Φωτομέτρηση



Γενικές αρχές

Για να καταλάβουμε και να εφαρμόσουμε τη φωτομέτρηση στη φωτογραφία, πρέπει να προηγηθεί η κατανόηση ορισμένων βασικών αρχών
1. Η ευαισθησία των φιλμ (που εκφράζεται σε ASA) διπλασιάζεται ή μειώνεται στο μισό με κάθε διπλασιασμό ή μείωση στο μισό τού αριθμού των ASA. Π.χ. φιλμ 4ΟΟ ASA από φιλμ 200 ASA είναι κατά ένα στοπ πιο ευαίσθητο (αρκείται στο μισό φως).
2. Οι (ολόκληρες) αποστάσεις των ταχυτήτων και των διαφραγμάτων μεταξύ τους απέχουν επίσης κατά ένα στοπ, ίδιας αξίας με το στοπ τής ευαισθησίας των φιλμ (διπλάσιο ή μισό φως). Π.χ. Η ταχύτητα 250 από την ταχύτητα 125 είναι κατά ένα στοπ πιο γρήγορη (αποδίδει μισό φως). Το διάφραγμα f/5,6 από το διάφραγμα f/8 είναι κατά ένα στοπ πιο «γρήγορο» (αποδίδει διπλάσιο φως).
3. Το ανθρώπινο μάτι και ο εγκέφαλος μπορούν να διακρίνουν διαφορές πολλών στοπ φωτισμού. Το ασπρόμαυρο όμως φιλμ μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια (με πληροφορίες) διαφορές 6 ή 7 (το πολύ) στοπ. Από κει και πέρα οι περιοχές αποδίδονται ως απολύτως μαύρες ή απολύτως άσπρες (χωρίς πληροφορίες). Το έγχρωμο αρνητικό φιλμ μπορεί να περιγράψει διαφορές 3 έως (το πολύ) 4 στοπ και οι διαφάνειες 2 έως (το πολύ) 3 στοπ.
4. Σε περίπτωση αμφιβολίας ένα αρνητικό φιλμ είναι καλύτερα να φωτίζεται περισσότερο και ένα θετικό (διαφάνειες – slides) λιγότερο. Διαφορές μισού ή μικρότερου μέρους τού στοπ γίνονται ευκρινώς αντιληπτές μόνον στις διαφάνειες.
5. Δεν υπάρχει η έννοια τής απολύτως σωστής φωτομέτρησης. Σωστή είναι η φωτομέτρηση που αποδίδει πιο πιστά αυτό που θέλει ο φωτογράφος. Επομένως ξεκινάμε από την ενδεικνυόμενη φωτομέτρηση, την οποία τροποποιούμε σύμφωνα με τις τεχνικές διορθώσεις που επιβάλλονται (βλ. κατωτέρω) και με τις προτιμήσεις μας. Τη βασική ένδειξη μάς τη δίνει το φωτόμετρο (lighmeter ή exposuremeter).
6. Η δυσκολία στα αρνητικά φιλμ είναι να «γράψουν» τα μαύρα (δηλ. να καταγραφούν λεπτομέρειες). Αν αυτά γράψουν, κατά μείζονα λόγο θα γράψουν και τα άσπρα. Μαύρα ή σκιερά (shadows) ονομάζουμε τα σκιερά στην πραγματικότητα και στο χαρτί, αλλά ανοιχτά στο φιλμ. Άσπρα ή φωτεινά (highlights) ονομάζουμε τα φωτεινά στην πραγματικότητα και στο χαρτί, αλλά σκούρα στο φιλμ.
7. Με την έκθεση (κατά τη λήψη) εξασφαλίζουμε την πυκνότητα (density) τού φιλμ (δηλαδή πόσο σκούρο θα είναι, πόσο θα «γράψει»), και με την εμφάνιση (στα υγρά τού θαλάμου) πόσο μεγάλο κοντράστ θα έχει (δηλαδή πόσο απότομες διαβαθμίσεις άσπρου – μαύρου).




