Ο Jurgen Schadeberg και το περιοδικό "Drum"



«Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Η φωτογραφία μου ασχολείται με την απλότητα και την καθημερινότητά τους. Δεν κυνηγάω τις φωτογραφίες που προξενούν εντυπώσεις. Είμαι ένας ντοκιμαντερίστας φωτογράφος.»

Jurgen Schadeberg



Νότια Αφρική δεκαετία '50

Τo περιοδικό «Drum» ξεκίνησε την πορεία του το 1951 από δύο λευκούς, τον τυχοδιώκτη και συγγραφέα Μπομπ Κρισπ και τον Τζιμ Μπέιλεϊ, γιο ενός μεγιστάνα της χώρας, και με αρχισυντάκτες του εξέχουσες προσωπικότητες, σαν τους 'Αντονι Σάμπσον, Σιλβέστερ Στέιν και σερ Τομ Χόπκινσον.
Και ένας λευκός "ντράμερ" αυτής της μοναδικής δημοσιογραφικής μπάντας, που αποδείχθηκε πιο ροκ από πολλούς διάσημους ροκ σταρ, ήταν ο Βερολινέζος φωτορεπόρτερ Γιούργκεν Σάντεμπεργκ, που εγκατέλειψε λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το ερειπωμένο ακόμα από τους βομβαρδισμούς Βερολίνο, για μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τον ανελέητο ρατσισμό της λευκής μειονότητας προς τους μαύρους συμπολίτες τους.
Ο Σάντεμπεργκ έκανε πράγματα και θαύματα με την κάμερά του, γράφοντας ιστορία όχι μόνο με τις φωτογραφίες του, αλλά και με το ρόλο του ως δασκάλου και φίλου των πρώτων μεγάλων μαύρων φωτορεπόρτερ της Ν. Αφρικής, που μάθαιναν την τέχνη του φωτορεπορτάζ δουλεύοντας μαζί του στο «Drum». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σάντεμπεργκ θεωρείται ο πατέρας της φωτογραφίας της Ν. Αφρικής.

Στις σελίδες του περιοδικού έγραψαν νέοι μαύροι δημοσιογράφοι που έγιναν μετέπειτα μεγάλοι διανοούμενοι και συγγραφείς της χώρας τους, όπως οι Τοντ Ματσικίζα, Μπλόουκ Μοντισάνε, Καντέμπα, κ.α. Τα εξώφυλλα του περιοδικού φιλοξενούσαν καλλιτέχνες των νοτιοαφρικανικών γκέτο, σαν την τζαζ τραγουδίστρια Μίριαμ Μακέμπα, που έγινε μετά σταρ παγκόσμιας εμβέλειας.
Η δεκαετία 1950-1960 ήταν η χρυσή εποχή του περιοδικού, μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από δραματικά γεγονότα στην κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ζωή των μαύρων της Ν. Αφρικής, όπως η αντιρατσιστική εκστρατεία Defiance Campaign το 1951-52, η κατεδάφιση του γκέτο του Sophiatown το 1955 και η σφαγή 69 μαύρων διαδηλωτών από την αστυνομία στο γκέτο του Sharpeville το 1960.



Jurgen Schadeberg



Μιλήσαμε με τον Σάντεμπεργκ για το μοναδικό δημοσιογραφικό έργο του «Drum», το θάνατο που χτυπούσε συχνά την πόρτα του περιοδικού, τους ξέφρενους ρυθμούς εργασίας και διασκέδασης των συντελεστών του και για το ήθος, την ταπεινότητα και το χιούμορ του φίλου του Νέλσον Μαντέλα.


- Γιατί αποφασίσατε να αφήσετε το Βερολίνο και να πάτε στη Νότια Αφρική;

«Εφυγα από το Βερολίνο το 1947. Πήγα στο Αμβούργο να σπουδάσω φωτορεπορτάζ. Ηθελα όμως να φύγω από τη Γερμανία, γιατί δεν άντεχα άλλο τα όσα είχα βιώσει με τους ναζί. Παράλληλα, η μητέρα μου παντρεύτηκε και μετακόμισε στη Ν.Αφρική. Κατάφερα να πάρω την άδεια να δουλέψω στη χώρα, όπου έφτασα το 1950. Βέβαια φθάνοντας εκεί συνειδητοποίησα ότι άφησα μια χώρα που είχε φθάσει στο τέρμα του ρατσισμού των ναζί και ήμουν σε μια χώρα που ήταν τότε στην αρχή ενός μεγάλου ρατσιστικού κύματος. Οπως λέμε στη Γερμανία, πήγα από το τηγάνι στη φωτιά».


