσιμος σε εκατομμύρια ανθρώπους από το Όρεγκον έως την Οσάκα, λίγοι από τους οποίους ξέρουν το όνομά του, και ακόμα λιγότεροι ξέρουν το όνομα του ζωγράφου.

Το αριστούργημα του Γκραντ Γουντ έχει γίνει ένας από τους σπάνιους πίνακες που αναφέρονται συχνά σε παρωδίες, διαφημίσεις, ταινίες και καρτούν, που είναι τόσο γνώριμοι ώστε να μπορούν εύκολα να γίνουν αναγνωρίσιμοι με ένα γρήγορο σκίτσο ή ακόμη και από μια λεπτομέρεια, όπως το τοξωτό παράθυρο. Ακόμη κι αν δε γνωρίζουμε τον τίτλο του, το American Gothic είναι πλέον το ίδιο παροιμιώδες με τη Μόνα Λίζα, την Έναστρη Νύχτα και την Κραυγή, κάτι που δεν αγνοούν οι παρωδοί, οι οποίοι έχουν τοποθετήσει κατά καιρούς με Photoshop τα αστέρια του Βαν Γκογκ στον ουρανό της Αϊόβα πάνω από αυτήν τη μυτερή οροφή, έχουν βάλει τη Λίζα του Λεονάρντο στο οικογενειακό ειδύλλιο έχουν παντρέψει  τον Γκραντ Γουντ με τον Έντβαρντ Μουνκ!

Αλλά είναι όντως αγρότης αυτός ο άνθρωπος, από το δυνατό χέρι του οποίου μεγαλώνει σα δέντρο το δικράνι; Θα ήταν μετριοπαθές το να πούμε ότι οι γνώμες διίστανται όλα αυτά τα χρόνια. Διότι αυτή η εκπληκτική εικόνα  τόσο απλή και άμεση όσο η μικρή πόλη της Αϊόβα που παρουσιάζει, τόσο απλή όσο το καλοκαιρινό σκηνικό, αποδεικνύεται μοναδικά αμφιλεγόμενη και μυστηριώδης. Είναι ένας φόρος τιμής σε αυτούς τους σκληρά εργαζόμενους ανθρώπους, με την ηθική ακεραιότητα και την ετοιμότητα ενάντια στις σκληρές στερήσεις της Μεγάλης Ύφεσης, όπως πιστεύουν τόσοι Αμερικανοί ή είναι ένα κρυφά σατιρικό έργο; 




Grant Wood  "American Gothic"



Ζωγράφισε ο Γουντ έναν ύμνο προς τιμήν των γειτόνων του στο Σίνταρ Ράπιντς ή κατακρίνει την αυστηρή στενοκεφαλιά τους; Η έκθεση “America After the Fall, Painting in the 1930s” στη Royal Academy του Λονδίνου, το επίκεντρο της οποίας είναι το έργο, δίνει την ευκαιρία στους επισκέπτες να αποφασίσουν. Διότι το "American Gothic" ζει κυρίως μέσα από τις αναπαραγωγές του, έντονα αξιομνημόνευτο ακόμη και για αυτούς που δεν το έχουν δει ποτέ από κοντά. Η δύναμη που έχει είναι εξαιρετική από κάθε άποψη,  το έργο δεν έχει φύγει ποτέ ξανά από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Είναι η καθαρότητα της εικόνας που σου χτυπάει αρχικά σαν τη καρφίτσα που φορά η γυναίκα, καλοφτιαγμένη σαν το ξύλινο σπίτι, άψογη σαν τη σιδερωμένη ποδιά της... Τα πάντα ταιριάζουν και τα πάντα είναι σε τέλεια σειρά. Επίπεδο, φαινομενικά απλό, με προσεκτικές λεπτομέρειες, τόσο άκαμπτα μετωπικό όσο ένας πίνακας της Αναγέννησης, με κάθε τμήμα τόσο ξεκάθαρο και ξεχωριστό, είναι να απορεί κανείς που ο πίνακας του Γουντ αναπαράγεται τόσο εύκολα.

Εδώ υπάρχει μια αμερικανική Εδέμ, με μπλε ουρανό και παχουλά δέντρα, κατοικημένη από μια αδύνατη Εύα και ένα σκληραγωγημένο Αδάμ, των οποίων οι κόποι επιβραβεύονται με καθαρή επιβίωση και των οποίων η αρετή κατοχυρώνεται από την πρόσοψη που μοιάζει με εκκλησία από πίσω τους. Φαίνεται να είναι σχεδόν το αρχέτυπο της αγροτικής ζωής. 