Φωτόμετρα

Τα φωτόμετρα είναι όργανα που μας βοηθούν στη μέτρηση τής έντασης τού φωτός. Η μέτρηση αυτή εκφράζεται είτε σε αριθμούς EVExposure Value), δηλαδή σε ζεύγη διαφραγμάτων-ταχυτήτων, είτε απευθείας σε διαφράγματα και ταχύτητες.
Διακρίνονται:
* Ανάλογα με τη θέση και την κατασκευή τους: Σε φορητά ή ενσωματωμένα στη φωτογραφική μηχανή. Σε αναλογικά (με βελόνα) ή ψηφιακά. Τα ψηφιακά είναι ταχύτερα και ακριβέστερα (ακόμα και δέκατα κλάσματος), αλλά δεν προσφέρουν τη συνολική αντίληψη που προσφέρουν τα αναλογικά (ακριβώς όπως συμβαίνει και με τα ρολόγια).
* Ανάλογα με το φωτοκύτταρο που χρησιμοποιούν: Σε φωτόμετρα σεληνίου (selenium), θειούχου καδμίου (Cds) και πυριτίου (Spd). Τα πρώτα λειτουργούν και χωρίς μπαταρία. Τα τελευταία είναι τα καλύτερα με την ταχύτερη αντίδραση και το μεγαλύτερο εύρος ευαισθησίας.
* Ανάλογα με την κατεύθυνση μέτρησης: Σε ανακλωμένου (reflected) ή προσπίπτοντος (incident) φωτισμού. Τα φωτόμετρα ανακλωμένου φωτισμού (και τέτοια είναι όλα τα ενσωματωμένα στη μηχανή) μετρούν όλο το φως που ανακλάται από το αντικείμενο και συγκεκριμένα από μιαν ορισμένη γωνία τού αντικειμένου, ως προς τη θέση τής μηχανής. Αυτήν τού φακού, αν πρόκειται για μηχανές ρεφλέξ, ή αυτήν που ορίζει ο κατασκευαστής, για τις άλλες περιπτώσεις (συνήθως 30 μοίρες). Τα φωτόμετρα προσπίπτοντος μετρούν όλο το φως που πέφτει πάνω στο αντικείμενο από μια γωνία 180 μοιρών. Άρα το προσπίπτοντος «κοιτάει» από το αντικείμενο προς τη μηχανή, ενώ το ανακλωμένου από τη μηχανή προς το αντικείμενο. Ένα φορητό φωτόμετρο μπορεί να είναι και προσπίπτοντος και ανακλωμένου φωτισμού. Για να το χρησιμοποιήσουμε ως προσπίπτοντος πρέπει να τοποθετήσουμε μπρος στο φωτοκύτταρό του έναν ημισφαιρικό λευκό θόλο, που βρίσκεται μόνιμα τοποθετημένο πάνω του. Τα φωτόμετρα σποτ μιας μοίρας (βλ. κατωτέρω) είναι μόνον ανακλωμένου. Μπορεί ένα φορητό φωτόμετρο να γίνεται κατά βούλησιν προσπίπτοντος, ανακλωμένου μεγάλης γωνίας, ή ανακλωμένου μικρής γωνίας ( 5, 10 ή σπανίως και μιας μοίρας) με την προσθήκη εξαρτήματος....


* Ανάλογα με το σχεδιάγραμμα μέτρησης μέσα από τη μηχανή: Σε φωτόμετρα μέσου όρου (average), που μετρούν όλο το κάδρο που παίρνει ο φακός με την ίδια βαρύτητα μέτρησης. Σε φωτόμετρα περιορισμένης κηλίδας (spot), που μετρούν ένα μικρό καθορισμένο κυκλάκι στο κέντρο τής φωτογραφίας. Τα φωτόμετρα σποτ είναι τα ακριβότερα και ακριβέστερα. Μπορεί να είναι φορητά, οπόταν μετρούν περιοχή μιας μοίρας, ή να αποτελούν επιλογή σε ενσωματωμένο φωτόμετρο, οπόταν η γωνία που καθορίζει το κυκλάκι πάνω στην οθόνη εστιάσεως εξαρτάται από τη γωνία τού φακού που χρησιμοποιούμε. Σε φωτόμετρα με μεγαλύτερη βαρύτητα μέτρησης στο κέντρο τού κάδρου ή στο κέντρο και κάτω (center ή center and bottom weighted). Σε φωτόμετρα που μετρούν έξι ή περισσότερες προκαθορισμένες περιοχές τού κάδρου και, με βάση προηγούμενα στοιχεία από υπολογιστή, προσδιορίζουν τη φωτομέτρηση (χρησιμοποιούνται μόνον με αυτοματισμό έκθεσης).
Για να μας δώσει στοιχεία το φωτόμετρο πρέπει βεβαίως να προσδιορίσουμε προηγουμένως πάνω στον δείκτη που όλα διαθέτουν (ή πάνω στη μηχανή αν είναι ενσωματωμένα) την ευαισθησία τού φιλμ που χρησιμοποιούμε.