- Πώς ξεκινήσατε να δουλεύετε στο «Drum»; 

«Προσπάθησα να δουλέψω ως freelance φωτορεπόρτερ αρχικά, αλλά ήταν πολύ δύσκολο, γιατί στη Ν. Αφρική δεν υπήρχε τότε καμιά παράδοση στην ντοκιμαντερίστικη φωτογραφία και δεν υπήρχαν και τα ανάλογα περιοδικά. Κάποιος μου είπε τότε ότι υπάρχει ένα περιοδικό για μαύρους που ξεκίνησε το 1951 και ότι δεν άξιζε να το επισκεφθώ, γιατί είναι τραγικό να δουλέψει κανείς για ένα περιοδικό για μαύρους. Φυσικά, πήγα κατ' ευθείαν να το επισκεφθώ. Είχαν ένα μικρό γραφείο με δύο τραπέζια μόνο και το είχε ξεκινήσει ένας τυχοδιώκτης ονόματι Μπομπ Κρισπ, ο οποίος είχε πολεμήσει στο Β' Παγκόσμιο στην Ελλάδα και τη Βόρεια Αφρική, γράφοντας δύο βιβλία και ξεκινώντας να δημοσιογραφεί έπειτα. Αμέσως με προσέλαβε ως freelancer φωτορεπόρτερ».


- Καλύπτατε ιστορίες που κανένας άλλος λευκός φωτογράφος δεν είχε καταφέρει τότε στη Ν. Αφρική. Πώς ήταν αυτά τα πρώτα σας βήματα;

 «Ξεκίνησα να δουλεύω με έναν εξαιρετικό μαύρο Νοτιοαφρικανό ερευνητικό δημοσιογράφο, τον Χένρι Νούμαλο. Γυρνούσαμε τη χώρα μαζί σε ένα αμάξι και κυνηγούσαμε ιστορίες. Αυτός μιλούσε σε κόσμο και έγραφε και εγώ κάλυπτα το φωτογραφικό σκέλος. Ηταν ένας πολύ θαρραλέος δημοσιογράφος. Μία από τις ιστορίες που τον έκανε διάσημο ήταν όταν βρήκε έναν τρόπο να τον συλλάβουν, ώστε να μπει στη φυλακή The Fort του Γιοχάνεσμπουργκ, καταγράφοντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων εκεί. Η ιστορία του βγήκε έπειτα στα διεθνή ΜΜΕ. Δολοφονήθηκε το 1957 στο γκέτο του Γιοχάνεσμπουργκ».







- Ποια ήταν η κύρια θεματολογία του «Drum»; 

«Καλύπταμε πολιτικά προβλήματα, αλλά πέρα από αυτά καλύπταμε όλο το εύρος της ζωής της μαύρης κοινωνίας. Μιλούσαμε για τη μουσική, τη διασκέδαση, τον αθλητισμό κ.λπ. Ξέρετε, ως τότε οι μαύροι δεν είχαν ένα μέσον για να μιλήσουν για τη ζωή τους. To"Drum" ήταν η μοναδική φωνή της μαύρης κοινότητας στα ΜΜΕ της χώρας. Ηταν κάτι που τους έδινε αξιοπρέπεια και που τους επέτρεπε να μαθαίνουν τι συμβαίνει στη ζωή τους. Με άλλα λόγια, μπορούσαν να γράφουν ιστορίες για τη ζωή τους, κάτι ανήκουστο ως τότε».