Κάποιοι όμως βλέπουν τον άντρα ως έναν ακραίο ιεροκήρυκα αντί για έναν αγρότη, με το δικράνι του να αποτελεί αντικείμενο κάποιου σκληρού κηρύγματος.   'Αλλοι τον βλέπουν ως έναν υπάλληλο μικρής πόλης, που έχει επιστρέψει στο σπίτι από τη δουλειά και έχει βγει με το τζιν του για να δώσει σανό στις αγελάδες του στο στάβλο.

Η γυναίκα είναι η σύζυγός του που τον στηρίζει, άκαμπτη όπως ο άντρας της  ή  ίσως  να είναι η παρθένα κόρη του, της οποίας την τιμή υπερασπίζεται με το δικράνι;  Ίσως, με την αντίκα καρφίτσα της και την παλιομοδίτικη πλεξούδα της, πραγματικά να πιστεύει σε παλιομοδίτικες αξίες ή ενδεχομένως να είναι έτοιμη να το σκάσει από αυτήν τη φυλακή, με τη μαρτυριάρα μπούκλα από τα μαλλιά της να ξεφεύγει σαν ένα σημάδι από το μέλλον.






Είναι ένα φαρισαϊκό ζευγάρι, πιθανότατα αμετανόητων πουριτανών Ρεπουμπλικανών, τόσο σεμνότυφων όσο τα ρούχα τους, χωρίς καθόλου μουσική στη ζωή τους ή να είναι ακριβώς το αντίθετο; Αμερικάνοι ήρωες, πουριτανοί του λιβαδιού που κουβαλούν το πνεύμα των Πατέρων του Έθνους, που ζουν σκληρή ζωή αλλά δεν τα παρατάνε ακόμα και κατά τη διάρκεια της καταστροφικής ξηρασίας του 1930, όταν δεν υπήρχε πρακτικά καθόλου σανό για να μαζέψουν.

Κάθε αντίθετη ερμηνεία έχει προκαλέσει και μια παρωδία, ακόμη και οι παρωδίες έχουν απομιμήσεις. Το "American Gothic" θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι το έργο με τις περισσότερες παρωδίες στην ιστορία. Ο Lyndon και η Lady Bird, ο Ronald και η Nancy, ο Bill και η Hillary, ο Barack και η Michelle, η Μπάρμπι και ο Κεν, ο Χόμερ και η Μάρτζ, ο Κέρμιτ και η Μις Πίγκι (με την καρφίτσα να δείχνει έναν χοιροτρόφο), όλοι έχουν σταθεί μπροστά από αυτή την πρόσοψη, όπως θα γίνει και με τον Donald Trump και τη Melania.








Το κτίριο είναι σχεδόν τόσο διάσημο όσο ένας άλλος Λευκός Οίκος, το έργο δεν μπορεί να αντισταθεί σε κομματικές πολιτικές. Και κάθε φορά που εμφανίζονται αυτές οι παρωδίες βάζοντας στη θέση του ντουέτου της πόρτας Αμερικάνους αντιπροσωπευτικούς κάποιου είδους να επικοινωνούν την όμορφη διαύγεια του πίνακα, με τη  σύνθεσή του, αλλά και το μυστήριό του.


Ο Γκραντ Γουντ γεννήθηκε στην Αναμόσα της Αϊόβα το 1891. Ήταν μόλις 10 ετών όταν ο πατέρας του πέθανε και η μητέρα του μετακόμισε τη μικρή της οικογένεια στο Σίνταρ Ράπιντς. Εκεί μπήκε σε οικοτροφείο, δούλευε για ελάχιστα χρήματα σε ένα μεταλλουργείο και τελικά κατάφερε να μπει στο School of the Art Institute του Σικάγο το 1913. Οι πρώιμοι πίνακές του με τα κυματιστά τοπία της Αϊόβα είναι ελκυστικοί, αν και ανώνυμοι. Τη δεκαετία του '20 έκανε τέσσερα ταξίδια στην Ευρώπη και εντυπωσιάστηκε με τους βορειοευρωπαίους ζωγράφους που είδε εκεί, κυρίως στο Μόναχο. Θαύμαζε τον Ντύρερ, τον Βαν Άυκ και τον Χανς Μέμλινγκ.  Οι πίνακές του επηρεάστηκαν από τη λιτή μετωπικότητά τους, την έντονη ακρίβεια και την απλότητα της φόρμας. Ο κριτικός τέχνης Lincoln Kirstein τον είχε αποκαλέσει μάλιστα Μέμλινγκ της Αϊόβα.

