Η Ομογένεια στην ασπρόμαυρη φωτογραφία



"Οι Ελληνοαμερικανοί" - Ιστορία της Ελληνικής Ομογένειας των Η.Π.Α.
κείμενο: Μαρκέτος Μπάμπης, (αναδημοσίευση)


Στα βήματα του Κολόμβου
Οι ιστορικοί του Ελληνισμού της Αμερικής αρέσκονται να αναφέρουν πως η παρουσία Ελλήνων στον Νέο Κόσμο πηγαίνει πολύ πίσω και απο αυτόν τον ίδιο τον Χριστόφορο Κολόμβο, που κατά την γνώμη του Σεραφείμ Κανούτα και του έλληνα διπλωμάτη Δημ. Σισιλιάνου "δεν ήτο Ιταλός, αλλά βυζαντινός ευγενής του οποίου το πραγματικόν όνομα ήτο Δίοπατος". Ο ισχυρισμός αυτός παραμένει αμφισβητούμενος. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ένας από τους ναύτες που υπηρετούσαν στα πληρώματα του Κολόμβου ήταν πιθανώτατα Έλληνας ο Γιοχάν Γκριέγκο από την Γένοβα.





Με τους ισπανούς εξερευνητές
Παλαιά ισπανικά ντοκουμέντα αναφέρουν ότι το 1528 ένας έλληνας ναυτικός, ονόματι Θεόδωρος (Don Theodoro), είχε φθάσει στον Νέο Κόσμο με τον ισπανό εξερευνητή Ντον Παμφίλο ντε Ναρβέθ, που είχε αναλάβει κατ' εντολήν του βασιλέως της Ισπανίας να εξερεύνηση τον Κόλπο του Μεξικού και τις δυτικές ακτές της Φλώριδας (Florida).
Σύμφωνα με το "Ημερολόγιο" του Ναρβέθ, όταν το καράβι του έφτασε τον σημερινό κόλπο της Πενσακόλλα, οι Ινδιάνοι της περιοχής έκαναν συμφωνία με τον Ναρβέθ να του προμηθεύσουν τρόφιμα και νερό επ' ανταλλαγή δώρων, αλλά επέμειναν για ασφάλεια να αποβιβασθούν ως όμηροι δύο μέλη του πληρώματος. Ο Θόδωρος και ένας νέγρος προσεφέρθηκαν εθελοντικά -τουλάχιστον έτσι γράφει ο Ναρβέθ-να βγουν ως όμηροι στην στεριά.
Για λόγους που δεν εξηγεί το "Ημερολόγιο," οι δύο όμηροι δεν ξαναγύρισαν στο καράβι, που σαλπάρησε χωρίς να τους παραλάβη. Δώδεκα χρόνια αργότερα ένας άλλος ισπανός εξερευνητής, ο Ντε Σότο, έμαθε πως ένας λευκός με το όνομα Θόδωρος ζούσε επί αρκετά χρόνια στην περιοχή που σήμερα είναι γύρω στην Μόμπιλ της Αλαμπάμα.
Όταν ο Ντε Σότο θέλησε να συνάντηση τον Θόδωρο, έμαθε ότι δεν ζούσε πια και ότι μια εχθρική φυλή Ερυθροδέρμων τον είχε σκοτώσει μαζί με τον νέγρο σύντροφο του.
Αν η ιστορία αληθεύη, τότε ο Θόδωρος αυτός είναι ο πρώτος Έλληνας που πάτησε το 1528 τον χώρο που σήμερα είναι τμήμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Γύρω στην ίδια περίοδο, τρεις έλληνες ναύτες αναφέρονται ονομαστικά ανάμεσα στα πληρώματα του Μαγελάνου αλλά μόνο με τα πρώτα τους ονόματα (τα μακροσκελή ελληνικά επώνυμα φαίνεται ότι πάντοτε προκαλούσαν δυσκολίες στους μη Έλληνες). Οι τρεις αυτοί ναύτες ήσαν οι Νικόλαος, Πέτρος και Μαθέος.
Ένας άλλος, προφανώς Κρητικός από το Ηράκλειο, ονόματι Πέτρος -Πιέτρο Ντι Κάντια- ήταν υπασπιστής του Φραντζέσκο Πιζάρο, που κατέκτησε για λογαριασμό της Ισπανίας το Περού και ίδρυσε την πόλι της Λίμας το 1535. Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, ο άγγλος άρχιπειρατής και μετέπειτα ναύαρχος της βασίλισσας Ελισάβετ Σερ Φράνσις Ντρέικ συνήντησε έναν Έλληνα με το όνομα Ιωάννης στις ακτές του Περού, που ήξερε τα νερά και χρησιμοποιήθηκε από τον Ντρέικ ως πιλότος μέχρι την Λίμα. Είναι πολύ πιθανό να ήταν απόγονος του Πιέτρο Ντι Κάντια για να του είναι τόσο γνώριμες οι ακτές του Περού.




Αλλά ο πιο φημισμένος από τους Έλληνες που πήραν μέρος στις εξερευνήσεις της εποχής εκείνης, είναι ο κεφαλλωνίτης Ιωάννης Φωκάς ή Χουάν ντε Φούκα, που ανακάλυψε το 1592 τα στενά του Βανκούβερ ανάμεσα στον Καναδά και την σημερινή Πολιτεία της Ουάσιγκτων. Το 1725 η Ρωσσική Ακαδημία Επιστημών ετίμησε τον έλληνα εξερευνητή ονομάζοντας την περιοχή "Στενά Χουάν ντε Φούκα". Ήταν μεταθανάτια -και αρκετά καθυστερημένη- η αναγνώρισις εκείνη. Γιατί όταν ο Χουάν ντε Φούκα γύρισε στην Ισπανία και ανέφερε στον Βασιλέα την ανακάλυψή του, ανταμείφθηκε με ένα μισόκαρδο "ευχαριστώ". Τελικά, φτωχός και απογοητευμένος, ο Φωκάς γύρισε στην Κεφαλληνία, όπου και πέθανε γύρω στα 1601.

Πριν από την Αμερικανική Επανάσταση
Στα επόμενα 150 χρόνια δεν φαίνεται να υπάρχουν βάσιμες μαρτυρίες για την παρουσία Ελλήνων στον Νέο Κόσμο. Ο πρώτος Έλληνας που αναφέρεται ονομαστικά στα αρχεία των δεκατριών αγγλικών αποικιών στην Βόρειο Αμερική, είναι ο Μιχαήλ Ωρίων (Michael Ury ή Urion). To 1725, όταν ακόμη η σημερινή Πολιτεία Μαίρυλαντ (Maryland) ήταν αγγλική αποικία, η γενική συνέλευσίς της επέρασε νόμο για την "πολιτογράφησα τον Michael Ury, της Κομιτείας Prince George, Έλληνος την καταγωγήν, και των τέκνων αυτού, απάντων κατοίκων της Κομιτείας ταύτης". Ο Μιχαήλ Ωρίων πέθανε στα 1751 και η διαθήκη του εδημοσιεύθη από το δικαστήριο στις 28 Σεπτεμβρίου 1751. Η σχετική δικαστική απόφασις υπάρχει ακόμη. Ο Ωρίων άφησε στην γυναίκα του Μαργαρίτα ένα κτήμα που το είχε ονομάσει "Σμύρνη". Ίσως ο Ωρίων να ήταν Σμυρνιός την καταγωγή και ήθελε έτσι να τιμήση τον τόπο που γεννήθηκε.






Ένας άλλος Έλληνας, ο πρώτος ίσως που απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα μετά την ίδρυσι των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι ο Ιωάννης Παραδείσης (John Paradise), διακεκριμένος γλωσσολόγος, προσωπικός φίλος του Βενιαμίν Φραγκλίνου και του Θωμά Τζέφφερσον. Ο Παραδείσης είχε σπουδάσει στην Αγγλία και την Γαλλία και βρισκόταν στο Παρίσι την εποχή που ο Βενιαμίν Φραγκλίνος αντιπροσώπευε εκεί τις επαναστατημένες αποικίες.
Φαίνεται ότι ο Παραδείσης ήλθε στην Αμερική τη προτροπή του Φραγκλίνου, ο οποίος και του άνοιξε τις πόρτες για τις κατοπινές προσωπικές σχέσεις του με την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παραδείσης εγκαταστάθηκε στην Ουίλιαμς-μπουργκ της Βιργινίας και νυμφεύθηκε την Λούσυ Λάντγουελ (Lucy Ladwell), γόνο μιας από τις πρώτες οικογένειες της Βιργινίας. Το αρχοντικό τους ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της αμερικανικής αρχιτεκτονικής των πρώτων μεταναστευτικών χρόνων, και γι' αυτό, όταν το ίδρυμα Ροκφέλλερ (Rockefeller Foundation) απεφάσισε να αποκαταστήση την Ουίλιαμς-μπουργκ στην μορφή που είχε τον δέκατο όγδοο αιώνα, το αρχοντικό του Παραδείση ήταν το πρώτο κτίριο που έκρινε άξιο για αναστήλωσι...


