Bruce Davidson



Αμερικανός φωτογράφος γεννήθηκε  το 1933 στο Oak Park του Illinois.
Στην ηλικία των 10 ετών η μητέρα του  έφτιαξε ένα σκοτεινό θάλαμο  και με τις συμβουλές του τοπικού φωτογράφου ξεκίνησε η μεγάλη καριέρα του Bruce. Στα 19 κέρδισε το πρώτο του βραβείο στο Kodak National High School Photographic Award.
To 1958 τελείωσε τις σπουδές του πάνω στη Φιλοσοφία και την  Τέχνη  στο Yale  και ταυτόχρονα έγινε  μέλος του πρακτορείου Magnum. Δημιούργησε φωτογραφικές θεματικές ιστορίες, οι πιό διάσημες από αυτές είναι οι "Brooklyn Gang ", "Selma March", "Sentral Park", "Subway". Το 1962 τιμήθηκε από το ίδρυμα Guggenheim και χρηματοδοτήθηκε από αυτό για να κάνει μία φωτογραφική μελέτη με θέμα τους Νέγρους της Αμερικής.
Οι νέοι στις φωτογραφίες του Davidson δεν φλέγονται από ανησυχία και οργή. Δεν είναι τρομαγμένοι ούτε έκπληκτοι από την μιζέρια που τους κυκλώνει. Δέχονται τις δύσκολες καταστάσεις γύρω τους στωικά και χωρίς αντίδραση, συμμετέχουν σε αυτές, προσπαθούν να ξεφύγουν από το πεπρωμένο τους ελπίζοντας σε μία καλύτερη ζωή χωρίς καμία πολιτική ιδεολογία , καμία επαναστατικότητα, μέσα στο σύστημα που τους καταπίνει λίγο-λίγο διαφθείροντάς τους.



Τα γεμάτα πόνο συναισθήματά τους ανήκουν μόνο στον ίδιο τον φωτογράφο. Η πληγωμένη  ευαισθησία του φωτογράφου καταγράφεται πάνω στο φίλμ, καθώς ο ίδιος τους φωτογραφίζει με συμπόνια και κατανόηση. Χωρίς καμία οικονομική βοήθεια ο Davidson εργάστηκε επί 18 μήνες συγκεντώνοντας ντοκουμέντα από την ζωή στην 100η Ανατολική Οδό της Νέας Υόρκης. Με την κάμερά  και το μαγνητόφωνό του κατέγραψε την ζωή των Πορτορικάνων στις φτωχογειτονιές του Χάρλεμ.
Θεωρείται ένας από τους πιό καταξιωμένους και φημισμένους Φωτογράφους του ρεπορτάζ γιά τις βεμάτες βάθος και συναίσθημα φωτογραφίες του.

πηγή: περιοδικό "Φωτογραφία" 1978









Ο Πλάτων Ριβέλλης γράφει για το έργο του Bruce Davidson, (αναδημοσίευση - απόσπασμα)


Brooklyn Gang
Ο Bruce Davidson όμως έκανε κάτι πολύ πιο τολμηρό. Ούτε αφαίρεσε το συναίσθημα, ούτε το αγνόησε. Απλώς το υπερέβη. Φαίνεται πως όταν ένας καλλιτέχνης παλέψει με τη δυσκολία, ή ηττάται (το πιθανότερο) ή κάνει ιδιαίτερο έργο. Και για την ακρίβεια ο Davidson δεν πάλεψε. Αφέθηκε, όπως αφήνεται ένας μικρόσωμος παλαιστής στα χέρια ενός πιο ισχυρού, με στόχο να τον παρασύρει στη δική του κατεύθυνση. Τη μάχη την έχασε σε πολύ λίγες φωτογραφίες και πάντως όχι σε αυτές τού «Brooklyn Gang». Στις περισσότερες την κέρδισε. Επίσης ο Davidson συνέχισε να φωτογραφίζει και συνέχισε να ανανεώνεται. Δεν εγκλωβίστηκε σε κανένα θέμα και σε καμία φόρμα. Η αγάπη του για την τέχνη και τη φωτογραφία δεν είναι ούτε μικρότερη ούτε μεγαλύτερη από την αγάπη του για τη ζωή και τον άνθρωπο.
Οι φωτογραφίες τού Davidson δεν είναι διδακτικές, ούτε κοινωνιολογικές. Ο δημιουργός τους δεν δίνει απαντήσεις, ούτε παίρνει θέσεις. Δεν υπογραμμίζει συναισθήματα, ούτε καν τα ονομάζει. Σαν μεγάλος χειριστής τού φωτογραφικού κάδρου που είναι, ξέρει να το επεκτείνει έξω από τα όριά του και ταυτόχρονα να πείθει για τις επιλογές που έκλεισε μέσα σε αυτά.