Εκεί που άλλοι ζωγράφοι γύριζαν από την Ευρώπη ονειρευόμενοι μια νέα τέχνη της πρωτοπορίας  στις Ηνωμένες Πολιτείες,  μετακυβιστική ακόμη και αφηρημένη τέχνη, όπως δείχνει η έκθεση στη Royal Academy, ο Γουντ είχε εντελώς διαφορετικές ιδέες. Στο Παρίσι είχε πει στο δημοσιογράφο William Shirer ότι: "επiστρέφω σπίτι για να ζωγραφίσω αυτές τις αναθεματισμένες αγελάδες, τους στάβλους και τις αυλές τους,  τα καλαμποκοχώραφα και τα μικρά κόκκινα σχολικά κτήρια, τις γυναίκες με τις ποδιές τους, τους άντρες με τις αγροτικές σαλοπέτες και τα κουστούμια τους.  Αυτό δεν έκανε και ο Σίνκλερ Λιούις με το γράψιμό του; Ανάθεμα, αυτό μπορείς να το κάνεις και στη ζωγραφική ! ”

Η μνεία του στον Λιούις αποτελεί σημάδι, επειδή το αριστούργημά του "Main Street" αδιαμφησβήτητα σατιρίζει τον αυστηρό συντηρητισμό της ζωής στις μικρές πόλεις. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, Κάρολ Μίλφορντ, θέλει απεγνωσμένα να ξεφύγει, και τελικά καταφέρνει να πάει στην Ουάσινγκτον για να επιστρέψει, νικημένη. Αλλά αν υπάρχει κάποιο ίχνος της Κάρολ στην καταπιεσμένη έκφραση της γυναίκας στο "American Gothic"  είναι μια άλλη υπόθεση.. .

Ο Γκραντ Γουντ είναι ο διασημότερος πολίτης του Σίνταρ Ράπιντς, το σπίτι και το εργαστήριό του πλέον είναι μουσείο, ενώ το μικρό σχολικό κτίριό της πόλης  απεικονίζεται σε νόμισμα της Πολιτείας της Αϊόβα που το 2004 έκοψε ένα 50λεπτο του δολαρίου προς τιμήν του Grant Wood. Τα στοιχεία που απεικονίζονται πάνω στο νόμισμα περιλαμβάνουν, τους αγρούς, το μικρό Σχολείο, τη δασκάλα και τους μαθητές που φυτεύουν ένα δέντρο.




Ο δε πίνακάς  με το γοτθικό σπίτι του μαραγκού με τις αιχμηρές αψίδες και τη δίρριχη στέγη - που μας παραπέμπει στις πέτρινες κατασκευές του Μεσαίωνα - καμωμένη με σανίδες πεύκου, έκανε το γραφικό αυτό αρχιτεκτονικό στυλ γνωστό σε ολόκληρο το κόσμο. 

Ο Γουντ είδε αυτό το σπίτι τον Αύγουστο του 1930, καθώς δίδασκε τέχνη στην πόλη Έλντον της Αϊόβα. Εντυπωσιασμένος από την παραδοξότητα ενός μικρού ξύλινου σπιτιού με ένα μεγάλο γοτθικό παράθυρο, σταμάτησε εμπρός του για να κάνει ένα σκίτσο του. Όταν επέστρεψε σπίτι του, επιμήκυνε το παράθυρο και σκέφτηκε να προσθέσει κάποιους ιδιοκτήτες. “Φαντάστηκα Αμερικάνους σε γοτθικό στυλ, με τα πρόσωπά τους επιμηκυμένα για να ταιριάζουν με το γοτθικό σπίτι”, είπε σε μια συνέντευξη.



Τρεις μήνες αργότερα ο πίνακας κέρδισε το χάλκινο βραβείο στο Art Institute του Σικάγο, το οποίο αγόρασε κατευθείαν το έργο όπου και βρίσκεται κρεμασμένο εκεί από τότε  καλωσορίζοντας το κοινό.

Άνθρωποι ποζάρουν για μια selfie και αναπόφευκτα ταιριάζουν με τη μία, σα φιγούρες τοποθετημένες σε μια παραθαλάσσια πινακίδα με τρύπες για τα κεφάλια, όρθια υποκατάστατα για το όρθιο ζευγάρι. Και αυτή η κοσμική τριάδα του σπιτιού και των ιδιοκτητών του αντηχεί και σε άλλες κατακόρυφες γραμμές σε όλο τον πίνακα.  Τα τρία δόντια του δίκρανου κάνουν ρίμα με το μπούστο της φόρμας εργασίας, με τις ρίγες στο πουκάμισο, τα κουφώματα του παραθύρου, ακόμη και με τον έξυπνα τοποθετημένο κάκτο πίσω αριστερά στο περβάζι. 