Φωτομέτρηση με φωτόμετρο ανακλωμένου φωτισμού
Προβλήματα:
Παρείσακτος φωτισμός. Στην περίπτωση φωτομέτρησης με φωτόμετρο ανακλωμένου φωτισμού, φορητού ή ενσωματωμένου, ο φωτισμός πίσω, πλάι ή πάνω από το αντικείμενο μπορεί να επηρεάζει το φωτόμετρο (να «πέφτει πάνω του»), χωρίς να το φωτίζει το αντικείμενο.
Αποτέλεσμα: Φωτογραφία γκρίζα, υποεκτεθειμένη, υποφωτισμένη (underexposed).
Διόρθωση: Πλησιάζουμε στο αντικείμενο, φωτομετρούμε αποκλείοντας τον παρείσακτο φωτισμό, οπισθοχωρούμε, ξανακαδράρουμε και φωτογραφίζουμε με την προηγούμενη ένδειξη. ΄Η, ανοίγουμε τον φωτισμό κατά 2 ή 3 στοπ (με την πείρα μας). ΄Η, φωτομετρούμε άλλο σημείο, ίδιας φωτιστικής έντασης, που δεν έχει παρείσακτες φωτεινές πηγές, κι ύστερα, χωρίς να αλλάξουμε φωτομέτρηση, ξανακαδράρουμε και παίρνουμε τη φωτογραφία.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις αν η μηχανή έχει αυτόματη έκθεση, πρέπει να διορθώσουμε μέσω όποιας μεθόδου μάς προσφέρει η συγκεκριμένη μηχανή, όπως το κλείδωμα μνήμης (memory lock) ή η διόρθωση αυτόματης έκθεσης (exposure compensation dial), οπόταν πηγαίνουμε τον διακόπτη συνήθως στο +2. Αν επιχειρήσουμε χειροκίνητη διόρθωση ή ξανακαδράρισμα, ο αυτοματισμός τής μηχανής θα κάνει πάλι λάθος επηρεαζόμενος από τον παρείσακτο φωτισμό.
Αν η μηχανή δεν έχει στον αυτοματισμό τρόπους «ξεγελάσματος» τού φωτομέτρου, και αν δεν διαθέτει χειροκίνητο χειρισμό (manual), μόνη δυνατότητα απομένει να αλλάξουμε τα ASA. Αν π.χ. με φιλμ 400ASA δώσουμε προς στιγμήν ένδειξη 100ASA (2 στοπ διαφορά) ο αυτοματισμός τής μηχανής θα δώσει +2 στοπ φως. Και η φωτογραφία θα φωτιστεί περισσότερο (σωστά).
Τελευταία δυνατή λύση για όλες τις περιπτώσεις (ειδικά όταν η μηχανή δεν επιτρέπει ούτε διόρθωση των ASA) η χρήση φλας μικρής ισχύος (fill in flash) για να «γεμίσει» τα σκιερά τής φωτογραφίας.
Ποσοστό ανάκλασης φωτός: Στην περίπτωση φωτομέτρησης με φωτόμετρο ανακλωμένου φωτισμού, φορητού ή ενσωματωμένου, παίζει φυσικά ρόλο το πόσο σκούρα είναι η επιφάνεια τού αντικειμένου, πάνω στην οποία θα ανακλασθεί το υπό φωτομέτρηση φως. Το φως θα είναι το ίδιο, αλλά αν η επιφάνεια είναι λευκή θα πέσει πάνω στο φωτόμετρο πολύ μεγαλύτερη ποσότητα φωτός, από εκείνην που θα το πέσει αν η επιφάνεια τού αντικειμένου είναι μαύρη. Η φωτογραφία πρέπει να τραβηχτεί με τον ένα (και σωστό) φωτισμό, ο οποίος θα αποδώσει τα λευκά λευκά και τα μαύρα μαύρα. Αν ο φωτισμός είναι λιγότερος (δηλαδή η ένδειξη οδηγεί σε πιο κλειστά διαφράγματα ή πιο γρήγορες ταχύτητες) επηρεασμένος από την έντονη ανακλαστικότητα τής επιφάνειας, τότε τα λευκά θα βγουν γκρίζα, διότι θα υποφωτιστούν. Αν ο φωτισμός είναι περισσότερος (δηλαδή η ένδειξη οδηγεί σε πιο ανοιχτά διαφράγματα ή πιο αργές ταχύτητες) επηρεασμένος από τη χαμηλή ανακλαστικότητα τής επιφάνειας, τότε τα μαύρα θα βγουν γκρίζα, διότι θα υπερφωτιστούν.
Όλα ανεξαιρέτως τα φωτόμετρα έχουν ρυθμιστεί να φωτομετρούν επιφάνειες με ποσοστό ανάκλασης 18%. Αυτές καλύπτουν το 75% των περιπτώσεων και αντιστοιχούν γύρω μας σε οτιδήποτε σκούρο γκρι, ή στην άσφαλτο, στο γρασίδι, στους κορμούς των δέντρων, στο χώμα (όχι στην άμμο), στα σκούρα βράχια κλπ. Μια μέτρηση πάνω σε τέτοια επιφάνεια θα μας δώσει πάντοτε σωστή ένδειξη, την οποία θα πρέπει να ακολουθήσουμε. Μια μέτρηση σε λευκή επιφάνεια (χιόνι, εκκλησία κλπ) ή μια μέτρηση σε επιφάνεια μεγάλης ανακλαστικότητας (θάλασσα που λαμπυρίζει, άμμος κλπ) χρειάζεται διόρθωση τουλάχιστον +2 στοπ (οι λευκές επιφάνειες έχουν 90% αντανάκλαση, άρα το φωτόμετρο δέχεται 5 φορές [90:18] περισσότερο φως).
Μια μέτρηση σε μαύρη επιφάνεια χρειάζεται διόρθωση -2 στοπ. Μια μέτρηση σε γκρίζα ή μέτριας ανακλαστικότητας επιφάνεια (περίπου στο 18%) δεν χρειάζεται καμία διόρθωση. Η Kodak έχει μια γκρίζα κάρτα που παρουσιάζει ακριβώς την ανακλαστικότητα τού 18%, ώστε αν δουλεύει κανείς σε ελεγχόμενες συνθήκες (όπως στο στούντιο) να μπορεί να την χρησιμοποιεί σαν στόχο για φωτομέτρηση. Ένας άλλος τέτοιος πρόχειρος στόχος μπορεί να γίνει η παλάμη μας, τής οποίας η επιφάνεια έχει ανακλαστικότητα (για όλους τους ανθρώπους) 36%. Οπόταν αφού τη μετρήσουμε θα «ανοίγουμε» ένα στοπ για να έρθουμε στο 18%. Οι μετρήσεις με φωτόμετρο σποτ παρουσιάζουν, όπως είναι φυσικό, τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και ευκολία, αρκεί να ξέρει κανείς να τις χρησιμοποιήσει και, φυσικά, να μην χρησιμοποιεί αυτόματη μηχανή.




