Alice Prin, Kiki de Montparnasse 1901-1953



Γεννήθηκε στη Βουργουνδία και η ανύπαντρη μητέρα της γρήγορα έφυγε για το Παρίσι, αφήνοντας τη μικρή Αλίς  στη γιαγιά της. Η μικρή μεγάλωσε σε συνθήκες απόλυτης φτώχιας, δούλευε στους γείτονες για το φαγητό της ή έκλεβε από τους κήπους λαχανικά για να ζήσει.
Στην ηλικία των 12 ετών πήγε στο Παρίσι μόνη της για να βρει τη μητέρα της. Δούλεψε με έναν τυπογράφο, βοηθώντας στην εκτύπωση του Κάμα Σούτρα. Μετά σε ένα φούρναρη  και στα δεκατέσσερα της  άρχισε να ποζάρει γυμνή για ένα γέρο γλύπτη. Η μητέρα της την έδιωξε από το σπίτι και έτσι η Αλίς άρχισε να ζει στους δρόμους του Παρισιού. Βρήκε καταφύγιο στα  καφέ του Μονπαρνάς όπου σύχναζε και εκεί γνώρισε τους καλλιτέχνες της ζωής της.
Ο ζωγράφος Chaïm Soutine , ένας από τους πρώτους εραστές της την αποκάλεσε Kiki - «από το Αλίκη, όπως είναι το όνομά σου στα ελληνικά!» της είπε.

 Η Kiki de Montparnasse, η Βασίλισσα των καμπαρέ στο Παρίσι του 1920, μόλις είχε γεννηθεί.





Mοντέλο των καλλιτεχνών

Η 'Αλις υπήρξε το μοντέλων δεκάδων δημοφιλών καλλιτεχνών του Παρισιού όπως των Chaim Soutine, Julian Mandel, Tsuguharu Foujita, Constant Detré, Francis Picabia, Jean Cocteau, Arno Breker, Alexander Calder, Per Krohg, Hermine David, Pablo Gargallo, Mayo, και Tono Salazar.

 Μολονότι δεν είχε την αιθέρια ομορφιά της εποχής αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στην πολυτάραχη καριέρα της, τραγουδούσε, χόρευε, έπεζε στις σκηνές των Καμπαρέ. Γρήγορα έγινε το αγαπημένο μοντέλο των καλλιτεχνών.  Η «Νεαρή γυναίκα με ντεκολτέ» του Μόις Κίσλινγκ (1922) δείχνει μια χαριτωμένη Κικί που κοιτάζει τον θεατή με υγρά, μεγάλα μάτια, ενώ στο η «Κικί γυμνή» του Περ Κρόγκ (1928) αναδίνει έναν πρωτογενή σεξουαλισμό.

Η πιο αξιομνημόνευτη εικόνα της όμως είναι η φωτογραφία του Μαν Ρέι «Το βιολί του 'Ενγκρ», γυμνή με γυρισμένη την πλάτη όπου πάνω της βρίσκονται τα δύο f. Είναι ένα εγκώμιο των καμπυλών της που μοιάζουν με του βιολιού και μια ομολογία ότι είναι το όργανο για τη δημιουργία τέχνης.

Συνδέθηκε με τον Μαν Ρέι με μία θυελλώδη ερωτική σχέση, οι ανασφάλειές της, οι συγκρούσεις, οι επεισοδιακοί τους χωρισμοί, τα ξενύχτια, τα μεθύσια, οι γυμνές πόζες, το αχαλίνωτο σεξ τα βράδια και τα κενά πρωινά που ακολουθούσαν,  πνιγμένα στα ναρκωτικά.

Για τον Μαν Ρέι  υπήρξε  η μούσα και η έμπνευσή του.  Η  Κέι Μπόιλ - Αμερικανίδα μυθιστοριογράφος  που έζησε στο Παρίσι αυτόν τον καιρό - γράφει: «ο Μαν Ρέι σχεδίασε τη μορφή της την οποία και ζωγράφισε με το χέρι του. 'Αρχισε ξυρίζοντας τα φρύδια της και βάζοντας άλλα στη θέση τους, ανάλογα με το χρώμα που είχε αποφασίσει ότι θα την έβαφε εκείνη την ημέρα».

O Man Rey με το πορτραίτο της Kiki




 Παρά την έντονη σχέση τους, η Κικί αποδείχθηκε υπερβολικά πληθωρική για τον Μαν Ρέι. Οταν ένας καφετζής στη Νίκαια την αποκάλεσε πόρνη, αυτή τον χτύπησε άσχημα και έτσι κατέληξε στη φυλακή. Ο δικηγόρος του Μαν Ρέι μπόρεσε να την απελευθερώσει μόνον αφού προσκόμισε ιατρική βεβαίωση. Λίγο μετά, ο Μαν Ρέι την εγκατάλειψε για τη μαθήτρια και προστατευόμενή του στη φωτογραφική τέχνη Λι Μίλερ. Της το ανακοίνωσε σε ένα από τα καφέ όπου σύχναζαν και μόνο μπαίνοντας κάτω από το τραπέζι σώθηκε από τα πιάτα που του πέταγε.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1920 η Κικί πιά είχε το δικό της καμπαρέ το Chez Kiki κι ένα τραπέζι στο Le Dome ήταν μόνιμα κρατημένο στο όνομά της. Είχε αρχίσει να ζωγραφίζει σε στυλ πριμιτίφ και η έκθεσή της το 1927 είχε τεράστια επιτυχία. Δυο χρόνια αργότερα δημοσίευσε τις αναμνήσεις της  "Kiki’s Memoirs", ένα βιβλίο που έκανε πάταγο την εποχή εκείνη και  απαγορευμένο στην Αμερική μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Η Κικί ήταν διάσημη. Το κουτσομπολιό ανθούσε τριγύρω της και στο πολύβουο Παρίσι, η ίδια ενθουσιαζόταν γιαυτό ακόμη κι αν οι ιστορίες ήταν φανταστικές. Η ηγεμονία της άρχισε να φθίνει μαζί με τη δεκαετία του 1920. Ηταν ανίκανη να λειτουργήσει εκτός Παρισιού και  μια απόπειρα να εισέλθει στον αμερικανικό κινηματογράφο στη δεκαετία 1930 απέτυχε,  το Παρίσι δεν της ανήκε πιά.
Στα τελευταία της χρόνια, η Κικί  τραγουδούσε για τουρίστες στα καφέ του Μονπαρνάς, προκειμένου να βρει χρήματα για τις πολυδάπανες έξεις της, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Το 1953, στα 52 της χρόνια, κατέρρευσε και πέθανε. Για την κηδεία της πλήρωσαν οι ιδιοκτήτες των αγαπημένων καφέ του Μονπαρνάς.