Η σκεπή ενώνει τα δύο κεφάλια, το χρυσό κουμπί του κολάρου αγρότη επαναλαμβάνεται στο αλεξικέραυνο στην οροφή. Ακόμα και το μοτίβο της ποδιάς επαναλαμβάνεται στο στόρι του διάσημου παράθυρου , ενός παράθυρου που ο Γουντ ομολόγησε ιδιωτικά ότι το έβρισκε παράδοξο.

Η γυναίκα είναι η αδελφή του Γουντ , η Ναν, σε ηλικία τότε 31 χρονών. Ο άντρας είναι ο οδοντίατρός του, Dr Byron McKeeby, που επέβλεπε την ουλίτιδα του ζωγράφου. Ο Γουντ τους έντυσε και τους δύο σα να βγήκαν από το παλιό οικογενειακό του άλμπουμ.  Για τον άντρα παράγγειλε ταχυδρομικά μια αποικιακού σχεδίου ποδιά και φόρμα εργασίας από μια παλιά βιοτεχνία στο Σικάγο, για τη γυναίκα  ζήτησε ένα φόρεμα εκτός μόδας, έτσι η Ναν έβαλε ένα  από τα παλιά φορέματα της μητέρας της.

 Όταν παρουσιάστηκε ο πίνακας, η διακοσμητική κορδέλα ξαναήρθε στη μόδα. Επομένως, αυτό που θα γινόταν η πεμπτουσία της ζωής στην ύπαιθρο στην καρδιά της Αμερικής, ήταν ένα είδος πίνακα εποχής, ένα εξαρχής επινόημα.





Τα δύο μοντέλα δεν πόζαραν ποτέ μαζί για τον πίνακα, συναντήθηκαν μόνο για μια φωτογραφία την οποία έβγαλαν δίπλα στον πίνακα το 1942. Αυτή η λήψη δείχνει τον οδοντίατρο με ένα καλοφτιαγμένο κουστούμι από τουίντ και τη Ναν με ένα στιλάτο κούρεμα σε στυλ Μαρσέλ,  αποκαλύπτοντας το εξαιρετικό ταλέντο του Γουντ στην απόδοση της ομοιότητας. 

Διατηρώντας τη φλόγα του αδελφού της ζωντανή για πολύ καιρό μετά τον πρώιμο θάνατό του από καρκίνο σε ηλικία 51 χρονών, η Ναν Γουντ Γκράχαμ έκανε μήνυση στο Playboy, όταν έκανε παρωδία το πίνακα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, δείχνοντας το ζευγάρι χωρίς ρούχα.

Αλλά τότε ήδη οι παρωδίες του πίνακα είχαν αρχίσει να γίνονται και αυτές διάσημες για τα καλά. Από το 1941, ένας φωτογράφος έβαλε ένα μαύρο ζευγάρι να ποζάρει μπροστά από τον πίνακα του Γουντ, για να δώσει έμφαση και να σχολιάσει τις “λευκές αξίες” του... 

Κάποιες από τις σάτιρες είναι ξεκάθαρα πολιτικές, όπως ο Ομπάμα να σουβλίζει τη Χίλαρι με το δικράνι του στις προκριματικές εκλογές του 2008, η Χίλαρι να φοράει τα παντελόνια ή να προσπαθεί πολύ σκληρά να φανεί λαϊκή στην καμπάνια του 2015. Κάποιες έχουν να κάνουν με το φύλο,  δύο γυναίκες σε ανάμνηση του πρώτου γάμου ομοφυλοφίλων στην Αϊόβα  ή με τη φυλή, Mexican Gothic κλπ. 








Ντυμένο με ρούχα της δεκαετίας του '80, ένα νιόπαντρο ζευγάρι εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του Family Weekly για την εικονογράφηση του θέματος “Γιατί Αποτυγχάνουν οι Γάμοι” για το περιοδικό Time.  Είναι εξοπλισμένοι με ταιριαστά πατίνια, κινητά τηλέφωνα και τατουάζ.   Το δικράνι γίνεται μαχαιροπίρουνα, ως έμβλημα της παχύσαρκης Αμερικής. Το ζευγάρι φοράει μάσκες οξυγόνου, για να διαμαρτυρηθεί για τη μόλυνση. Το σπίτι είναι επανειλημμένα  προς πώληση μετά το κραχ του 2008.