- Μία από τις πιο διάσημες φωτογραφίες σας είναι από τα γραφεία του «Drum» με τους μαύρους δημοσιογράφους να γράφουν μπροστά σε γραφομηχανές, να καπνίζουν, να καταστρώνουν δημοσιογραφικά σχέδια, ακόμη και στο πάτωμα. Και παράλληλα να είναι ντυμένοι με υπέροχα κουστούμια. Αυτό το στιλ όμως είχε έντονη πολιτική σημασία τότε, έτσι δεν είναι; 

«Ναι, αυτό αληθεύει. Οι νοτιοαφρικανικές αρχές και οι λευκοί περίμεναν οι μαύροι να είναι ντυμένοι σαν χαμάληδες εργάτες ή υπηρέτες όταν είχαμε λευκούς επισκέπτες στα γραφεία μας, δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι καλοντυμένοι μαύροι κάθονταν και έγραφαν μπροστά σε γραφομηχανές. Το γραφείο μας ήταν σαν ένα νησί ελευθερίας μέσα στον ωκεανό του απαρτχάιντ».


- Είναι αξιοσημείωτο, επίσης, ότι εσείς εκπαιδεύσατε στο περιοδικό μια ολόκληρη γενιά σπουδαίων μαύρων φωτορεπόρτερ, σαν τον Πίτερ Μαγκουμπάνε και τον Μπομπ Γκοσάνι. Πόσο σημαντικό ήταν αυτό για την καταγραφή των μαύρων εμπειριών στους δρόμους και τα γκέτο της Ν. Αφρικής του '50; 

«Νομίζω ότι το πρόβλημα με το Drum αρχικά ήταν ότι είχαμε εξαιρετικούς μαύρους συγγραφείς. Δεν ήταν δημοσιογράφοι με την κλασική έννοια του όρου, αλλά διανοούμενοι. Και οι περισσότεροι είχαν σπουδάσει σε σχολεία αγγλικών και γερμανικών ιεραποςτολών στη Ν. Αφρική. 'Οσοι είχαν πάει στις αγγλικές ιεραποστολές μιλούσαν με αποφθέγματα του Σέξπιρ και του Ντίκενς και οι γερμανοσπουδαγμένοι αναφέρονταν στον Καντ και τον Σοπενχάουερ! Αλλά δεν είχαμε μαύρους φωτογράφους. Στα τότε σχολεία δεν υπήρχε καμιά πληροφόρηση ή παιδεία για φωτογραφικά και παρεμφερή καλλιτεχνικά ζητήματα. Σκέφτηκα λοιπόν πως κάτι έπρεπε να κάνουμε για να αποκτήσουμε και μαύρους φωτογράφους, πέρα από δημοσιογράφους. Αρχισα να παραδίδω μαθήματα σε μέλη του προσωπικού μας και ξεκίνησα να φτιάχνω ένα φωτογραφικό τμήμα. Ηταν ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που έπρεπε να κάνω. Μας πήρε μερικά χρόνια, αλλά τελικά ξεκινήσαμε να έχουμε κάποιους πάρα πολύ καλούς μαύρους φωτογράφους. Ο Πίτερ έβγαλε μετέπειτα και πολλά φωτογραφικά βιβλία στην Αμερική».








- 'Ησασταν ο πρώτος λευκός φωτογράφος με τέτοιο εύρος δουλειάς στους δρόμους των γκέτο, σαν το θρυλικό Sophiatown του Γιοχάνεσμπουργκ. Πώς σας έβλεπαν οι μαύροι των περιοχών αυτών όταν δουλεύατε με την κάμερά σας εκεί; 

«Σε πολλούς προκαλούσε έκπληξη, αλλά οι περισσότεροι ήταν πολύ χαρούμενοι με την παρουσία μου εκεί. Ενας λευκός δημοσιογράφος να δείχνει ενδιαφέρον για την καθημερινότητά τους. Γιατί ο λευκός Τύπος της χώρας δεν κάλυπτε ποτέ τα πολιτιστικά, πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα στις περιοχές των μαύρων της χώρας».


- Το γκέτο Sophiatown, όπου δουλέψατε εκτενώς, ήταν ένας θρύλος για τη μαύρη νοτιοαφρικανική κουλτούρα, με μαύρους συγγραφείς, μουσικούς, πολιτικούς και δημοσιογράφους του «Drum» να έχουν βγει από εκεί, εξ ου και το παρατσούκλι «το Χάρλεμ της Νότιας Αφρικής». Τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια στους δρόμους της περιοχής; 

«Είχε μια καταπληκτική ατμόσφαιρα. Νόμιζε κανείς ότι περπατούσε στους δρόμους μιας μεσογειακής χώρας με λάτιν ταμπεραμέντο! Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι μουσικούς και μουσική. Γινόταν ένας γάμος και ξαφνικά μια μπάντα ξεκινούσε μια ξέφρενη συναυλία και ακολουθούσε ένας ξέφρενος χορός! Πάντα γινόταν κάτι δημιουργικό. Καμία σχέση δηλαδή με τα λευκά προάστια, όπου επικρατούσε η αποικιοκρατική κουλτούρα και δεν συνέβαινε τίποτα».