Η αποικία της Νέας Σμύρνης
Όλες αυτές οι περιπτώσεις Ελλήνων που έκαναν την εμφάνισί τους στον Νέο Κόσμο, είναι μεμονωμένα περιστατικά και παρουσιάζουν χρονογραφικό μόνο ενδιαφέρον. Η πρώτη μαζική περίπτωσις Ελλήνων μεταναστών είναι συνδεδεμένη με την Φλώριδα και την ίδρυσι της Νέας Σμύρνης. Το ιστορικό της πρώτης εκείνης ελληνικής "αποικίας" στον Νέο Κόσμο παρουσιάζει πολύπλευρο ενδιαφέρον, όσο κι αν η Νέα Σμύρνη δεν μπορεί να θεωρηθή σαν πρόδρομος της σημερινής Ομογενείας. Η όλη υπόθεσις ξεκίνησε τελείως ελλειπτικά και έμμεσα. Στην Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1763, η Αγγλία παρεχώρησε στην Ισπανία την Κούβα και πήρε σε αντάλλαγμα την Φλώριδα, που ως τότε ήταν μια παραμελημένη Ισπανική κτήσις.
Όταν όμως οι Άγγλοι πήγαν να αξιοποιήσουν το νέο τους απόκτημα, διεπίστωσαν πως ελάχιστοι Αγγλοι ήσαν διατεθειμένοι να πάνε να ζήσουν στο θερμό, τροπικό κλίμα της Φλώριδας. Ο καθηγητής της Ιστορίας στο Κολλέγιο Σαν Χοσέ (San Jose) της Καλιφόρνιας (California) Ε. Π. Παναγόπουλος, στο βιβλίο του, New Smyrna, an 18th Century Greek Odyssey (Νέα Σμύρνη, μία Ελληνική Οδύσσεια τον 18ου Αιώνα), δίδει άφθονες και γραφικές λεπτομέρειες για την προσπάθεια των Αγγλων να φέρουν αποίκους στην Φλώριδα.





Αφού μελέτησαν τις τοπικές συνθήκες, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι καταλληλότεροι για την περιοχή θα ήσαν εκείνοι που οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις "θα εμπόδιζαν την απορρόφησί τους από τους καθολικούς Γάλλους και Ισπανούς, και που θα ήσαν πρόθυμοι να παντρευθούν και να αναμιχθούν με τους αγγλικής καταγωγής αποίκους που ευρίσκονται ήδη εκεί".
Οι Αγγλοι αντιπρόσωποι καθώρισαν πιο συγκεκριμένα τι ακριβώς είδους αποίκους είχαν στο μυαλό τους. "Τέτοιοι άποικοι είναι οι Έλληνες της Ανατολής, που είναι συνηθισμένοι στο θερμό κλίμα, που καλλιεργούν αμπέλια, ελαιώνες, μπαμπάκι, και που ασχολούνται και με την μεταξοσκωληκοτροφία, και οι οποίοι θα μας προμηθεύουν τα προϊόντα που τώρα είμεθα υποχρεωμένοι να φέρνωμε από την Τουρκία και από άλλες χώρες. Οι Ελληνες είναι γενικά λαός εργατικός, και καθώς οι σημερινοί τους αφέντες (οι Τούρκοι) τους έχουν φέρει σε απόγνωσι, δεν είναι δύσκολο να πεισθούν να ξεφύγουν από την σημερινή τους σκλαβιά για να τεθούν κάτω από την προστασία ενός ελευθέρου πολιτεύματος".
Με βάσι την παραπάνω έκθεσι της αγγλικής αποστολής, ένας άγγλος γιατρός, ο δρ. Αντριου Τέρνμπουλ, ο οποίος είχε νυμφευθή την κόρη ενός Σμυρναίου εμπόρου, επέτυχε να του παραχωρηθούν από το αγγλικό Στέμμα 40.000 ακρ (acres: 160.000 στρέμματα περίπου) στην ανατολική ακτή της Φλώριδας επί του Ατλαντικού, με την υποχρέωσι να αποικήση την περιοχή με αναλογία ενός ατόμου για κάθε εκατό ακρ.

Ο δρ. Τέρνμπουλ πήγε στην Φλώριδα εφωδιασμένος με την επίσημη εξουσιοδότησι και διάλεξε 40.000 ακρ στην παραλιακή περιοχή που βρίσκεται περί τα 75 μίλια νοτίως του Αγίου Αυγουστίνου36 και που και σήμερα ακόμη ονομάζεται New Smyrna Beach (Ακτή της Νέας Σμύρνης).Όλος σχεδόν ο χώρος προς το εσωτερικό, πίσω από την άμμουδερή παραλία, ήταν σκεπασμένος με αγκαθωτά κακτοειδή, που κάτω τους φώλιαζαν αναρίθμητα φίδια και άλλα ερπετά· θα χρειαζόταν σκυλίσια δουλειά για να αποδοθή η άξενη αυτή γη στην καλλιέργεια.
Με κεφάλαια που εξασφάλισε από άγγλους χρηματοδότες, ο Τέρνμπουλ πήγε στην Ανατολή για να στρατολόγηση αποίκους. Βάσει της αρχικής χορηγίας, έπρεπε να πάρη γύρω στους τετρακόσιους αποίκους, έναν για κάθε εκατό acres. Ξέροντας όμως πόσο δύσκολη θα ήταν η προσπάθεια για την απόδοσι της γης στην καλλιέργεια, ο Τέρνμπουλ μάζεψε τελικά 1403 αποίκους. Στις 17 Απριλίου του 1768, οκτώ καραβέλλες ναυλωμένες από τον Τέρνμπουλ πέρασαν το Γιβραλτάρ και ξανοίχτηκαν προς τον Ατλαντικό. Πεντακόσιοι από τους αποίκους προήρχοντο από την Ελλάδα,τα νησιά του Αιγαίου και τις Μικρασιατικές ακτές. Οι υπόλοιποι ήσαν από την Μινόρκα, την Κορσική και την Νότιο Ιταλία. Αλλά και απ' αυτούς οι περισσότεροι ήσαν Έλληνες που οι οικογένειες τους είχαν φύγει από χρόνια απ' την Ελλάδα αναζητώντας καλύτερη τύχη εκτός της οθωμανικής επικράτειας ή για να αποφύγουν διώξεις.





Μεμονωμένοι Μετανάστες
Μέσα στον 19° αιώνα συναντούμε μεμονωμένες περιπτώσεις Ελλήνων που έρχονται στον Νέο Κόσμο και διαπρέπουν. Ο Γρηγόρης Περδικάρης, επί παραδείγματι, ήρθε στην Αμερική το 1826 με την βοήθεια ιεραποστόλων. Αργότερα, ο γιος του Ίων, που έμενε στην Ταγγέρη, απήχθη από τον βερβερίνο πειρατή Ρασούλη. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αμερικής Τζων Χαίυ εζήτησε την απελευθέρωσι του ελληνοαμερικανού Περδικάρη με την απειΛή: "Perdicaris alive or Raisuli dead" (Ή ο Περδικάρης ζωντανός ή ο Ρασούλης νεκρός). Την ιστορία αυτήν την πήρε πρόσφατα το ΧόλΛυγουντ και έφτιαξε την ταινία The Wind and the Lion -με την διαφορά ότι ο Ίων Περδικάρης αντεκατεστάθη από την Έντεν Περδικάρης (τον ρόλο έπαιξε η διάσημη ηθοποιός Κάντις Μπέργκεν/Candice Bergen), που την έφτιαξε εκ του μηδενός η φαντασία των σεναριογράφων.
Ένας άλλος Έλληνας, ο Ιωάννης Ζάχος,ήρθε στην Αμερική με την βοήθεια του αμερικανού φιλέλληνα Σάμιουελ Χάου περί τα τέλη του αγώνος για την Ελληνική Ανεξαρτησία. Ο Ευάγγελος Αποστολίδης Σοφοκλής (το Σοφοκλής τού το είχε δώσει ο διδάσκαλος του Γαζής, όταν ήταν ακόμη μαθητής στην Τσαγκαράδα της Θεσσαλίας, σαν άναγνώρισι της φιλομάθειάς του) ήρθε επίσης με την βοήθεια ιεραποστόλων το 1828 και εδίδαξε στο Χάρβαρντ (Harvard) μέχρι του θανάτου του το 1883.