 Είναι  Αμερικανοί μεγαλωμένοι σε μια πιο χαρούμενη ζωή, με διαφημίσεις για παϊδάκια, μπύρα και οργανικά κουλουράκια του Πολ Νιούμαν ή είναι φτωχοί Αμερικανοί με προβλήματα λόγω της ιατρικής περίθαλψης, των μεγάλων φαρμακευτικών βιομηχανιών και της διαφθοράς; Κάποιες φορές το έργο εκλαμβάνεται απλά ως ένα αμερικανικό σύμβολο, όπως το Άγαλμα της Ελευθερίας  ενώ κάποιες άλλες ως ένα χτύπημα στις συμβατικές ζωές και το εμπόριο όπλων.

Οι ατελείωτες διαφοροποιήσεις αντανακλούν τις ατελείωτες ερμηνείες. Όταν η Γκέρτρουντ Στάιν τον είδε για πρώτη φορά, έγραψε: “Πρέπει να φοβόμαστε τον Γκραντ Γουντ. Κάθε καλλιτέχνης και κάθε σχολή καλλιτεχνών πρέπει να τον φοβάται, για την ολέθρια σάτιρά του.”  Μια αγρότισσα από την Αϊόβα, όταν είδε την εικόνα στις εφημερίδες το 1930, πήρε τηλέφωνο το Γουντ, για να του εκφράσει τη γνώμη των ντόπιων. Σύμφωνα με τον Γουντ, ήθελε “να έρθει και να μου σπάσει το κεφάλι, επειδή απεικόνιζε τους συγχωριανούς της  σκοτεινούς και θρησκόληπτους" . Ο Γουντ διαμαρτυρήθηκε ότι αυτό δεν ήταν μια καρικατούρα, αλλά μια απόδειξη της εκτίμησής του. “Έπρεπε να πάω στη Γαλλία”, είπε, “για να εκτιμήσω την Αϊόβα”.

Ο ίδιος ο Γουντ όμως επιδείνωσε την αντιπαράθεση. Έπαιξε με τον πίνακα, φορώντας έκτοτε κουρελιασμένες φόρμες εργασίας και λέγοντας στον τύπο: “Όλες οι καλές ιδέες που είχα τότε μου ήρθαν καθώς άρμεγα μια αγελάδα.” Παρόλα αυτά δεν ήταν αγρότης, τον απωθούσαν όπως φαίνεται τα ζώα και οι δηλώσεις του για τον πίνακα ήταν αντικρουόμενες. “Υπάρχει σάτιρα μέσα στο πίνακα”, είχε πει. "τόση που τελικά προκαλεί σύγχυση".






Η Sarah Oehler, η επιμελήτρια από το Σικάγο της έκθεσης “America After the Fall”, πιστεύει ότι το μυστήριο του πίνακα “βρίσκεται στις κενές εκφράσεις. Οι φιγούρες είναι ανέκφραστες, και αυτό ανοίγει το δρόμο για να αναπτύξει κάποιος μια προσωπική σύνδεση με τον πίνακα και ακόμα πιο σημαντικό, να προβάλει πράγματα δικά του σε αυτόν.”   Είναι η γυναίκα με την αφηρημένη ματιά όντως τόσο ανέκφραστη; Και γιατί είναι ζωγραφισμένη με αυτόν τον τρόπο; Πολλοί άνθρωποι βλέπουν κάποιο φλερτ σε αυτήν τη λιτή μπούκλα που πέφτει στον ώμο της, ίσως να είναι το βλέμμα της γυναίκας που ταξιδεύει έξω από τη σκηνή...

Γιατί παρόλο που η σύνθεση είναι τόσο μετωπική όσο μια θρησκευτική εικόνα, ένα όραμα αδιαιρετότητας που ενισχύεται από τη γεωμετρία, η συμμετρία είναι ελαφρώς διαστρεβλωμένη. Η γυναίκα στέκεται λίγο πιο πίσω, όχι δίπλα στον άντρα, γυρίζοντας το κεφάλι της προς άλλη κατεύθυνση. Ο Γουντ λέει ότι ήθελε να φαίνεται το ίδιο ακριβοδίκαιη με τον άντρα, αλλά ο πίνακας εναντιώνεται σε αυτό. Αυτή είναι αποστασιοποιημένη από εκείνον, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό της, έχει μια δική της εσωτερική ζωή.

Το μέγεθος της ανταπόκρισης στο American Gothic δείχνει πόσο έντονα μιλάει στους Αμερικανούς, αλλά τι να τους λέει; Όπως εμφανίζεται στη Royal Academy δίπλα σε άλλους τοπικούς πίνακες της δεκαετίας του 1930, οι οποίοι εξυμνούν το χώμα της γης, το νόημά του γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο. 