Κικί, η Bασίλισσα του Μονπαρνάς στην ακμή του μοντερνισμού

Στη δεκαετία του 1920 η περιοχή του Μονπαρνάς, η αριστερή όχθη του Παρισιού, ήταν μια κυψέλη καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στο σπίτι της, στην οδό ντε Φλερί, η συγγραφέας Γκέρντρουντ Στάιν είχε ένα ζωντανό σαλόνι, όπου σύχναζαν ο Ανρί Ματίς και ο Γκιγιόμ Απολινέρ, για τους οποίους και έγραψε αργότερα στην «Αυτοβιογραφία» της ερωμένης της Αλις Μπ. Τόκλας. Ο νεαρός Ερνεστ Χεμινγουέι ήταν ένας άλλος προσκαλεσμένος, ο οποίος αν δεν μπλεκόταν μαζί της σε έντονες συζητήσεις για το στυλ της γραφής του, αναμειγνυόταν με τον άλλο κόσμο, που άλλωστε θα τον μεταμόρφωνε στο πρώτο του αριστούργημα «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά».

Ο ντανταϊσμός εισχωρούσε στον υπερρεαλισμό, ο Μαν Ρέι ακόνιζε το φωτογραφικό του βλέμμα και η Σίλβια Μπιτς, ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου «Σαίξπηρ εντ Κόμπανι», διακινδύνευε όλα όσα είχε, δημοσιεύοντας το τελευταίο έργο ενός σβέλτου, διοπτροφόρου Ιρλανδού. Σχεδόν χρεοκόπησε, αλλά άξιζε τον κόπο. Ο «Οδυσσέας» του Τζέιμς Τζόις άφησε έκθαμβους τους κριτικούς.

Ηταν εποχή της μεγάλης τέχνης και των μεγάλων ανθρώπων, που όταν ερχόταν το βράδυ συνέρρεαν στο Λε Τζόκι Μπαρ, όπου μια γυναίκα με αξιοσημείωτη γοητεία τραγουδούσε προκλητικά, σατιρικά ή γλυπόπικρα τραγούδια. Η γυναίκα αυτή, μοντέλο τέχνης και τραγουδίστρια καμπαρέ, συνήθιζε να ανεβαίνει στα τραπέζια και να σηκώνει τη φούστα της, δείχνοντας τις καλτσοδέτες της. Για το κοινό της ήταν κάτι περισσότερο από μια τραγουδίστρια. Με τον καιρό η Κικί του Μονπαρνάς είχε γίνει φίλη των περισσοτέρων, έμπνευση σε μερικούς και ερωμένη και μούσα του Μαν Ρέι.

Η Κικί, μια ατίθαση, αυθόρμητη, πέραν της ηθικής γυναίκα σε καιρούς που οι γυναίκες ήταν μόνο θέαμα δίχως η φωνή τους να γίνεται ακουστή. «Ολα όσα χρειάζομαι είναι ένα κρεμμύδι, ένα κομμάτι ψωμί και κόκκινο κρασί, πάντα θα βρίσκω κάποιον να μου τα προσφέρει», είπε κάποτε.


Χωρίς δίχτυ ασφαλείας

«Η Κικί ηγεμόνευσε στην εποχή του Μονπαρνάς περισσότερο από όσο η βασίλισσα Βικτωρία ηγεμόνευσε στη βικτωριανή εποχή», έγραψε ο Χεμινγουέι στον πρόλογό του στις αναμνήσεις της Κικί το 1929. Την ίδια χρονιά που τα δημοσίευσε, η Κικί ζωγράφισε ένα κορίτσι που περπατά πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, ισορροπώντας επικίνδυνα πάνω στο πανηγύρι ενός δρόμου. Το πλήθος είτε θαυμάζει το νούμερό της είτε προσπαθεί να δει μέσα στη φούστα της. Δίχτυ ασφαλείας δεν υπάρχει, όπως ποτέ δεν υπήρξε στη ζωή της.



κείμενο: J.Eco
πηγές:  "The Gardian", "H Καθημερινή" 2/2007, Wikipedia, Lifo (αναδημοσίευση, απόσπασμα)






Man Ray και  Kiki



 από το comic των Jose-Luis Bocquet και Catel Muller





από το comic των Jose-Luis Bocquet και Catel Muller












Από το Blogger.
Back to Top