Τυφλοσούρτης:
α) Φωτομετρούμε στρέφοντας τη μηχανή ή το φωτόμετρο προς τα κάτω (και έτσι αποφεύγουμε τους παρείσακτους φωτισμούς), πάνω σε μια επιφάνεια περίπου 18% (και έτσι αγνοούμε τις ανακλαστικές διαφορές των επιφανειών τού αντικειμένου). Προσοχή μόνον η υποκατάστατη επιφάνεια μέτρησης να φωτίζεται με την ίδια ένταση όπως και η κύρια επιφάνεια.
β) Φωτομετρούμε με φωτόμετρο προσπίπτοντος φωτισμού (δεν επηρεάζεται ούτε απόν την ανακλαστικότητα τού αντικειμένου, ούτε νοείται παρείσακτος φωτισμός).

Διαφορές αντιθέσεων (contrast)
Η σκηνή που φωτογραφίζουμε μπορεί να έχει μικρές ή μεγάλες διαφορές φωτισμού που να οφείλονται όχι μόνον σε λευκά-γκρίζα-μαύρα αλλά και σε περιοχές λίγο-μέτρια-πολύ φωτισμένες. Ο έλεγχος τού κοντράστ (μια και όπως είδαμε ακόμα και το ασπρόμαυρο φιλμ δεν μπορεί να καταγράψει παρά περιορισμένες διαφορές) γίνεται κυρίως μέσω τής εμφάνισης. (Δυστυχώς αυτό δεν ισχύει για τα έγχρωμα αρνητικά όπου η εμφάνιση δεν επιδέχεται τροποποιήσεις).
Συγκεκριμένα, αύξηση τού χρόνου εμφάνισης αυξάνει το κοντράστ και μείωση το μειώνει. Μπορούμε να πούμε ότι ο φωτογράφος έχει το δικαίωμα χωρίς άλλη τροποποίηση (π.χ. κατά τη λήψη) να αυξάνει λίγο τον χρόνο εμφάνισης (π.χ. κατά 10-20%), αν επιθυμεί να αποκτήσει φωτογραφίες με περισσότερο έντονες αντιθέσεις, ή να τον μειώνει, αν γνωρίζει ότι οι συνθήκες φωτογράφισης είχαν υπερβολικές αντιθέσεις (π.χ. φλας, παραλία, καλοκαίρι σε νησί κλπ). Στην τελευταία αυτή περίπτωση η μείωση δεν πρέπει να υπερβαίνει το 10%.
Η επέμβαση αυτή στο κοντράστ επιτυγχάνεται διότι κατά την εμφάνιση τα σκιερά (φωτεινά στο αρνητικό) ολοκληρώνουν την εμφάνισή τους στο μισό τού συνολικού χρόνου εμφάνισης (μια και δεν έχουν δεχτεί πολύ φως, άρα δεν έχουν πολύ άργυρο να μετατρέψουν σε μεταλλικό). Τα φωτεινά όμως (σκούρα στο αρνητικό) συνεχίζουν να εμφανίζονται, και συνεπώς να μαυρίζουν, για πολύ περισσότερο χρόνο. Έτσι αυξάνει η απόστασή τους από τα σκιερά, με αποτέλεσμα να γίνονται ακόμη πιο λευκά. Βέβαια, αυτή η αύξηση έχει ως συνέπεια και την αύξηση τού κόκκου. Όπως επίσης και τη δυσκολία, αν ξεπεραστεί ένα όριο, να τυπωθούν σωστά.
Πρόκειται δηλαδή σχεδόν για τετραγωνισμό τού κύκλου, αφού πρέπει και τα σκιερά να «γράψουν» (με λεπτομέρειες), άρα να δεχτούν αρκετό φως κατά την εμφάνιση, αλλά και τα φωτεινά να τυπωθούν (με λεπτομέρειες) και να μην είναι απλώς λευκές επιφάνειες.