Αν και ο Γουντ έδινε την εντύπωση του ανθρώπου της πόλης, η αγάπη του για τους αγρότες στους πίνακές του και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που έδωσε στο γοτθικό ζευγάρι  ήταν  η απάντησή του στη Μεγάλη Αμερικανική Ύφεση.  Κάποιος μπορεί να νιώσει ότι υπάρχει λόγος που ο πίνακας είναι υπογεγραμμένος και χρονολογημένος πάνω στην τζιν φόρμα εργασίας του άντρα συμβολίζοντας την Εργασία που έκανε την Αμερική σπουδαία.

 Ο επιμελητής Adrian Locke πιστεύει ότι ο Γουντ έφτιαχνε μια καινούρια τέχνη, στην οποία καθημερινοί άνθρωποι όπως οι γείτονές του είχαν κεντρικό ρόλο,  τους αγαπούσε πολύ, αλλά ταυτόχρονα  τον περιόριζαν υπερβολικά. “Ως ένας ομοφυλόφιλος που αδυνατεί να ζήσει τη ζωή που θα ήθελε εξαιτίας των καταπιεστικών ηθικών αξιών της εποχής του, θα πρέπει να ασφυκτιούσε μέσα  σε αυτό το περιβάλλον. Εάν αυτοί είναι οι φύλακες της ηθικής, φαίνεται να αναρωτιέται, τότε εμπιστευόμαστε τους σωστούς ανθρώπους; Είναι το πρόσωπο του μέλλοντος;  'H αυτό του παρελθόντος;”






'Εργα του Wood


Η εικόνα παρουσιάζει έναν τρόπο ζωής που ξεθώριαζε, ακόμα και όταν την ζωγράφιζε ο Γουντ, καθώς πολλοί αγρότες της Αϊόβα είχαν αρχίσει ήδη να μετακινούνται προς τις πόλεις το 1930. Παρόλα αυτά άγγιξε κάποιους ανθρώπους σε τόσο μεγάλο βαθμό που έκανε της εφημερίδες να συνεχίζουν να τυπώνουν αναπαραγωγές, τις οποίες οι αναγνώστες μπορούσαν να κολλήσουν στον τοίχο τους καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '30.

Διότι η εικόνα αντιπροσωπεύει μια κοινή ιστορία που μοιράζονταν όλοι, ένα στιβαρό παρελθόν πάνω στο οποίο βασίζεται και θα βασίζεται για πάντα το παρόν, μια σκληρότητα και μια ακεραιότητα που χτίζει σπίτια σαν αυτό, που προστατεύει την γη, που κρατά την Αμερική στα πόδια της. Το ζευγάρι θα μπορούσε να είναι δύο Δημοκρατικοί, προασπιστές της κοινωνικής και οικονομικής ισότητας, έτοιμοι να ανοίξουν αυτόν το στάβλο σε όλη την αγροτική κοινότητα. Ή θα μπορούσαν να είναι οπαδοί του Τραμπ, οι οποίοι αρνούνται πλέον να τους αγνοούν, αποφασισμένοι να δουν την ελίτ της Ουάσινγκτον να ανατρέπεται. 



"Daughters of the Revolution"


Όσον αναφορά την πρόταση της Στάιν για την ολέθρια σάτιρα, καλύτερα να συμβουλευτούμε έναν άλλο πίνακα του καλλιτέχνη. Το "Daughters of the Revolution" όπου δείχνει μια τριάδα "Συντηρητικών κοριτσιών", όπως τις αποκαλούσε ο Γουντ, αυτάρασκες κυρίες μεγάλης ηλικίας με μακριούς λαιμούς, να σηκώνουν ντελικάτα φλιτζάνια όπως το 1776. Από πίσω τους, σε μια δηκτική αντίθεση, είναι ο αθάνατος πίνακας του Εμάνουελ Λοτζ, "Washington Crossing the Delaware".


Το American Gothic είναι μοναδικό, επιδέχεται οποιαδήποτε ερμηνεία γιατί η δομή του είναι τόσο ξεκάθαρη. Και περιέχει δύο από τα καλύτερα πορτρέτα της Αμερικής στα πρόσωπα του McKeeby και της Ναν.  Από τα χοντρά φρύδια του και τα ρουφηγμένα μάγουλά του με τα κάθετα αυλάκια έως το πρόωρα χαραγμένο συνοφρύωμα της Ναν φαντάζουν εξαιρετικά ιδιαίτεροι, για να μην πούμε γνώριμοι,  μπορείς να τους ανακαλέσεις στο μυαλό σου με την ίδια ευκολία που μπορείς να ανακαλέσεις τη Μόνα Λίζα  και παρόλα αυτά, εκπροσωπούν τον απλό λαό.  Είναι οι δύο φιγούρες ο εαυτός τους, αλλά ταυτόχρονα και αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες. Αυτό είναι το εξαιρετικά ισορροπημένο κατόρθωμα του καλλιτέχνη. Θα μπορούσες να τους γνωρίσεις οπουδήποτε, και όμως αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν εμάς, εξωτερικά ανοιχτοί, αλλά απίστευτα πολύπλοκοι μέσα τους. 