- Κάποιες από τις συμμορίες νέων άνεργων μαύρων έφηβων στο Sophiatown είχαν ονόματα όπως Beriiners, Gestapo και Russians. Το άκουσμά τους δεν ήταν λίγο σουρεαλιστικό για έναν Βερολινέζο σαν εσάς; 

«Ναι, ήταν πολύ αστείο! Υπήρχε και η συμμορία με το όνομα Americans. Πολλοί μουσικοί, επίσης, έδιναν ονόματα από αμερικανικές μπάντες στα συγκροτήματα τους, γιατί τους επηρέαζαν πολύ οι αμερικανικές ταινίες. Μπάντες σαν τις Manhattan Brothers και The Harlem Swingsters. Υπήρχε ένα σινεμά στο Sophiatown και οι θεατές με το χρόνο υιοθετούσαν τη βαριά αμερικανική προφορά των γκάνγκστερ πρωταγωνιστών τους θαύμαζαν, ειδικά οι μουσικοί!»


- Πολλοί ρεπόρτερ του «Drum», σαν το συνεργάτη σας Χένρι Νούμαλο, δολοφονήθηκαν και πέθαναν νέοι. Αυτή η αίσθηση του ρίσκου πώς επηρέασε τη δουλειά όλων σας εκεί; 

«Νομίζω όλοι μας είχαμε τότε θετικά συναισθήματα, παρά τις αντιξοότητες. Δεν ανησυχούσαμε. Ημασταν όλοι πολύ νέοι και ξέραμε ότι αυτό που κάναμε ήταν επικίνδυνο, αλλά, ξέρετε, όταν είσαι νέος δεν σε νοιάζουν αυτά. Αντιθέτως, σου έδινε ένα πιο δυνατό συναίσθημα για να δουλέψεις για κάτι που έχει πραγματική αξία».




Can  Themba










- Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, είχατε έναν ροκ εν ρολ δημοσιογραφικό τρόπο ζωής; «Ξέρετε, ο τρόπος ζωής και δουλειάς μας τότε συνοψιζόταν στη φράση "Ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος και να είσαι ένα εμφανίσιμο πτώμα". Αυτός είναι και ο ομώνυμος τίτλος ενός βιβλίου για την ιστορία Toυ "Drum" από τον Μάικ Νίκολς».

- Το άγχος ήταν μια άγνωστη λέξη για το προσωπικό του «Drum» δηλαδή;

«Ναι, δεν ήμασταν καθόλου αγχωμένοι. Επίσης, ένα πράγμα που ήταν πολύ δημοφιλές μεταξύ μας τότε, που ίσως δεν ήταν καλό, ήταν το ποτό. Πίναμε πάρα πολύ, αλλά αυτό ήταν μια μορφή περιφρόνησης του ρατσιστικού νόμου, που έλεγε ότι ήταν παράνομο οι μαύροι να πίνουν. Πολύ συχνά πολλοί δημοσιογράφοι μας ήταν τελείως μεθυσμένοι στο γραφείο!»


- Ποιο ήταν το αγαπημένο ποτό στα γραφεία σας; 

«Συνήθως το μπράντι με κόκα κόλα. Οι πιο μερακλήδες έφτιαχναν και το κοκτέιλ μπίρα με μπράντι, που είχε μια απαίσια γεύση! Επαιρναν ένα μεγάλο δίλιτρο μπουκάλι μπίρας και ένα λίτρο μπράντι και έφτιαχναν το κοκτέιλ βόμβα για το γραφείο. Μεθούσες πολύ γρήγορα έτσι. Και όλοι κάπνιζαν, βέβαια. Και γι' αυτό πολλοί, σαν τον Ματσικίζα, πέθαναν στα 30 και τα 40 τους».