Ο πλοίαρχος του αμερικανικού ναυτικού Γεώργιος Μούσαλης Καλβοκορέσης, που γεννήθηκε στην Χίο, ήρθε μαζί με άλλα ορφανά νησιωτόπουλα στην Αμερική το 1826. Ο Μιχαήλ Αναγνωστόπουλος (Ανάγνος), που νυμφεύθηκε την κόρη του Χάου, διέπρεψε τόσο ως διευθυντής του Ινστιτούτου Τυφλών στην Βοστώνη, ώστε κατά τον θάνατο του το 1906 να πη επιγραμματικά ο κυβερνήτης της Μασσαχου-σέττης (Massachusetts) Γκιλντ (Guild): "Το όνομα τον Μιχαήλ Ανάγνου ανήκει στην Ελλάδα, η φήμη τον στις Ηνωμένες Πολιτείες, και το έργο τον στην ανθρωπότητα".
Και βέβαια ο Κωνσταντίνος Μπρουμίδης, ο ζωγράφος που εφιλοτέχνησε τον εσωτερικό διάκοσμο του Καπιτωλίου στην αμερικανική πρωτεύουσα, "ο Μιχαήλ Αγγελος τον αμερικάνικον Καπιτωλίον", όπως τον απεκάλεσε ο ιστορικός Τζωρτζ Χάζελτον (George Hazelton) το 1897. Ήταν γυιος του Σταύρου Μπρουμίδη από τα Φιλιατρά της Μεσσηνίας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Ρώμη πριν από την απελευθέρωσι της Ελλάδος, και νυμφεύθηκε Ιταλίδα. Ο Κωνσταντίνος έγινε δεκτός στην Ακαδημία Τεχνών της Ρώμης σε ηλικία μόλις 13 χρόνων. Αργότερα, αναμίχθηκε στους πολιτικούς ανταγωνισμούς της Ιταλίας και το 1852 εξαναγκάσθηκε να εγκαταλείψη το ιταλικό έδαφος και να καταφύγη στην Αμερική.



Το σύγχρονο ρεύμα αρχίζει
Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο ιστορικός της Ομογενείας Θεόδωρος Σαλούτος στο κλασσικό έργο του The Greeks in the United States (Οι Έλληνες στις Ηνωμένες Πολιτείες) (1964), όλη αυτή η προϊστορία της ελληνικής παρουσίας στον Νέο Κόσμο δεν αποτελεί πρόδρομο ή απαρχή του μεταναστευτικού ρεύματος που οδήγησε στην ανάπτυξι της κοινωνικής ομάδος που εννοούμε σήμερα με τον όρο "η εν Αμερική Ομογένεια".






Το ρεύμα αυτό αρχίζει δειλά και αβέβαια γύρω στα 1870 από την Λακωνία, όπου η φτώχεια της γης έσπρωχνε πάντα τους κατοίκους να ζητήσουν καλύτερη τύχη σε άλλες, πιο ευνοημένες από την φύσι περιοχές. Σαν τον εξερευνητή που αναζητεί τις πηγές ενός ποταμού, ο Θ. Σαλούτος στο βιβλίο του προσδιορίζει ονομαστικά τον άνθρωπο που μπορεί δικαιωματικά να θεωρηθή ο πρώτος των πρωτοπόρων και ο πυρσοφόρος της μεγάλης στρατιάς των μεταναστών που ακολούθησαν.
Ήταν ένας νέος χωρίς περγαμηνές από το χωριό Ζούμπαινα της Λακωνίας. Λεγόταν Χρήστος Τσάκωνας. Στην αρχή πήγε στον Πειραιά για να βρη δουλειά. Ανικανοποίητος, έφυγε για την Αλεξάνδρεια, και από εκεί, το 1873, σε ηλικία 24 χρόνων, πήρε την μεγάλη απόφασι και μπάρκαρε για την Αμερική. Την εποχή εκείνη δεν ήταν κάτι συνηθισμένο για τους Έλληνες να ξεκινήσουν μόνοι τους για τον Νέο Κόσμο, που φαινόταν να βρίσκεται σε άλλο πλανήτη. Οι πιο τολμηροί πήγαιναν στην Αλεξάνδρεια ή την Οδησσό, όπου υπήρχαν ελληνικές παροικίες.
Φαίνεται ότι η ζωή της Αμερικής άρεσε στον νεαρό Τσάκωνα, γιατί σε δύο χρόνια γύρισε στο χωριό του και έπεισε πέντε συγχωριανούς του να τον ακολουθήσουν στην "Αμέρικα". Τα πρώτα γράμματα -και προ παντός τα πρώτα "τσέκια"- δεν άργησαν να κινήσουν το ενδιαφέρον και άλλων. Δυο χρόνια αργότερα, δεκαπέντε Τσιντσινιώτες σαλπάρησαν για την Αμερική από τον Πειραιά. Το γεγονός θεωρήθηκε αρκετά αξιοσημείωτο για να του αφιερώση σχετική περιγραφή η εφημερίδα του Πειραιώς Σφαίρα.
Στην δεκαετία 1871-1880, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, 2.272.262 μετανάστες έφυγαν από την Ευρώπη για τον Νέο Κόσμο. Οι περισσότεροι ήσαν από την Γερμανία (718.182), την Βρετανία (548.044), την Ιρλανδία (436.871), την Σουηδία (115.922), την Νορβηγία (95.323).
Στην ίδια περίοδο, τα επίσημα στοιχεία αναφέρουν μόνο 210 έλληνες μετανάστες. Είναι φανερό ότι το πρώτο ξεκίνημα ήταν όχι μόνο καθυστερημένο εν συγκρίσει με την μεταναστευτική κίνησι των άλλων ευρωπαϊκών λαών, αλλά και δειλό και αβέβαιο. Ακόμη και στην επόμενη δεκαετία, 1881-1890, όταν η Ευρωπαϊκή μετανάστευσι έφθασε τους 4.737.046, οι Έλληνες που ξεκίνησαν για τον Νέο Κόσμο δεν ξεπέρασαν τους 2.308 -ενώ από την γειτονική Ιταλία μετανάστευσαν κατά την δεκαετία εκείνη 307.309.





Αρνητικές αντιδράσεις στην Ελλάδα
Και όμως, παρά τον μικρό, τον απειροελάχιστο αριθμό των Ελλήνων πρωτοπόρων, το φαινόμενο δεν πέρασε απαρατήρητο. Ο ελληνικός Τύπος είδε με ανησυχία να φεύγουν "τόσοι νέοι των οποίων τους στιβαρούς βραχίονας χρειάζεται η Πατρίς." Είναι αυτή η εποχή που το όραμα της Μεγάλης Ελλάδος εγαλβάνιζε τις καρδιές των πανελλήνων μέσα και έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους.
Η προσάρτησις της Θεσσαλίας το 1881 εθεωρήθηκε σαν ένα ακόμα βήμα προς την εκπλήρωσι των εθνικών βλέψεων, που στην φαντασία κάθε Έλληνα δεν μπορούσαν να βρουν την ολοκλήρωσί τους παρά μόνο με την θριαμβευτική είσοδο του ελληνικού στρατού στην Κωνσταντινούπολι. Δεν ήταν μόνο οι εθνικές επιδιώξεις που απαιτούσαν την παραμονή των νέων στην πατρίδα τους, κατά την γνώμη των αρθρογράφων. Κάτω από την τολμηρή και προοδευτική διακυβέρνησι του Χαριλάου Τρικούπη, η ελληνική οικονομία πραγματοποιούσε βήματα που την εποχή εκείνη δίκαια εθεωρούντο γιγάντια. Η διάνοιξις της διώρυγος της Κορίνθου, η αποξήρανσις της Κωπαΐδος, η επέκτασις του σιδηροδρομικού δικτύου, ήσαν έργα πολυδάπανα, που τελικά θα (οδηγούσαν την χώρα σε ουσιαστική χρεωκοπία, αλλά ταυτόχρονα ήσαν και επιτεύγματα που έθεταν τα θεμέλια για την οικονομική ανάπτυξι της χώρας.