Ο Γουντ μεταμόρφωσε αυτούς τους ανωνύμους ντόπιους σε αμερικανικά αρχέτυπα, σε κάτι που ήταν σχεδιασμένο από πάντα, να γίνει ένας πίνακας σύμβολο...


 



κείμενο : Laura Cumming - theguardian.com

επιμέλεια : J.Eco

 













"American Gothic" , το μεσοδυτικό μυστήριο του Grant Wood



Το 1930, ένας άγνωστος Αμερικανός ζωγράφος με την ονομασία Γκραντ Γουντ αποφάσισε να στείλει ένα πινακά του του στην ετήσια ανοιχτή έκθεση του Art Institute of Chicago. Προς μεγάλη του χαρά, κερδίζει  το χάλκινο  βραβείο και 300 δολάρια. Αυτά τα  δολάρια ήταν ένα καλό ποσό για έναν αγωνιζόμενο καλλιτέχνη στα τέλη της δεκαετίας του '20, που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα στην Αϊόβα προσπαθώντας να ζήσει με  το δικό του τρόπο στις επαρχιακές  μεσοδυτικές περιοχές στην αρχή της Μεγάλης Ύφεσης.

Δεν το ήξερε αλλά αυτό το χάλκινο μετάλλιο σηματοδότησε την αρχή μιας από τις πιο απίθανες ιστορίες στην ιστορία της τέχνης. Η βραβευμένη εικόνα του Wood, που απεικονίζει ένα  ζευγάρι αγροτών και με τίτλο "American Gothic",  έγινε το αριστούργημα ενός νέου αμερικανικού καλλιτεχνικού κινήματος που ονομάζεται «Regionalism», που εφευρέθηκε για πρώτη φορά και στη συνέχεια προωθήθηκε με επιτυχία από τον Maynard Walker έναν  έμπορο τέχνης από το Κάνσας.

Σύμφωνα με τον Walker, του οποίου η γνώμη άσκησε μεγάλη επιρροή, ένα τέτοιο έργο αντιπροσώπευε την  αμερικανική κουλτούρα ενάντια στα «φορτία των σκουπιδιών που είχαν εισαχθεί από τη "Σχολή του Παρισιού"  και τους καλλιτέχνες της Νέας Υόρκης. 







Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, αναπαράχθηκαν χιλιάδες φωτογραφίες του  "American Gothic" που βρίσκονταν κρεμασμένες σε κάθε σπίτι από την Ανατολή ως τη Δύση.

Κατά τη διάρκεια των ετών που θα ακολουθήσουν, ο πίνακας θα χρησιμοποιηθεί από τη διαφήμιση έως και τους γελοιογράφους των εφημερίδων.  Είχε τη δύναμη να πουλάει οτιδήποτε, από ηλεκτρικά προϊόντα έως μπουκάλια μπέρμπον...








Ο μόνος  πίνακας που ανταγωνίζεται   το "American Gothic"  στους τομείς  της παρωδίας, της γελοιογραφίας και της καρικατούρας είναι το "The Scream" του Edvard Munch. Ίσως δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το "American Gothic" έχει γίνει η απάντηση των ΗΠΑ στη "Mona Lisa" τη μοναδική εικόνα που κάθε Αμερικανός αναγνωρίζει, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζει τίποτα για τον κατασκευαστή του, τα κίνητρά του ή το μυστήριο που εξακολουθεί να εκπέμπει ο πίνακας αυτός.

Το American Gothic σχεδιάστηκε προσεκτικά ώστε όλα να φαίνονται τόσο απλά. Ένας άντρας και μια γυναίκα στέκονται και μας κοιτάζουν με εχθρικά και αναίσθητα. Έχουν το στιγμιότυπο της αλήθειας τους.  Θυμίζουν τα  φωτογραφικά άλμπουμ των αμεριανικών παραδοσιακών οικογενειών.