- Ποιες ήταν οι εμπειρίες που είχατε με τον Νέλσον Μαντέλα, τον οποίο έχετε φωτογραφίσει πολλές φορές και ο οποίος ήταν και αυτός ένας από τους αναγνώστες του «Drum»; 

«Το 1952 στο κέντρο του Γιοχάνεσμπουργκ υπήρχε ένα εκτυπωτήριο, όπου τυπώνονταν αφίσες του ANC. Πιο πριν, ήταν ένας φούρνος. Κατά καιρούς οι ηγέτες του ANC, σαν τον Νέλσον Μαντέλα και τον Γουόλτερ Σισούλου, ήταν εκεί για να παρακολουθούν πώς πάει η εκτύπωση και μια μέρα ήμουν και εγώ εκεί με τον τότε Αγγλο αρχισυντάκτη μας, τον 'Αντονι Σάμπσον. Επειδή το ποτό ήταν απαγορευμένο, ήταν κρυμμένο στο φούρνο εκεί πίναμε και τρώγαμε τηγανητό κοτόπουλο με κάρι από ένα διπλανό ινδικό φαγάδικο.

«Κάποια στιγμή και μέσα στο κέφι άρχισαν όλοι να λένε ποιό θα είναι το υπουργικό συμβούλιο όταν το ANC θα είναι στην κυβέρνηση της Ν. Αφρικής και ο Μαντέλα με όρισε ως υπουργό Πολιτισμού! Επειτα από πολλά χρόνια, όταν πήγαινα να συναντήσω με τη γυναίκα μου τον Μαντέλα για μεσημεριανό, με ρωτούσε γιατί ήθελα να επισκεφθώ ένα γέρο, αφού μάλλον είχα πιο σημαντικά πράγματα να κάνω! Και συχνά μου έλεγε για πλάκα: "Πώς είσαι νεαρέ; Ακόμη να βγεις στη σύνταξη;". Είχε μια ταπεινότητα, ένα ιδιαίτερο χιούμορ και ένα στιβαρό ηθικό κώδικα που έδινε έμπνευση. Τον φωτογράφισα πρώτη φορά το 1951».


- Πιστεύετε ότι με το θάνατο του Νέλσον Μαντέλα χάνεται ένα τεράστιο κεφάλαιο της πολιτικής ζωής της Ν. Αφρικής, η οποία στις μέρες μας μαστίζεται ακόμη από πολύ μεγάλη βία και φτώχεια στις πόλεις της;

 «Μπορεί να είναι ένα τέλος, αλλά μπορεί να είναι και μια νέα αρχή. Πιστεύω ότι ο θάνατος του Μαντίμπα θα κάνει τη Νότια Αφρική πιο ενωμένη. Οσο για τα τωρινά προβλήματα, χρειάζεται χρόνος για να ισορροπήσει μια χώρα με τέτοια βίαιη ιστορία και ρατσιστικό διχασμό. Τριακόσια χρόνια ρατσισμού και εκμετάλλευσης των μαύρων σε ορυχεία διαμαντιών και χρυσού, είναι βαθιές πληγές που θέλουν χρόνο για να επουλωθούν...»














Περί "Drum"

