Σκέψεις για τη φωτογραφία




«Σε έναν πολιτισμό που είναι αποκομμένος από τις ρίζες του στο χώμα, παραγεμισμένος με ανούσια πράγματα και τυφλός από τις άκαρπες επιθυμίες, η κάμερα μπορεί να γίνει ένας δρόμος εξέλιξης του εαυτού μας, ένα μέσο για να ανακαλύψουμε εκ νέου όλες τις εκφάνσεις της βασικής μορφής που είναι η φύση, η πηγή μας».
Edward  Weston







«...το ασπρόμαυρο μου δίνει τη δυνατότητα να συγκεντρωθώ στην ένταση των προσώπων, στη συμπεριφορά τους, στο βλέμμα τους, χωρίς να με παρασύρει το χρώμα. Δεν είναι έτσι η πραγματικότητα, ωστόσο, όταν κοιτάζουμε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία εισέρχεται μέσα μας, τη χωνεύουμε και ασυνείδητα τη χρωματίζουμε. Το ασπρόμαυρο, αυτή η αφαίρεση αφομοιώνεται από τον θεατή, ο οποίος στη συνέχεια ιδιοποιείται την φωτογραφία. 
Τη φύση και τους ανθρώπους για να τους φωτογραφίσεις πρέπει να τους αγαπήσεις και να τους σεβαστείς. Γι αυτό χωρίς δισταγμό επιλέγω το ασπρόμαυρο. Αυτή τη δύναμη του ασπρόμαυρου τη βρίσκω εκπληκτική. Το ασπρόμαυρο είναι η προτίμησή μου, η επιλογή μου, ο εξαναγκασμός που μου δημιουργεί δυσκολίες...»   
Sebastião Salgado: "De ma terre a la Terre"



Salgado and his wife Lelia in Terra




«Τέχνη είναι η συγκίνηση των αισθήσεων, η χαρά του πνεύματος που μετρά και εκτιμά, η αναγνώριση μιας αξονικής αρχής που αγγίζει το βάθος του είναι μας. Τέχνη είναι εκείνη η καθαρή δημιουργία του πνεύματος που μας δείχνει, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, τα υπέρτατα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Και ο άνθρωπος νιώθει απέραντη ευτυχία, όταν αισθάνεται ότι δημιουργεί».
Le Corbusier: "Vers une Architecture", 1923



Le Corbusier







Edward Weston, βλέποντας φωτογραφικά




Κάθε εκφραστικό μέσο επιβάλλει τους δικούς του περιορισμούς στον καλλιτέχνη, περιορισμούς που εξαρτώνται από τα εργαλεία, τα υλικά ή τις μεθόδους που χρησιμοποιεί. Στις παλαιότερες μορφές τέχνης αυτοί οι φυσικοί περιορισμοί είναι τόσο πολύ επιβεβλημένοι που θεωρούνται δεδομένοι. Επιλέγουμε τη μουσική ή το χορό, τη γλυπτική ή τη συγγραφή επειδή αισθανόμαστε ότι μέσα στο πλαίσιο αυτού του συγκεκριμένου μέσου μπορούμε να εκφράσουμε καλύτερα αυτό που θέλουμε να πούμε.






Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ

Η φωτογραφία αν και έχει περάσει τα εκατοστά της γενέθλια πρέπει να το πετύχει αυτό. Για να κατανοήσουμε του λόγους πρέπει να εξετάσουμε συνοπτικά το ιστορικό υπόβαθρο αυτής της νεώτερης των γραφικών τεχνών. Επειδή οι πρώτοι φωτογράφοι που επιχειρούσαν να παράγουν δημιουργικό έργο δεν είχαν κάποια παράδοση να τους καθοδηγεί, σύντομα άρχισαν να δανείζονται μια έτοιμη από τους ζωγράφους. Αναπτύχθηκε η πεποίθηση ότι η φωτογραφία ήταν απλώς ένα νέο είδος ζωγραφικής και οι υποστηρικτές της προσπαθούσαν με κάθε δυνατό μέσο να κάνουν τη φωτογραφική μηχανή να παράγει αποτελέσματα σαν των ζωγράφων. Αυτή η εσφαλμένη αντίληψη ήταν υπεύθυνη για πάρα πολλά τερατουργήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα της τέχνης. Αλλά μόνο αυτά δεν θα ήταν ικανά να βάλουν πίσω την ώρα στο φωτογραφικό ρολόι.