Τα έργα θα απέδιδαν αργότερα, όταν η Ελλάς κάτω από την φωτεινή ηγεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου θα έγραφε την εποποιία των Βαλκανικών πολέμων. Στην δεκαετία 1881-1890, εσωτερικά και εξωτερικά γεγονότα τροφοδοτούσαν τον ελληνικό εθνικισμό σε βαθμό που η υπερεθνικόφρονη ιντελλιτζέντσια να θεωρή τους πρώτους μετανάστες σχεδόν σαν αρνησιπάτριδες.
Πολύ λίγοι από τους φλογερούς αρθρογράφους έκαναν τον κόπο να σκεφθούν ότι οι νέοι που έφευγαν από τα χωριά—κι είναι χαρακτηριστικό oτι ελάχιστοι από τους μορφωμένους των πόλεων πήραν τον δρόμο προς την ξενητειά – εγκατέλειπαν το σπίτι τους επειδή οι δυνατότητες να προκόψουν στα χωριά τους ήταν ελάχιστες. Αραιά και που, καμμιά εφημερίδα από εκείνες που είχαν προσέξει το μεταναστευτικό έστρεφε την προσοχή της στα πραγματικά αίτια και συνιστούσε στην κυβέρνησι "να βελτίωση τας εις την ύπαιθρον επικρατούσας συνθήκας αίτινες ωθούν την νεότητα προς την ξένην," όπως έγραφε η Σφαίρα τον Μάιο του 1882.
Υπήρξαν βέβαια και εκείνοι που είδαν την μετανάστευσι σαν κάτι θετικό και χρήσιμο. Η εφημερίδα των Αθηνών Αιών, γράφοντας στις 12 Μαΐου 1882, εξέφραζε την ελπίδα ότι αυτοί που έφευγαν για την Αμερική θα επέστρεφαν σύντομα στην Ελλάδα με τα χρήματα που θα είχαν αποκτήσει στην πλούσια υπερατλαντική χώρα, για να βοηθήσουν την οικονομία της πατρίδος τους. Παρά ταύτα, οι ανησυχίες και του Τύπου και της Πολιτείας παρέμεναν.
Ο Έλλην γενικός πρόξενος στην Νέα Τόρκη την εποχή εκείνη, Δημήτριος Μπότασης, εξεδήλωσε έντονη αντίδρασι και κατέβαλε επίμονες προσπάθειες για να αποθαρρρύνη την μετανάστευσι. Γνωρίζοντας από προσωπική εμπειρία τις άθλιες συνθήκες ζωής που αναπόφευκτα αντιμετώπιζαν οι νεοφερμένοι, στην αρχή ιδίως, επεζήτησε με κάθε τρόπο να προειδοποίηση εκείνους που εσκόπευαν να επιχειρήσουν το μεγάλο ταξίδι για τις τρομερές δυσχέρειες που τους περίμεναν.
Οι άλλες εθνότητες, έγραφε ο Μπότασης, έχουν εγκατασταθή στην Αμερική από πολλά χρόνια και έχουν βάλει γερά θεμέλια. Έτσι οι νεοφερμένοι Γερμανοί, Βρετανοί, Σουηδοί, Νορβηγοί ή και Ιταλοί ακόμα μπορούν να υπολογίζουν στην συμπαράστασι των εθνικών τους σωματείων και αλληλοβοηθητικών συλλόγων και στους πολυάριθμους συμπατριώτες τους. Ακόμα και η γλώσσα δεν παρουσιάζει μεγάλο πρόβλημα. Οι Αγγλοι και οι Ιρλανδοί μιλούν αγγλικά, οι δε άλλοι μιλούν γλώσσες που δεν είναι τελείως ξένες προς την αγγλική. Αυτό όμως δεν ισχύει για τους Έλληνες μετανάστες, έγραφε ο Μπότασης. Η συμβουλή του ήταν να μείνουν οι Έλληνες στην Ελλάδα.




Δύσκολη ζωή στην αρχή
Φαίνεται ότι και η Ελληνική κυβέρνησις εζήτησε να αποθαρρύνη την μετανάστευσι με πλάγια μέσα. Ο Τύπος άρχισε να δημοσιεύη την περίοδο εκείνη επιστολές μεταναστών που περιέγραφαν με τα μελανότερα χρώματα την ζωή τους στην Αμερική. Το ότι οι επιστολές ήσαν σχεδόν όμοιες στο περιεχόμενο, δημιουργεί την υπόνοια ότι ίσως να είχαν "άνωθεν" την έμπνευσι και να αποτελούσαν μέρος μιας εκστρατείας που κατηύθυναν με κυβερνητική εντολή οι Έλληνες εκπρόσωποι στην Αμερική.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ήσαν ανυπόστατα αυτά που καταμαρτυρούσαν οι επιστολογράφοι. Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες ήσαν αναγκασμένοι να κάνουν δουλειές του ποδαριού, να γίνουν "λούστροι", μικροπωλητές, αχθοφόροι, πιατάδες. Ζούσαν μέσα σε τρώγλες, τέσσερεις και πέντε μαζί σ' ένα δωμάτιο, για να οικονομήσουν μερικά δολλάρια να τα στείλουν στους δικούς τους στην Ελλάδα.
 Δυο-τρεις χιλιάδες δολλάρια την εποχή εκείνη ήταν ολόκληρη περιουσία, κι όσοι κατάφερναν να βάλουν στην μπάντα ένα ποσό, το έστελναν στην Ελλάδα για να παντρέψουν μια αδερφή, να συντηρήσουν την γυναίκα και τα παιδιά που είχαν αφήσει πίσω, να βοηθήσουν γέρους γονιούς, να ξεπληρώσουν μια υποθήκη. Και δεν ήταν μόνο η διαφορετική γλώσσα, η έλλειψι πείρας, η άγνοια των νόμων, η διαφορετικήκουλτούρα, που έκαναν δύσκολη την ζωή των πρώτων μεταναστών. Ήταν και η σκληρή στάσι που έδειχναν απέναντι στους νεοφερμένους, ιδίως από τις μεσογειακές και βαλκανικές χώρες, πολλοί από τους βο-ρειοευρωπαϊκής καταγωγής Αμερικανούς.
Δύο ήταν τα κύρια κίνητρα πίσω απ' αυτή την αντίθεσι. Ο φόβος ότι oι νέοι μετανάστες προστιθέμενοι στο εργατικό δυναμικό θα επέφεραν συμπίεσι των ημερομισθίων. Το δεύτερο κίνητρο ξεκινούσε από μια ιδιότυπη μορφή ρατσισμού, από το συναίσθημα υπεροχής που είχαν οι Βορειοευρωπαίοι έναντι των μεσογειακών λαών και των Σλαύων. Το 1902 ο Σάμιουελ Γκόμπερς ο τότε πρόεδρος της Αμερικανικής Εργατικής Ομοσπονδίας (American Federation of Labor/AFL) υπεστήριξε την επιβολή περιορισμών στην εισδοχή νέων μεταναστών. "Η δύναμις αυτής της χώρας", έγραφε, "στηρίζεται στην ικανότητα και στην ευημερία των εργαζομένων. Αλλά τόσον η ικανότης όσον και η ευημερία του εργαζομένου λαού μας απειλούνται από την σημερινή μετανάστευσι. Φτηνά εργατικά χέρια, αμόρφωτοι εργάτες, μας παίρνουν τις δουλειές και κόβουν τα ημερομίσθιά μας."






Το 1916, ο ρατσιστής Μάντισον Γκραντ έγραφε: "Αυτοί οι καινούργιοι μετανάστες δεν προέρχονται
αποκλειστικώς από την Βορεία (Nordic) φυλή, όπως ήσαν οι προηγούμενοι, οι οποίοι ήλθαν εδώ αυτοβούλως για να βελτιώσουν τις κοινωνικές των συνθήκες. Σήμερα, οι εφοπλιστικές εταιρείες και τα μεταναστευτικά γραφεία διαφημίζουν την Αμερική ως την χώρα όπου ρέει μέλι και γάλα, και οι κυβερνήσεις επωφελούνται για να ξεφορτώσουν στην αμέριμνη, πλούσια, και φιλόξενη Αμερική τα αποβράσματα των φυλακών και των ασύλων... Ως εκ τούτου, η νέα μετανάστευσις περιλαμβάνει έναν μεγάλο και διαρκώς αυξανόμενο αριθμό παραλυμένων, πνευματικά αναπήρων, που ξεβράζουν τα κατώτατα στρώματα της Μεσογείου και των Βαλκανίων... Ο γηγενής Αμερικανός της Βόρειας (Nordic) καταγωγής θα εξαφανισθή τελείως.
Δεν πρόκειται ο γηγενής Αμερικανός να αναμιχθή και να δημιουργήση οικογενειακούς δεσμούς με τις κατώτερες αυτές φυλές, αλλά ούτε και δύναται να συναγωνισθή τους νεοφερμένους εις τις χειρωνακτικές εργασίες και τα κατώτερα επαγγέλματα".
Δεν ήταν μόνο ρητορικές και ακαδημαϊκές οι επιθέσεις. Πολλοί Έλληνες πρωτοπόροι επλήρωσαν ακριβά την αντίθεσι "γηγενών" προς τους νεοφερμένους, ιδίως από τις μεσογειακές και τις σλαυϊκές εθνότητες.