Παρά τη φήμη του ως ένα πολιτικό περιοδικό μάλλον ασχολήθηκε με τη λαϊκή κουλτούρα ως ένα μείγμα αθλητικού ρεπορτάζ, τζάζ, φαντασίας και αίγλης. Υπήρχε δε και ένα μονόστηλο για τις "μοναχικές καρδιές".
Για το περιοδικό εργάζοταν επίσης οι Ernest Cole - που με το βιβλίο του House of Bondage μάθαμε για τη ζωή στη Νότιο Αφρική - και ο Ian Berry,  που αργότερα έγινε μέλος του Μάγνουμ, όπου οι φωτογραφίες του για τη σφαγή στο γκέτο του Sharpeville για το Drum κυκλοφόρησαν σε όλο τον κόσμο.
Το Drum καθιερώθηκε στην Νότια Αφρική όταν αποκαλύφθηκε ο σκληρός και βάναυσος τρόπος  ζωής και εργασίας κάποιων νοτιαφρικανών μαύρων σε ένα αγρόκτημα πατάτας μετά από καταδίκη τους σε καταναγκαστικά έργα λόγω της λαθρεπιβίβασης σε μέσο μαζικής μεταφοράς.
Μετά την απόλυτη επιτυχία και τις αποκαλύψεις εκείνου του ρεπορτάζ, καθιερώθηκε μόνιμη στήλη στο περιοδικό για την καταπίεση και τις αδικίες στη Νότιο Αφρική.
Γενικά όμως το περιοδικό κατάφερε να επιβιώσει του απαρχάιντ, επειδή δεν προκαλούσε το καθεστός  και δεν εντάχθηκε ανοιχτά ποτέ με κάποιο κόμμα.  Αυτή η έλλειψη καθαρής θέσης επικρίθηκε πολύ από τα κόμματα της αφρικανικής αριστεράς.
Ο G. Addison λέει για το περιοδικό: "Το Drum παραμένει ένα πρόβλημα για τον ιστορικό της φωτογραφίας διότι ξεπήδησε μέσα από ένα πλέγμα λευκού επιχειρηματικού πνεύματος, εκδοτικής καιροσκοπίας, όπου κανείς δεν ενδιαφερόταν  για την απελευθέρωση των μαζών. Το Drum δεν σκόπευε να ριζοσπαστικοποιήσει αυτές τις μάζες, όμως τις εκπαίδευσε και τις ενημέρωσε ίσως καλύτερα από άλλο μέσο."
Το περιοδικό εκδόθηκε μέχρι τη δεκαετία του '70 με την αρχική του μορφή. Το 1984 ο ιδρυτής του Jim Bailey το πούλησε στη φιλοκυβερνητική ομάδα Νasionale Pers. Από τo 1996 μέχρι σήμερα γίνεται εβδομαδιαίο με άρθρα μόδας και διασκέδαση, αυτοπροσδιορίζεται δε σαν ένα περιοδικό "ζωντανό για νέους ανερχόμενους κοινωνικά Νοτιοαφρικανούς".






Ο Jurgen Schadeberg εκπαιδεύει νέους φωτορεπόρτερ













Ποιος είναι ο Jurgen Schadeberg


Γεννήθηκε το 1931 στο Βερολίνο. Φωτογράφισε ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας του '50 στη Ν. Αφρική, όπως την Defiance Campaign το 1952, την τζαζ σκηνή του Sophiatown, την κηδεία για τα θύματα της σφαγής στο Sharpeville το 1960 και πολιτικούς κρατουμένους σαν τον Νέλσον Μαντέλα στη φυλακή στο νησί Robben.
Το 1964 φεύγει για το Λονδίνο και την περίοδο '60-70 δουλεύει για διάφορα μεγάλα περιοδικά, διδάσκοντας, παράλληλα, σε σχολές του Λονδίνου και της Ν. Υόρκης.
Τη δεκαετία του '70 κάνει ένα νέο φωτογραφικό οδοιπορικό στην Αφρική σε χώρες όπως η Μποτσουάνα και το Μάλι.
Δεκατέσσερα βιβλία εώς τώρα έχουν δημοσιευθεί με τις φωτογραφίες του Βερολινέζου φωτοδημοσιογράφου, όπως το «The black and white fifties: Jurgen Schadeberg's South Africa».
Εχει γυρίσει διάφορα φιλμ και ντοκιμαντέρ για τα νοτιοαφρικανικά βιώματά του με την ανεξάρτητη εταιρεία του The Schadeberg Movie Company, όπως το φιλμ, με εκατοντάδες φωτογραφίες του, για το «Drum», «Have you seen Drum Recently?» το 1998.

O Schadeberg θεωρείται ο πατέρας της φωτογραφίας στη Νότια Αφρική. Στα 70 χρόνια παρουσίας του στο χώρο της φωτογραφίας άφησε ένα μεγάλο αρχείο από 200.000 αρνητικά το οποίο και διαχειρίζεται η γυναίκα του Claudia Schadeberg.









επιμέλεια : J.Eco

πηγές: εφμ. "Ελευθεροτυπία" 2013,  και "Εισαγωγή στη φωτογραφία" Liz Wells


δείτε εδώ μια σπουδαία συλλογή φωτογραφιών του Schadeberg από το επίσημο site του

http://jurgenschadeberg.com/galleries/galleries.htm








δείτε το τρέιλερ της ταινίας του Zola Maseko "Drum", για τη Νότια Αφρική της δεκαετίας του 1950


DRUM Zola Maseko from Africiné www.africine.org on Vimeo.






Drum  Magazine











 









Από το Blogger.
Back to Top