Η αύξηση τού κοντράστ μπορεί ενδεχομένως να επιτευχθεί σχετικά εύκολα με την επιλογή σκληρού φίλτρου κατά την εκτύπωση. Η μείωσή του όμως είναι μια πιο δύσκολη υπόθεση, που χρειάζεται και αρκετή εφαρμογή των τεχνικών κρατήματος και καψίματος κατά την εκτύπωση. Επομένως είναι καλύτερα να προλαμβάνεται.
Επίσης, αν τα λευκά υπερεμφανιστούν, υπάρχει ελπίδα να τυπωθούν σχεδόν σωστά με υπερβολικό κάψιμο κατά την εκτύπωση. Ενώ αν τα σκιερά δεν «γράψουν», ό,τι κι αν κάνουμε κατά την εκτύπωση δεν θα υπάρχουν πληροφορίες στο αρνητικό για να δουλέψουμε.
Επομένως η (συνήθης τουλάχιστον) προσπάθεια είναι «να εκθέτουμε για τα σκιερά και να εμφανίζουμε για τα φωτεινά» («expose forthe shadows develop for the highlights»). Δηλαδή να δίνουμε αρκετό φως κατά τη λήψη, ώστε να καταγραφούν τα πιο σκοτεινά που εμείς επιθυμούμε να γραφτούν σαν μαύρα στη φωτογραφία. Και να εμφανίζουμε έχοντας στο μυαλό μας ότι πρέπει να τυπωθούν (και να μην είναι ξεπλυμένα) τα φωτεινά που εμείς επιθυμούμε να καταλάβουν την άνω κλίμακα στη φωτογραφία μας. Από τα δύο κακά (επαναλαμβάνουμε) το χειρότερο είναι να μην έχουμε σκιερά. Όλες τις πιο σκούρες ή πιο ανοιχτές περιοχές θα τις αφήσουμε (δεν γίνεται αλλιώς) να αποδοθούν σαν απόλυτο μαύρο ή άσπρο αντιστοίχως.
Αν υπερεκθέσουμε το φιλμ (όλο βέβαια το φιλμ και όχι μόνον μερικά καρέ), για να εξασφαλίσουμε τα σκιερά που μας ενδιαφέρουν, μπορούμε να το υποεμφανίσουμε πιο δυναμικά (20 ή σπανίως και 30%), για να σώσουμε τα φωτεινά που μας ενδιαφέρουν. Μπορούμε δηλαδή να χαρακτηρίσουμε ένα φιλμ 400ASA σαν φιλμ 200ASA (υπερέκθεση ενός στοπ) και να το υποεμφανίσουμε κατά 20% (π.χ. αντί 10, για 8 λεπτά). Ή σαν 100ASA (υπερέκθεση δύο στοπ) και να το υποεμφανίσουμε κατά 30% (π.χ. αντί 10, για 7 λεπτά). Το μόνο μειονέκτημα θα είναι κι εδώ μια μικρή αύξηση τού κόκκου. Το ίδιο (εννοείται) πρέπει να κάνουμε, αν από λάθος τραβήξουμε ένα φιλμ σε λιγότερα ASA (δηλ. αν το υπερεκθέσουμε).
Αν υποεκθέσουμε το φιλμ (και πάλι όλο το φιλμ και όχι μόνον μερικά καρέ), θα το κάνουμε μόνον αν υπάρχει λόγος (π.χ. αν δεν επαρκεί ο φωτισμός), διότι με την υποέκθεση τα σκιερά έτσι κι αλλιώς δεν θα έχουν πληροφορίες. Μπορούμε δηλαδή να χαρακτηρίσουμε ένα φιλμ 400ASA σαν φιλμ 800 ή 1600 ASA (υποέκθεση ενός ή δύο στοπ αντιστοίχως). Σε περίπτωση υποέκθεσης, θα ακολουθεί υπερεμφάνιση (εκτός κι αν άλλα λένε οι οδηγίες τού κάθε φιλμ) σε πολύ πιο δυναμικά ποσοστά από την προηγούμενη περίπτωση. Π.χ. για κάθε στοπ υποέκθεσης μπορεί να γίνει 40% υπερεμφάνιση (αντί για 10 λεπτά, 14).