Το ρεύμα ογκώνεται, οι δεσμοί μένουν
Η εκστρατεία των επιστολών τελικά δεν έπιασε. Οι αριθμοί δείχνουν πως είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Στην επόμενη δεκαετία 1891-1900, 15.979 Έλληνες από την ελεύθερη Ελλάδα έφθασαν στην Αμερική. Την πιο μεγάλη ώθησι για την μετανάστευσι την έδωσε η κρίσις της σταφίδος, που έπληξε κυρίως την Πελοπόννησο την εποχή εκείνη. Όταν κατά τα μέσα του περασμένου αιώνος η φυλλοξήρα κατέστρεψε κατά μέγα μέρος τους αμπελώνες της Γαλλίας, έγινε στην Ελλάδα και ιδίως στην Πελοπόννησο μια εντατική προσπάθεια για την δημιουργία αμπελώνων, με σκοπό τα ελληνικά αμπελουργικά προϊόντα να υποκαταστήσουν στην διεθνή αγορά τα γαλλικά. Η προσπάθεια εκείνη εσημείωσε επιτυχία και έτσι η σταφίδα έγινε ένα από τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα της περιοχής, με ετησία παραγωγή 120-150 χιλιάδων μετρικών τόννων.
Αλλά κατά την δεκαετία 1871-1879, οι Γάλλοι αμπελοκτηματίες άρχισαν με κυβερνητική υποστήριξι να φυτεύουν καινούργια αμπέλια και έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, ήσαν έτοιμοι να πάρουν πίσω τις αγορές που στο μεσοδιάστημα είχαν στραφή προς την ελληνική σταφίδα, ιδίως στην Βρετανία και την Ρωσία.
Επί πλέον, η ίδια η Γαλλία, που προηγουμένως αγόραζε την μισή σχεδόν ελληνική παραγωγή -και την μεταπωλούσε στους παραδοσιακούς πελάτες της για να μην χάση την επαφή όσο θα κρατούσε το πρόβλημα της φυλλοξήρας- ενομοθέτησε ροστατευτικά μέτρα για τους Γάλλους παραγωγούς, περιορίζοντας δραστικά τις εισαγωγές από την Ελλάδα. Έτσι, οι Έλληνες αγρότες που είχαν αντικαταστήσει τους ελαιώνες με αμπέλια, αντιμετώπισαν μια δεινή οικονομική κρίσι.
Για αυτό και η μεγάλη πλειονότης των μεταναστών της περιόδου ήλθε από την Πελοπόννησο. Μετά δε τον άτυχο για την Ελλάδα πόλεμο του 1897, το ρεύμα άρχισε να ογκώνεται πραγματικά. Εκατόν εξήντα επτά χιλιάδες πεντακόσιοι δεκαεννέα έφυγαν από την Ελλάδα στην περίοδο 1901-1910, σχεδόν το ένα τέταρτο του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού της χώρας. Και θα πρέπει να τονισθή, ότι τα 95 τοις εκατόν των νεοφερμένων κατά τις πρώτες τέσσερεις δεκαετίες ήσαν άνδρες. Οι γυναίκες ήσαν ελάχιστες. Αργότερα, το ποσοστό θα άλλαζε ριζικά, όταν οι πρωτοπόροι άρχισαν να φέρνουν κοπέλλες από την Ελλάδα για να φτιάξουν οικογένειες. Αλλά η αλλαγή αυτή επέρχεται αργότερα, κυρίως μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τις πρώτες δεκαετίες, οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες ζούσαν με την προσδοκία της επιστροφής τους στην Ελλάδα. Η καρδιά τους ήταν στον τόπο που γεννήθηκαν.
Οι συναισθηματικοί αυτοί δεσμοί βρήκαν πανηγυρική εκδήλωσι το καλοκαίρι του 1912, όταν ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ανεμένετο να εκραγή από στιγμή σε στιγμή.Τις ελληνικές παροικίες στον Νέο Κόσμο τις εκυρίευσε πατριωτικός πυρετός. Τον Σεπτέμβριο, η οργάνωσι Ιερός Λόχος Εθελοντών έστειλε τηλεγράφημα προς την ελληνική κυβέρνησι με την προσφορά να κατέβουν τα μέλη της στην Ελλάδα για να πολεμήσουν κάτω από τα ελληνικά χρώματα. Στο Σικάγο ένα πλήθος παλλόμενο από εθνικό ενθουσιασμό συνεκεντρώθη στον ναό της Αγίας Τριάδος για να ξεπροβοδίση την πρώτη ομάδα εθελοντών που έφευγε για την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο, η ελληνική κυβέρνησις εζήτησε να τεθή στην διάθεσι των εθελοντών το Μακεδονία. Τελικά, γύρω στις 25.000 επέστρεψαν για να πολεμήσουν με τον ελληνικό στρατό στην Μακεδονία, την Ήπειρο και την Θράκη. Δεδομένου ότι οι περισσότεροι υπηρέτησαν στις κανονικές μονάδες του τόπου της καταγωγής των και όχι σε χωριστά εθελοντικά σώματα, δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για το τι απώλειες υπέστησαν.

Πάντως οι απώλειες τους θα ήταν μάλλον σοβαρές συγκριτικά, επειδή οι περισσότεροι δεν πρόλαβαν να αποκτήσουν επαρκή στρατιωτική εκπαίδευσι προτού σταλούν στο μέτωπο. Καίτοι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία, όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν προς την άποψι ότι η μεγάλη πλειονότης των εθελοντών επέστρεψε στην Αμερική. Κατά την δεκαετία 1911-1920, οι επίσημοι πίνακες δείχνουν οτι 184.201 Έλληνες ήρθαν στον Νέο Κόσμο. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται οι επανακάμπτοντες επίστρατοι και πολλές γυναίκες αυτή τη φορά. Με 350.000 και πλέον Έλληνες στην Αμερικανική Συμπολιτεία -τα μεταναστευτικά στοιχεία των Η.Π.Α. αναφέρουν τον αριθμό 370.000- η παρουσία του ελληνικού στοιχείου δεν ήταν πια ένα παροδικό ή συμπτωματικό φαινόμενο. Η Ομογένεια είχε ριζώσει.




Η Δεύτερη Γενεά: Διαφορετικές εμπειρίες
Παρ' όλη την ζέσι με την οποία τα μέλη της ΑΗΕΡΑ αγωνίζοντο για τον εξαμερικανισμό τους, δεν υπήρχε φόβος να χάσουν τελείως την ελληνική τους υπόστασι. Οι "Αχέπανς" των πρώτων ιδίως ετών, ήσαν κατά μέγα μέρος Ελληνοαμερικανοί γεννημένοι στην Ελλάδα, ποτισμένοι με τις ελληνικές παραδόσεις. Όσο καλά και αν είχαν μάθει τα αγγλικά, οι περισσότεροι εξακολουθούσαν να τα μιλούν με ξενική προφορά, κι όσο κι αν επίστευαν ότι η οργάνωσίς τους έπρεπε να διατήρηση τον εξωθρησκευτικό της χαρακτήρα, δεν έπαυαν να είναι χριστιανοί Ορθόδοξοι γαλουχημένοι με το τελετουργικό και τα θέσμια της ελληνικής Ορθοδοξίας. Ο εξαμερικανισμός τους δεν εσήμαινε ούτε και μπορούσε εύκολα να οδήγηση σε τέλειο και πραγματικό αφελληνισμό. Αλλωστε, η ίδια η ΑΗΕΡΑ ποτέ δεν υπεστήριξε τέτοιες δραστικές μεταλλαγές.
Το πρόβλημα του αφελληνισμού, όμως, ήταν πολύ πιο πραγματικό στην περίπτωσι των Ελληνοαμερικανών της δεύτερης γενεάς. Τα αγόρια και τα κορίτσια που είχαν γεννηθή στην Αμερική, ήταν αναπόφευκτο να μεγαλώσουν με βασικά διαφορετικές εμπειρίες από εκείνες που είχαν διαμορφώσει την πολιτιστική και συναισθηματική υπόστασι των γονιών τους. Πάνω στα παιδιά αυτά επενεργούσαν δύο διαφορετικές και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες πολιτιστικές επιδράσεις.