Central Park
Ο Bruce Davidson, πλήρως απελευθερωμένος από το θέμα λόγω τής ατελείωτης ποικιλίας των εκδοχών του, σε συνδυασμό και με την ύπαρξη ενός απόλυτα ορισμένου και περιχαρακωμένου χώρου, οδηγήθηκε σε μερικές ιδιοφυείς επιλογές. Προσέγγισε τον Κήπο σαν ένα μεγάλο παιχνίδι. Παιχνίδι για όσους συχνάζουν, αλλά και για τον ίδιο που τον φωτογραφίζει. Ουδέποτε ο Davidson έδειξε τέτοια χαριτωμένη και παιγνιώδη διάθεση απέναντι στα θέματά του. Και μια και η ποικιλία των θεμάτων (νέοι, γέροι, φτωχοί, πλούσιοι, μοναχικοί άνθρωποι, παρέες, ζώα, πτηνά, δέντρα, αγάλματα και άλλα πολλά) δεν εξασφάλιζε μια επιθυμητή ενότητα, επέλεξε σαν στοιχείο ενότητας τη φόρμα. Μια φόρμα που τελικά αποδίδει την παιχνιδιάρικη αίσθηση τού μεγάλου αυτού Κήπου.




Subway
Το χρώμα αποτελεί από μόνο του μια τόσο μεγάλη δύναμη ανατροπής, ώστε συμπαρασύρει όλες τις υπόλοιπες διαστάσεις τού έργου και επιβάλλει μια αναθεώρηση τής φόρμας. Ενώ όμως συνήθως η κυριαρχία τού χρώματος στην εικόνα οδηγεί σε αναγκαστική απλοποίηση τής φόρμας, ο Davidson επέλεξε να εξισορροπήσει το χρώμα με άλλες παράλληλες τολμηρές αλλαγές. Ο σκληρός φωτισμός τού ηλεκτρονικού φλας, ο περιορισμένος αριθμός των πληροφοριών τής φωτογραφίας, η απομόνωση των ανθρώπων, το λιτό φόντο, η ισοπέδωση των διαστάσεων, η υπερβολή των χρωμάτων, όλα αυτά οδηγούν σε μία φόρμα νευρώδη και ασφυκτική. Ο χώρος απειλητικός και αποπνικτικός. Ένας κόσμος σιωπηλός, επιστημονικής φαντασίας, βυθισμένος στο σκοτάδι, μέσα από το οποίο ήρθαν ο φακός και το φλας τού φωτογράφου να ανασύρουν τους εγκλωβισμένους ανθρώπους στην επιφάνεια.




Ο Davidson «κολλάει» με τον φακό του πάνω στα πρόσωπα, αλλά παρ' όλα αυτά παραμένει πιστός στις συνήθειές του και κρατάει μια απόσταση ευγένειας και σεβασμού. Οι φωτογραφίες του δεν έχουν τίποτα από την απειλητική και αυθάδη στάση των φωτορεπόρτερ που βιάζουν τον ιδιωτικό χώρο των ανθρώπων. Ο Davidson δεν αντιμετωπίζει τους φωτογραφιζόμενους με κλινική ή επιστημονική περιέργεια. Όπως πάντα, έτσι και τώρα, τιμάει τους ανθρώπους που τον εμπιστεύονται και τον κοιτάνε.

πηγή: rivellis.gr






















Από το Blogger.
Back to Top