Πρακτικά:
1. Αν φωτομετρήσουμε την πιο μαύρη επιφάνεια που μας ενδιαφέρει και τραβήξουμε με την ένδειξη τού φωτομέτρου, τα μαύρα θα βγουν γκρίζα, τα γκρίζα άσπρα και τα άσπρα «ξέξασπρα». (Φωτογραφία υψηλών τόνων ή high key).
2. Αν φωτομετρήσουμε την πιο λευκή επιφάνεια που μας ενδιαφέρει και τραβήξουμε με την ένδειξη τού φωτομέτρου, τα μαύρα θα βγουν «κατάμαυρα», τα γκρίζα μαύρα και τα άσπρα γκρίζα (υποφωτισμένα, σαν βρώμικα). (Φωτογραφία χαμηλών τόνων ή low key).
3. Αν φωτομετρήσουμε την πιο μαύρη επιφάνεια που μας ενδιαφέρει και τραβήξουμε με δύο στοπ λιγότερο φως από την ένδειξη τού φωτομέτρου, τα μαύρα θα βγουν μαύρα, τα γκρίζα γκρίζα και τα άσπρα άσπρα.Φωτομέτρηση για την ελάχιστη πυκνότητα των σκιερών-minimum shadow density).
4. Αν φωτομετρήσουμε την πιο λευκή επιφάνεια που μας ενδιαφέρει και τραβήξουμε με δύο στοπ περισσότερο φως από την ένδειξη τού φωτομέτρου, τα μαύρα θα βγουν μαύρα, τα γκρίζα γκρίζα και τα άσπρα άσπρα. (Φωτομέτρηση για την ελάχιστη πυκνότητα των φωτεινών-minimum highlight density).
5. Αν φωτομετρήσουμε την πιο γκρίζα μεσαία (περίπου 18%) επιφάνεια από το σύνολο που μας ενδιαφέρει και τραβήξουμε με την ένδειξη τού φωτομέτρου, τα μαύρα θα βγουν μαύρα, τα γκρίζα γκρίζα και τα άσπρα άσπρα.
6. Αν έχουμε χρόνο μπορούμε να φωτομετρούμε και τα πιο λευκά και τα πιο μαύρα και ύστερα να αποφασίζουμε. Συνήθως κάνουμε το ένα από τα δύο και καλύτερα φωτομετρούμε τα μαύρα και κλείνουμε δύο στοπ για να τα εξασφαλίσουμε, αλλά και να βγουν μαύρα.
7. Αν η διαβάθμιση των τόνων μάς δίνει την υποψία τού μεγάλου κοντράστ, τότε «κρατάμε» λίγο την εμφάνιση. Αν αντιθέτως ο φωτισμός είναι πολύ επίπεδος και δεν υπάρχουν σκιές, αυξάνουμε λίγο την εμφάνιση.
8. Αν το κοντράστ για όλες τις λήψεις ενός φιλμ είναι εμφανώς υψηλό, τραβάμε όλο το φιλμ με ένα στοπ περισσότερο φως και μειώνουμε 20% την εμφάνιση.
Είναι καλό ο κάθε φωτογράφος να βρει ένα στυλ φωτομέτρησης που να τον βολεύει και από κει και πέρα να μην σκέφτεται πλέον πώς φωτομετράει. Είναι επίσης καλό να καταλήξει σε μερικά (λίγα) φιλμ και έναν ή δύο εμφανιστές, ώστε να γνωρίζει τη «συμπεριφορά» τους και να ξέρει ακριβώς τις τροποποιήσεις των χρόνων (έκθεσης και εμφάνισης).