Στο σπίτι, όπου κατά κανόνα και ο πατέρας και η μητέρα είχαν έλθει από την Ελλάδα, επικρατούσε κατά μέγα μέρος η ελληνική κουλτούρα, και μάλιστα στην μορφή που την είχαν γνωρίσει οι γονείς πριν να φύγουν από την Ελλάδα. Αυτό εσήμαινε ότι συχνά τα ήθη και έθιμα του ελληνοαμερικανικού σπιτιού ήσαν πιο αυστηρά και από εκείνα που είχαν διαμορφωθή με την πάροδο του χρόνου στην Ελλάδα. Επί πλέον, η αντίδρασις προς τις πιο επιλήψιμες εκφάνσεις της αμερικανικής κουλτούρας, ιδίως στα θέματα του σεξ ή των σχέσεων των γονέων προς τα παιδιά τους ή γύρω από τις εξω-οικογενειακές σχέσεις, τον τρόπο διασκεδάσεως, και γενικά τον πιο ανεξάρτητο τρόπο ζωής της αμερικανικής νεολαίας, έφερνε συχνά σε σύγκρουσι τους γονείς με τα παιδιά τους και διηύρυνε το χάσμα των γενεών σε μια περίοδο που η φράσις αυτή δεν είχε ακόμη το νόημα που θα αποκτούσε κατά την δεκαετία των εξήντα σε σχέσι με την αμερικανική νεολαία.
Υπήρχαν βέβαια και εκείνοι οι γονείς, ιδίως αυτοί που ήσαν εγκατεστημένοι σε μικρές πόλεις με περιορισμένο αριθμό ελληνικών οικογενειών, που τελικά απεδέχοντο την πραγματικότητα ότι τα παιδιά τους είχαν γεννηθή στην Αμερική, θα ζούσαν σαν Αμερικανοί και, συνεπώς, θα ήταν αδύνατο να τους επιβάλουν έναν τρόπο ζωής που ήταν σε πολλά σημεία ξένος και αντιφατικός προς το κοινωνικό πλαίσιο.





Το πρόβλημα της γλώσσας
Ένα βασικό πρόβλημα ήταν η εκμάθησις της ελληνικής. Οι γονείς που είχαν μεγαλώσει στην Ελλάδα, φυσικά μιλούσαν ελληνικά στο σπίτι. Τα παιδιά τους ήταν αναπόφευκτο να μάθουν την γλώσσα, τουλάχιστον μέχρις ενός σημείου, δεδομένου ότι μόλις άρχιζαν να πηγαίνουν στο αμερικανικό σχολείο, γλώσσα τους γινόταν, σχεδόν χωρίς εξαίρεσι, η αγγλική. Για πολλά χρόνια εξακολουθούσε να επικρατή στην Αμερική η θεωρία του "χωνευτηρίου", που ευνοούσε την αμερικανοποίησι και απορρόφησι των μεταναστών. Το να χρησιμοποιή κανείς άλλη γλώσσα εκτός της αγγλικής, ήταν κάτι, που αντί να περιποιή τιμή, εδημιουργούσε αρνητικές αντιδράσεις.
Έτσι, σε μια πολύγλωσση κοινωνία -με μετανάστες από δεκάδες χώρες- όπου τα παιδιά θα μπορούσαν αβίαστα να εκμάθουν τουλάχιστον μία ακόμα γλώσσα εκτός από την αγγλική, εκείνοι που μιλούν ξένες γλώσσες αποτελούν μια σχετικά ελάχιστη μειοψηφία. Τα ελληνικής καταγωγής αμερικανόπουλα δεν απετέλεσαν εξαίρεσι. Βέβαια ήταν τεχνικά αδύνατο να μην μάθουν κάπως την ελληνική, εφ' όσον την μιλούσαν οι γονείς τους στο σπίτι, αλλά απέφευγαν όσο το δυνατόν να την χρησιμοποιήσουν για να μην αντιμετωπίσουν τα σκώμματα των Αμερικανών φίλων τους.



Kαι δεν ήταν μόνο η εμπειρική εκμάθησις της γλώσσας που συναντούσε τους φραγμούς του κοινωνικού περιβάλλοντος. Η σχολική διδασκαλία της παρουσίαζε άλλα προβλήματα. Τα παιδιά των ελληνοαμερικανικών οικογενειών έπρεπε να πάνε στο ελληνικό σχολείο το απόγευμα, μετά το αμερικανικό σχολείο, την ώρα που οι Αμερικανοί φίλοι τους έπαιζαν ή ξεκουραζόντουσαν. Αναπόφευκτα εδημιουργείτο μέσα τους μια ψυχολογική αντίστασι, που δεν συνέβαλλε βέβαια στην μάθησι.
Παρά ταύτα, δεν θα πρέπει να υποτιμηθή ο ρόλος των απογευματινών σχολείων και ol προσπάθειες που κατέβαλαν οι γλίσχρα αμειβόμενοι διδάσκαλοι, που κατά κανόνα έπρεπε να έχουν και άλλη επαγγελματική απασχόλησι για να ζήσουν. Τα σχολεία αυτά, μαζί με την επίδρασι των γονέων -και για την τρίτη γενεά, την επίδρασι της γιαγιάς- επέτυχαν να μεταλαμπαδεύσουν την ελληνική γλώσσα στις νεώτερες, αμερικανογεννημένες, γενεές.
Πρέπει όμως να σημειωθή ότι οσάκις ο ένας από τους γονείς -ιδίως η μητέρα- δεν μιλούσε την ελληνική, τα παιδιά σε ελάχιστες περιπτώσεις έμαθαν ελληνικά. Επί πλέον, μετά την δεύτερη ή τρίτη γενεά, η χρησιμοποίησις της ελληνικής στο σπίτι είναι σχετικά σπάνιο φαινόμενο και, ως εκ τούτου, τα παιδιά δεν έχουν την ευκαιρία να μάθουν την γλώσσα εμπειρικά. Στις περιπτώσεις αυτές, η εκμάθησις της ελληνικής δεν διαφέρει από την εκμάθησι μιας άλλης ξένης γλώσσας και σε πολλές περιπτώσεις Αμερικανόπουλα ελληνικής καταγωγής προτιμούν να μάθουν γαλλικά ή ισπανικά. Τελευταία έχει αρχίσει να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για την ελληνική, αλλά η διατήρησίς της κατά μέγα μέρος στηρίζεται στην συνεχιζόμενη εισροή μεταναστών από την Ελλάδα.