Ο ίδιος ο Wood  μας υπενθυμίζει την προέλευση του πίνακα, σε μια επίσκεψη στη μικρή πόλη του Έλντον στη νότια Αϊόβα: «Είδα ένα διακοσμημένο λευκό εξοχικό σπίτι  με μια λευκή βεράντα, ένα εξοχικό σπίτι χτισμένο σε αυστηρές γοτθικές γραμμές. Αυτό μου έδωσε μια ιδέα. Αυτή η ιδέα ήταν να βρεθούν δύο άτομα που με τους αυστηρούς χαρακτήρες τους θα ταίριαζαν σε ένα τέτοιο σπίτι. Κοίταξα ανάμεσα στους ανθρώπους που ήξερα από τη πόλη μου, το Cedar Rapids της Αϊόβας, αλλά δεν μπορούσα να βρω κανέναν.

«Τελικά ώθησα την αδελφή μου να ποζάρει και να  χτενίσει τα μαλλιά της πίσω με τον πιο απλό τρόπο.  Η επόμενη κίνησή μου  ήταν να βρεθεί  ένας άνδρας που θα κάτσει δίπλα της".  Η αναζήτησή μου έφτασε τελικά στον οδοντίατρο  Dr. Byron McKeeby, ο οποίος με το αυστηρό του ύφος ήταν αυτό που ήθελα."

Το ζευγάρι στον πίνακα είναι πατέρας - κόρη και όχι άντρας - σύζυγος. Οι φήμες λένε ότι τον πίεσε η αδερφή του Ναν να αλλάξει την ιστορία γιατί προφανώς δεν της άρεσε η ιδέα να παντρευτεί - αν και μόνο στο πίνακα - έναν άντρα πολύ μεγαλύτερο από αυτή.  Σύζυγος ή κόρη, ότι κι αν επιλέξετε ή  πιστεύετε, το θέμα παραμένει ουσιαστικά το ίδιο, ένας άντρας φυλάσσει με όπλο το δικράνι του την αρετή μιας γυναίκας, τόσο ζηλότυπα και αυστηρά σαν να φρουρεί το σπίτι του, την ιδιοκτησιά του....






Η γυναίκα έχει μια καρφίτσα καμεό στο γιακά της,  στην οποία διακρίνεται η εικόνα της Περσεφόνης, όπου στον ελληνικό μύθο  έχει απαχθεί από τον Άδη που την ερωτεύτηκε και την φυλάκισε στον κάτω κόσμο. Η Περσεφόνη συμβολίζει την αναγέννηση της Φύσης, τη βλάστηση, τον κύκλο των εποχών και τη καλλιέργεια των δημητριακών. Είναι μια ευθεία σύνδεση με την αγροτική ζωή που κάνει αυτή και ο άντρας δίπλα της.

'Ισως όμως με μια άλλη ανάγνωση να αισθάνεται και σαν φυλακισμένη, σαν μια γυναίκα που διατηρείται στη ζωή χάρη στον Θεό - Άνδρα που είναι δίπλα της σε κάθε ηθικό κίνδυνο. Θα ήταν λάθος να υποψιαζόμαστε ότι θεωρεί το σπίτι πίσω της όχι ως εκκλησία της ενάρετης ζωής, αλλά ως φυλακή; Το μακρινό βλέμμα στα μάτια της - που δεν μας κοιτάζουν - και τα αυλάκια της θλίψης που καλύπτουν το στόμα της ίσως κάτι να μας κρύβουν.

Αυτό το ξύλινο σπίτι εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα στο Έλντον και είναι από τα πιο διάσημα σπίτια στην Αμερική μετά τον Λευκό Οίκο  όπου το επισκέπτονται κατά εκατοντάδες οι τουρίστες.





"Daughters of Revolution"




Ο Γούντ το 1932 έφτιαξε το έργο "Daughters of Revolution".  Τρείς  χήρες πίνουν το τσάι τους μπροστά στο πίνακα που απεικονίζει  τον Τζορτζ Ουάσινγκτον να διασχίζει το ποταμό Ντελαγουέρ στα χρόνια του πολέμου.  Είναι οι  "Κόρες της Επανάστασης" ,  εδώ χρησιμοποιεί ένα μέλος της οικογένειάς  του ως μοντέλο. Ποζάρει η μητέρα του κρατώντας  ένα φλυτζάνι τσαγιού με τα λεπτεπίλεπτα  δάχτυλά της ζωγραφισμένο με το "μύθο της Ιτιάς". Το ύφος, το βλέμμα  και τα σφραγισμένα χείλη τους είναι το σχόλιο του Γούντ για τον πόλεμο.






κείμενο - επιμέλεια: J.Eco

πηγές: Christie's - The Guardian - Wikipedia
















Grant Wood











'Εργα του Wood




























The Real AMERICAN GOTHIC House GRANT WOOD Eldon Iowa





























Από το Blogger.
Back to Top