Ζωνικό σύστημα
Το περίφημο «ζωνικό» σύστημα, που είχε επινοήσει ο φωτογράφος Ansel Adams, εφαρμόζει λίγο πιο μεθοδικά και με επιστημονικοφάνεια όλα τα ανωτέρω. Χωρίζει τον κόσμο σε 11 ζώνες (με λατινική αρίθμηση), που διαφέρουν η μια από την άλλη κατά 1 στοπ. Στη ζώνη 0 αντιστοιχεί το απόλυτο μαύρο, στην Χ το απόλυτο άσπρο και στην V το γκρι 18%. Ο φωτογράφος «προαποφασίζει» (previsualization) πώς θέλει να αποδοθεί η τελική φωτογραφία, φωτομετράει με σποτόμετρο όλες τις λεπτομέρειες, τις οποίες «τοποθετεί» (placement) στην κλίμακα των ζωνών. Το διάφραγμα με το οποίο θα τραβήξει τη φωτογραφία τοποθετείται στη ζώνη πέντε (V). Ανάλογα με το κοντράστ αποφασίζει τι εμφάνιση θα κάνει (Ν+1 ή +2, Ν-1 ή -2, όπου Ν =Normal).

πηγή - photocircle.gr, (αναδημοσίευση)


δείτε πως φωτογράφιζε ο A.Adams  (φίλμ του 1958)








http://www.mediafire.com/view/s31i7na95up13ra/ToZonikoSystima.pdf



Από το Blogger.
Back to Top