Sergio Larrain, ο μεγάλος Χιλιανός φωτογράφος



«…Μια μαγική εικόνα γεννιέται από μια κατάσταση χάριτος, η  χάρις εκδηλώνεται από την στιγμή που απαλλάσσεσαι από συμβιβασμούς και υποχρεώσεις, από τη στιγμή που μένεις ελεύθερος, όπως ένα μικρό παιδί στην πρώτη ανακάλυψη της πραγματικότητας. Στη συνέχεια το μόνο που μένει είναι να οργανώσεις το κάδρο…»

Sergio Larrain





Ο Sergio Larrain γεννήθηκε το 1931 στο Σαντιάγκο της Χιλής. Σπούδασε στις ΗΠΑ μουσική και δασοκομία πριν ασχοληθεί με τη φωτογραφία το 1949.
Με την επιστροφή από τις σπουδές του στη Χιλή αρχίζει να φωτογραφίζει στους δρόμους του Σαντιάγκο και του Βαλπαραΐσο. Η αγορά δύο φωτογραφιών του από το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης έγινε η έναρξη και ταυτόχρονα η καθιέρωσή του στο επάγγελμα του φωτογράφου.

O Larrain θαυμαστής του Bresson, θα  παρουσιάσει με τη πρώτη ευκαιρία στον Cartier τη δουλειά του "Los abandonados" (παιδιά του δρόμου του Σαντιάγκο), κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Ευρώπη. Ο Bresson εντυπωσιασμένος από τη δουλειά του Larrain τον καλεί να συμμετάσχει στο Magnum το 1960. Τότε αρχίζει και ταξιδεύει για λογαριασμό του Magnum καταγράφοντας από επικίνδυνες φωτογραφίες του πολέμου στην Αλγερία μέχρι τους νονούς της ιταλικής μαφίας, αυτή η δουλεία του δίνει και τη μεγάλη αναγνώριση.



Sergio  Larrain

Ο Jurgen Schadeberg και το περιοδικό "Drum"



«Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Η φωτογραφία μου ασχολείται με την απλότητα και την καθημερινότητά τους. Δεν κυνηγάω τις φωτογραφίες που προξενούν εντυπώσεις. Είμαι ένας ντοκιμαντερίστας φωτογράφος.»

Jurgen Schadeberg



Νότια Αφρική δεκαετία '50

Τo περιοδικό «Drum» ξεκίνησε την πορεία του το 1951 από δύο λευκούς, τον τυχοδιώκτη και συγγραφέα Μπομπ Κρισπ και τον Τζιμ Μπέιλεϊ, γιο ενός μεγιστάνα της χώρας, και με αρχισυντάκτες του εξέχουσες προσωπικότητες, σαν τους 'Αντονι Σάμπσον, Σιλβέστερ Στέιν και σερ Τομ Χόπκινσον.
Και ένας λευκός "ντράμερ" αυτής της μοναδικής δημοσιογραφικής μπάντας, που αποδείχθηκε πιο ροκ από πολλούς διάσημους ροκ σταρ, ήταν ο Βερολινέζος φωτορεπόρτερ Γιούργκεν Σάντεμπεργκ, που εγκατέλειψε λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το ερειπωμένο ακόμα από τους βομβαρδισμούς Βερολίνο, για μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τον ανελέητο ρατσισμό της λευκής μειονότητας προς τους μαύρους συμπολίτες τους.
Ο Σάντεμπεργκ έκανε πράγματα και θαύματα με την κάμερά του, γράφοντας ιστορία όχι μόνο με τις φωτογραφίες του, αλλά και με το ρόλο του ως δασκάλου και φίλου των πρώτων μεγάλων μαύρων φωτορεπόρτερ της Ν. Αφρικής, που μάθαιναν την τέχνη του φωτορεπορτάζ δουλεύοντας μαζί του στο «Drum». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σάντεμπεργκ θεωρείται ο πατέρας της φωτογραφίας της Ν. Αφρικής.

Στις σελίδες του περιοδικού έγραψαν νέοι μαύροι δημοσιογράφοι που έγιναν μετέπειτα μεγάλοι διανοούμενοι και συγγραφείς της χώρας τους, όπως οι Τοντ Ματσικίζα, Μπλόουκ Μοντισάνε, Καντέμπα, κ.α. Τα εξώφυλλα του περιοδικού φιλοξενούσαν καλλιτέχνες των νοτιοαφρικανικών γκέτο, σαν την τζαζ τραγουδίστρια Μίριαμ Μακέμπα, που έγινε μετά σταρ παγκόσμιας εμβέλειας.
Η δεκαετία 1950-1960 ήταν η χρυσή εποχή του περιοδικού, μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από δραματικά γεγονότα στην κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική ζωή των μαύρων της Ν. Αφρικής, όπως η αντιρατσιστική εκστρατεία Defiance Campaign το 1951-52, η κατεδάφιση του γκέτο του Sophiatown το 1955 και η σφαγή 69 μαύρων διαδηλωτών από την αστυνομία στο γκέτο του Sharpeville το 1960.



Jurgen Schadeberg


Rafael Navarro



«Γιατί είσαι φωτογράφος;» Αυτή ήταν η αναπόφευκτη ερώτηση που άκουγα από τότε που ξεκίνησα να φωτογραφίζω. Η απάντησή μου όμως άλλαζε ριζικά μέσα στο χρόνο κι ελπίζω να συνεχίσει να αλλάζει και στο μέλλον.

Στην αρχή πίστευα πως είχα ένα ιδιαίτερο αίσθημα για αυτό κι ένιωθα την ανάγκη να δημιουργώ εικόνες. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως χρησιμοποιούσα τη φωτογραφία για να εκφράσω κάτι που με έκαιγε βαθιά μέσα μου και μου ήταν αδύνατο να το αναγνωρίσω.

Αυτό με έκανε να καταλάβω πως το ταλέντο μου για τη φωτογραφική έκφραση ήταν απόλυτα φυσικό και εξαρτιόταν μόνο από τις καταστάσεις που με έφερναν κοντά στη φωτογραφία. Την ίδια στιγμή άρχισα να νιώθω την ανάγκη να εκφράσω τον εαυτό μου, γεμάτο από ασάφειες, ταμπού και άτακτες σκέψεις.

Σήμερα ξέρω καλά πως οι εικόνες μου έχουν πολλά στοιχεία αυτοανάλυσης μέσα τους και μπορώ ακόμη να δω κάποια αυτοπορτρέτα σ' αυτές. Δεν μπορώ να μαντέψω αν το ίδιο συμβαίνει και με το κοινό μου αλλά έτσι κι αλλιώς δεν ενδιαφέρομαι να στείλω κάποια συγκεκριμένα μηνύματα. Προσπαθώ απλώς να ξυπνήσω ορισμένα συναισθήματα σε όσους παρατηρούν - θα μπορούσα να πω διαβάζουν - τις εικόνες μου, εικόνες που σκόπιμα γονιμοποιώ με συγκεκριμένες αισθήσεις. Έτσι, δίνοντας μια σειρά από συμπεράσματα, ο θεατής μπορεί να δημιουργήσει τη δική του αναπαράσταση του αντικειμένου και να σχηματίσει μια προσωπική ανταπόκρισή του στην εικόνα.




Rafael Navarro

Martine Franck - Cartier Bresson




"Μια φωτογραφία δεν είναι κατ' ανάγκη ψέμα, αλλά ούτε και αλήθεια, είναι περισσότερο μια φευγαλέα, υποκειμενική εντύπωση. Αυτό που μου αρέσει περισσότερο στη φωτογραφία είναι η στιγμή που δεν μπορείς να προβλέψεις, πρέπει να παρακολουθείς συνεχώς το θέμα σου, έτοιμος για το απροσδόκητο"

Martine Franck



Henri Cartier-Bresson  - Martine Franck, μια αγάπη μέσα από τη φωτογραφία

 H φωτογράφος Martine Franck, σε μια συνέντευξη της το 2010,  μίλησε για το πως συναντήθηκε  πρώτη φορά  με τον σύζυγό της, το διάσημο ιδρυτή του πρακτορείου Magnum, Henri Cartier-Bresson.

 -  « Martine, θέλω να έρθω να δω τα κοντάκτ σας" της είπε ο Bresson. 'Εκτοτε οι δύο τους συνδέθηκαν και παντρεύτηκαν το 1970, με την Franck να γίνεται η δεύτερη σύζυγός του. Ήταν ένας γάμος καρδιάς και νου. Και οι δύο ήταν ταλαντούχοι φωτογράφοι και σπουδαίοι παρατηρητές του κόσμου. Αν η φωτογραφική δουλειά του Cartier-Bresson ήταν η ματιά της "αποφασιστικής στιγμής", η φωτογραφία της Franck είχε μια πιο απομακρυσμένη προσέγγιση. Αγαπούσε τους δρόμους και τη ζωντάνια της καθημερινότητας, της άρεσε να εργάζεται στις πιο  απομακρυσμένες κοινότητες, στα απομονωμένα νησιά της Ιρλανδίας.
Κάποτε η Franck  είπε στη "Daily Telegraph" ότι οι δύο τους σπάνια συζητούσαν για τη φωτογραφία, εν τούτοις  ένιωθαν μεγάλη ευχαρίστηση να στρέφει ο ένας τον φακό του στον άλλο. Μας άφησαν υπέροχα πορτραίτα και στιγμές τους, δύο εξαιρετικά ταλαντούχοι καλλιτέχνες που συνομίλησαν δια μέσου της φωτογραφίας. Ο Bresson ήταν 30 χρόνια μεγαλύτερος από εκείνη. 'Εμειναν μαζί μέχρι το θάνατό του το 2004.




Martine Franck

Ο Robert Frank, στην εφημερίδα Le Monde, 1994





" Η φωτογραφία πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μιας αντιπαράθεσης με μία δύναμη, με μία εξουσία που τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η πρώτη λήψη είναι συνήθως και η καλή. Στη δεύτερη λήψη, υπάρχει πάντα μία στιγμή που έχει ήδη χαθεί. Είναι πιο αδύναμη." 





Γιατί αποφασίσατε, το 1990, να δώσετε το μεγαλύτερο μέρος του φωτογραφικού σας έργου στη National Gallery της Ουάσινγκτον; 

Ξέρω ότι μετά το θανατό μου, ένα σωρό άνθρωποι θα βγουν απο τα λημέρια τους, θα πάνε να βρουν τη γυναίκα μου και θα της πουν: "Σας δίνουμε 10.000 δολάρια. Σε αντάλλαγμα, θα τυπώσουμε κάρτες, αφίσες, πόστερ, κλπ." Δεν θέλω να μου συμβεί αυτό. Δεν θέλω να εμπορευτούν το έργο μου, να πάνε να ψάχνουν τα κοντάκτ μου για να εκδώσουν τους Αμερικάνους, τόμος II, ή Τα νεκρά φύλλα από τον Robert Frank, ξέρετε, όλες αυτές οι ανοησίες που συνηθίζονται στον κόσμο της φωτογραφίας. Επομένως, έδωσα όλα μου τα αρνητικά στη National Gallery, αλλά με ένα πολύ συγκεκριμένο και δεσμευτικό συμβόλαιο. Θέλησα έτσι να εμποδίσω κάθε "προέκταση" του έργου μου. Επέλεξα τις εικόνες που συνθέτουν τους Αμερικάνους της δεκαετίας του '50· τις τύπωσα και τελείωσε. Είναι βασικό να βλέπει το κοινό αυτό που ο ίδιος ο φωτογράφος επέλεξε.



Robert  Frank



Από το Blogger.
Back to Top