Μπίζνεσμεν
Οι μετανάστες, παρ' όλο που οι περισσότεροι είχαν μεγαλώσει σε σχεδόν πρωτόγονο αγροτικό περιβάλλον στην ύπαιθρο Ελλάδα τόσο στο Ελληνικό Βασίλειο όσο και στις υπό οθωμανική διοίκηση, τότε, περιοχές εστράφηκαν προς τον επιχειρηματικό τομέα με πραγματικά εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα. Ήταν φυσικό να διαλέξουν επιχειρήσεις που απαιτούσαν σκληρή προσωπική εργασία, πολλές ώρες δουλειάς και, φυσικά, ελάχιστα κεφάλαια.
Οι πρώτοι έλληνες "μπίζνεσμεν" στον Νέο Κόσμο, ήταν στην πραγματικότητα πλανόδιοι μικροπωλητές. Πωλούσαν λουλούδια, φυστίκια, φρούτα. Αργότερα, πολλοί άρχισαν να ανοίγουν στιλβωτήρια, τα οποία ως τότε ήσαν κυρίως στα χέρια Ιταλών μεταναστών.
Τα στιλβωτήρια δεν απαιτούσαν μεγάλα κεφάλαια, αλλά εχρειάζοντο πολλά και σχετικώς φτηνά εργατικά χέρια. Με την συνεχή άφιξι νέων μεταναστών, ιδίως νεαρών, που πολλές φορές ώφειλαν τον ερχομό τους στην Αμερική στην πρόσκλησι ιδιοκτητών στιλβωτηρίων που όπως είπαμε ήδη έφερναν τα παιδιά με την συνοδεία ενός πλαστού "πατέρα" για να παρακάμψουν την απαγορευτική διάταξι του μεταναστευτικού νόμου για την εκμετάλλευσι ανηλίκων- τα ελληνικά στιλβωτήρια εξασφάλιζαν φτηνά εργατικά χέρια, πολλές φορές με μόνη αντιπαροχή ένα στρώμα και λίγο ψωμοτύρι για δείπνο.
Έτσι, σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα ο επιχειρηματικός αυτός κλάδος πέρασε σε ελληνικά χέρια στο Σικάγο, την Νέα Τόρκη, την Βοστώνη και άλλες μεγάλες αμερικανικές πόλεις. Λέγεται, μάλιστα, ότι κάποιος ονόματι Σμερλής είχε πάνω από 100 στιλβωτήρια το 1908 στην περιοχή της Νέας Ιερσέης.
Οι ιδιοκτήτες των στιλβωτηρίων εξεμεταλλεύοντο, χωρίς αμφιβολία, την δύσκολη θέσι στην οποία ευρίσκοντο οι καινούργιοι μετανάστες. Αλλά από την άλλη πλευρά, μέσα σε δυο-τρία χρόνια, οι περισσότεροι από τους νεαρούς "λούστρους" άφηναν την βούρτσα και το βερνίκι, και με τα λίγα εγγλέζικα που είχαν μάθει εν τω μεταξύ, έμπαιναν με περισσότερα εφόδια στην αμερικανική ζωή.
Τα στιλβωτήρια ήταν μια προπαίδεια. Κι όσο κι αν ήταν οι απολαυές τους εξοργιστικά χαμηλές, πάλι κάτι κατάφερναν να εξοικονομήσουν από τα φιλοδωρήματα των πελατών. Είναι δύσκολο να αντιληφθή σήμερα κανείς πόσο προσοδοφόρα ήταν τότε τα στιλβωτήρια. Οι δρόμοι των πόλεων δεν είχαν τότε ασφαλτοστρωθή, ούτε και υπήρχε το αυτοκίνητο στην έκτασι που θα έπαιρνε στις επόμενες δεκαετίες. Ο κόσμος τότε περπατούσε πολύ περισσότερο και η σκόνη των δρόμων αποτελούσε πρόβλημα για όλους εκείνους που πρόσεχαν την εμφάνισί τους. Το να βάψη κανείς τα παπούτσια του στο στιλβωτήριο μια και δύο φορές την ημέρα ήταν κάτι το συνηθισμένο.







Ανθοπωλεία και Γουναράδικα
Οι αρχικοί Έλληνες μετανάστες επεδόθησαν επίσης και στο εμπόριο των λουλουδιών. Αρχικά ήσαν πλανόδιοι μικροπωλητές, αλλά σιγά-σιγά άρχισαν να ανοίγουν δικά τους ανθοπωλεία. Η παραδοσιακή ιστορία αναφέρει ότι ο πρώτος Έλληνας ανθοπώλης στην Νέα Τόρκη ήταν ο Κωνσταντίνος Μπαμπής, που ήρθε τό 1852 στην Αμερική ως ναύτης σε ένα ιστιοφόρο. Ο Μπαμπής έγινε ανθοπώλης... κατά λάθος. Λέγεται ότι μια μέρα είχε μαζέψει λουλούδια από τους κήπους που τότε βρίσκονταν ακόμη κατά μήκος της 42ος οδού, και στεκόταν κρατώντας το μπουκέτο στα χέρια του και χαζεύοντας τους διαβάτες.
Σε μια στιγμή, τον επλησίασε μια κυρία, του έδωσε ένα δολλάριο και πήρε από τα χέρια του το μπουκέτο. Τον είχε εκλάβει για μικροπωλητή. Ο Μπαμπής σκέφθηκε ότι με τα λουλούδια θα μπορούσε να βγάλη άνετα τον επιούσιο. Την άλλη μέρα, μάζεψε περισσότερα λουλούδια, τα έφτιασε σε μπουκέτα και στάθηκε σε μια γωνιά περιμένοντας πελάτες. Φαίνεται ότι η επιχείρησις πήγε καλά, γιατί ο Μπαμπής όχι μόνο δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια, αλλά σε λίγο καιρό νοίκιασε μια παράγκα και εγκατέστησε το πρώτο ελληνικό ανθοπωλείο. Αργότερα και άλλοι μετανάστες επεδόθησαν στο εμπόριο των λουλουδιών και άνοιξαν ανθοπωλεία σε διάφορες πόλεις.


Ένας από τους πιο επιτυχημένους ανθοπώλες στην Νέα Τόρκη, ήταν ο Κ. Γιάτρας, ο οποίος μάλιστα είχε και ιδιόκτητο ανθοκήπιο στην Λόνγκ Άϊλαντ. Το 1902 υπήρχαν στην Νέα Τόρκη είκοσι ελληνικά ανθοπωλεία και το 1907 ιδρύθηκε και ο Σύνδεσμος Ανθοπωλών, του οποίου η ετήσια χοροεσπερίδα έφθασε να αποτελή γεγονός για την Ομογένεια της Νέας Τόρκης και να δίδεται στο περίφημο Ονώλντωρφ Αστόρια.Ακόμη και σήμερα, πολλά από τα καλύτερα ανθοπωλεία στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις ανήκουν σε Έλληνες, καίτοι σε πολλές περιπτώσεις οι απόγονοι των πρώτων ανθοπωλών έχουν στραφή προς άλλα επαγγέλματα και επιχειρήσεις.
Με την ευκαιρία της 200 ετηρίδος των Η.Π.Α., το αμερικανικό περιοδικό Νωύσγονϊκπεριέλαβε στο μωσαϊκό των αντιπροσωπευτικών Αμερικανών, τον αιωνόβιο Γιώργη Ζέρβα που ζη στο Σικάγο και παρά τα 100 χρόνια του εξακολουθεί να πουλά λουλούδια έξω από μια σούπερ-μάρκετ στην Βορεινή Πλευρά της πόλεως.
Ο γραφικός αυτός Έλληνας ανθοπώλης, που έφτασε στην Αμερική πριν από εξήντα-εβδομήντα χρόνια, έδωσε μια χαρακτηριστική απάντησι στον δημοσιογράφο που τον ρώτησε αν του αρέση η Αμερική: "Δεν ντρέπεσαι και που με ρωτάς; Αν δεν μ' άρεσε θα έμενα τόσα χρόνια;"
Ένας άλλος επιχειρηματικός κλάδος, που δεν απαιτούσε αρχικά πολλά κεφάλαια, ήταν η παρασκευή και το εμπόριο γλυκών. Πρωτοπόροι στον κλάδο αυτό ήταν ο Ελευθέριος Πηλάλας από τα Βρέσθενα της Σπάρτης και ο Παναγιώτης Χατζητήρης από την Σμύρνη. Στο Σικάγο ευδοκίμησε πολύ η εταιρεία De Mets, που ιδρύθηκε το 1900 από τον Κωνσταντίνο Δημογιαννάκη, και επίσης η εταιρεία Andes Candies, που ίδρυσε το 1919 ο Ανδρέας Κανέλλος. Η εταιρεία ζαχαροπλαστικής Joy Candy Shoppes ιδρύθηκε επίσης στο Σικάγο το 1920 από τον Παναγιώτη Στεφανόπουλο και τον Αλέξανδρο Κανέλλο. Και στην Νέα Τόρκη ο Θωμάς Καρβέλ είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος της γνωστής ομωνύμου αλυσίδας καταστημάτων παγωτού.
Ακόμη και σήμερα η βιομηχανία γουναρικών εξακολουθεί να αποτελή έναν από τους κυριώτερους επιχειρηματικούς κλάδους στους όποιους διαπρέπουν πολλοί ομογενείς. Η στροφή των ελλήνων μεταναστών προς την κατασκευή και την εμπορία των γουναρικών ανάγεται στις αρχές του αιώνος. Οι Καστοριανοί ιδίως, που άρχισαν να έρχωνται στην Αμερική περί το 1900, είχαν ιδιαίτερη πείρα στην κατασκευή γουναρικών, επειδή από την εποχή ακόμα του Βυζαντίου η περιοχή της Καστοριάς ήταν κέντρο βιομηχανίας γουναρικών.









H ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΗΠΑ (1900-1925)
κείμενο : Μπόραβου Βασιλική, Ταβελλάρη Σοφία, Τρώντσιου Ευαγγελία (1998), (αναδημοσίευση)

Ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο
Η ιστορία της νεοελληνικής μετανάστευσης, με την έννοια της μετοίκησης είναι τόσο παλιά, όσο και η ιστορία μας. Για λόγους πού κατά καιρούς διαφοροποιούνται, οι Έλληνες "μοιάζει" πάντα να αποζητούν καινούριες πατρίδες με παραδοσιακούς προορισμούς τα παρευξείνια, τα ανατολικομεσογειακά, τα νοτιορώσικα και δυτικοευρωπαϊκά κέντρα, που έγιναν οι πυρήνες μιας ισχυρής διασποράς.
Ωστόσο από τα τέλη τον περασμένου αιώνα οι αναζητήσεις κατευθύνονταν ακόμα πιο μακριά, καταργώντας τα νοητά σύνορα των ωκεανών, με κύριους αποδέχτες την Αμερική και την Αυστραλία (Τσουκαλάς Κ. 1982: 147). Ο μεταναστευτικός πυρετός θα κορυφωθεί την εικοσαετία 1900-1920 και η Ελλάδα θα χάσει το 8% του συνολικού της πληθυσμού.
Περίπου 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν ετησίως, μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη και ξεκινούν για τη "Γη της Επαγγελίας" που υπόσχεται πλούτο και ευημερία, "ευκαιρίες" και στους λιγότερο τυχερούς.



Ο μύθος της αμερικάνικης "Γης της επαγγελίας", του καταφύγιου των αποδήμων όλου του κόσμου, αναμφισβήτητα διαπότισε όλη την ύπαιθρο. Βέβαια οι ΗΠΑ δεν αποτέλεσαν με κανένα τρόπο μια προνομιακή ζώνη για τους Έλληνες μετανάστες, όπου η αλληλεγγύη ανάμεσα σε συμπατριώτες θα εξασφάλιζε μια θέση καθορισμένη και προορισμένη γι' αυτούς μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Αποτελούσε τμήμα μιας παγκόσμιας και βασικά προλεταριακής μεταναστευτικής ροής, που ενσωματωνόταν στη διαδικασία της εντυπωσιακής ανάπτυξης του αμερικάνικου καπιταλισμού μετά τη λήξη του αμερικάνικου εμφυλίου πολέμου (Τσουκαλάς, 1982: 147).
Οι Έλληνες που μετανάστευαν στις υπερπόντιες χώρες, εκτός από τη σωματική ικανότητα, δε διέθεταν άλλο προσόν. Έφταναν στον Πειραιά και αντίκριζαν για πρώτη φορά θάλασσα και βαπόρια. Ήταν αγράμματοι, λίγοι είχαν τελειώσει το Δημοτικό, "άβγαλτοι" και αθώοι, στερημένοι άνθρωποι, πού δεν είχαν συνείδηση της δύναμής τους, ούτε φυσικά των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή ήταν το κατάλληλο υλικό για εκμετάλλευση.
Οι συνθήκες ζωής, ιδιαίτερα της αγροτιάς που έδωσε και το μεγαλύτερο ποσοστό στον όγκο των μεταναστών, ήταν άθλιες.
Αντιγράφουμε από την «Ιστορία του αγροτικού κινήματος» του Γιάννη Κορδάτου :
«Όλοι όσοι πονούσαν τον αγρότη του Μοριά περιγράφουν την αθλιότητα μέσα στην οποία ζούσε. Ξυπόλυτος, γυμνός, κουρελής, ατροφικός. Το κρέας δεν το δοκίμαζε παρά μόνο δύο φορές το χρόνο. Το κρομμύδι, η μπομπότα και η ελιά ήταν το μόνιμο φαγητό του, χρόνο καιρό πεινούσε. Τον καρπό που έφτυνε αίμα για να τον μαζέψει του τον έπαιρναν οι τοκογλύφοι, οι έμποροι και οι άλλοι εκμεταλλευτές του. Σχολεία δεν υπήρχαν, γράμματα δεν μάθαινε, ζούσε σε τρώγλες και έκλαιγε τη μοίρα του... Όλα του ήταν μαύρα και σκοτεινά, γι΄ αυτό άμα άνοιξε της Αμερικής ο δρόμος εκπατριζόταν. Η μετανάστευση του ήταν η μόνη σανίδα σωτηρίας».
Και ο ίδιος σε άρθρο του για τη «μελέτη του αγροτικού» γράφει:
"... Η μετανάστευση είναι αδιάψευστο επιχείρημα για την άθλια οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μικροϊδιοκτητών".
Από το βιβλίο του Μπάμπη Μαλαφούρη "Έλληνες της Αμερικής 1528-1928″ (Νέα Υόρκη 1948) αντιγράφουμε:
"Στην Πελοπόννησο, από την οποία άρχισε η ομαδική μετανάστευση περί τα τέλη του περασμένου αιώνος, οι μικροϊδιοκτήτες ήταν στο έλεος των τοκογλύφων, που τους προστάτευε ο Νόμος με την προσωπική κράτηση για χρέη. Εξάλλου, στη Θεσσαλία, όπου επικρατούσε η μεγάλη ιδιοκτησία και όπου ένας μικρός αριθμός ιδιοκτητών εξεμεταλλεύετο τις πιο εύφορες εκτάσεις με σύστημα σχεδόν φεουδαρχικό, οι γεωργοί, πριν εφαρμοσθούν τα μεταρρυθμιστικά μέτρα του 1911, ήταν κάτι παραπλήσιο προς τους δουλοπάροικους".



 Στο ίδιο βιβλίο δημοσιεύονται τα πορίσματα μελετών, φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών, που εξέδωσε το 1917 ο καθηγητής Ανδρέας Μιχ. Ανδρεάδης (Φροντιστήριον Δημοσίας Οικονομίας και Στατιστικής αρ. 12). Κάθε φοιτητής εξέτασε τα αίτια της αποδημίας από την ιδιαίτερή του επαρχία ή δήμο και έτσι μπορούμε να πάρουμε μια καθολική ιδέα των λόγων της μετανάστευσης. Στις μελέτες αυτές αντιπροσωπεύονται οι περιοχές: Αρκαδίας, Πάτρας, Καλαβρύτων, Τεγέας, Κορινθίας, Αγρινίου, Τρικάλων, Ευρυτανίας, Κεφαλληνίας, Κρήτης, Μυτιλήνης και αρκετές περιοχές Μακεδονίας και Ηπείρου.
Πάνω κάτω παρουσιάζουν όλες οι περιοχές, έξω από τις ιδιομορφίες τους, κοινά χαρακτηριστικά που χοντρικά είναι τα εξής: Κάθε χρόνο άδειαζε το 1 έως 1,5% των κατοίκων κάθε περιοχής. Χωριά που πριν την ακμή της μετανάστευσης είχαν 400 κατοίκους, μετά το 1917 είχαν 150-200 .
Η τοκογλυφία οργίαζε. Ο τόκος, ήταν 20-30% σε χρήμα, αλλά οι δανειστές έπαιρναν από τους οφειλέτες τους, γάλα, βούτυρο, και άλλα προϊόντα, ανεβάζοντας τον τόκο σε 70 ή και 80%. Χαρακτηριστική είναι η παρατήρηση πώς οι μετανάστες δεν προερχόντουσαν όλοι από τα πιο φτωχά τμήματα του αγροτικού πληθυσμού. Το ταξίδι απαιτούσε αρκετά χρήματα και οι πράκτορες ή οι τοκογλύφοι που θα δάνειζαν το απαραίτητο για τα ναύλα ποσό, ζητούσαν εξασφάλιση. Έτσι μικροκτηματίες με υποθηκευμένα κτήματα ήσαν πολλοί μεταξύ των μεταναστών.
Βέβαια και για τους τελείως φτωχούς και άκληρους υπήρχε ο τρόπος. Τους δέσμευαν με συμβόλαια εργασίας και έτσι ξεχρέωναν τα ναύλα τους, σκλάβοι στην κυριολεξία, στους σιδηροδρόμους ή στα ορυχεία του Κολοράδο.
Ακόμα και μικρά παιδιά και εφήβους 8-12 χρονών στρατολογούσαν για τα στιλβωτήρια που διατηρούσαν κυρίως Έλληνες στις μεγάλες πόλεις των Η.Π.Α. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν και οι πράκτορες των μεταναστευτικών γραφείων και των ατμοπλοϊκών εταιρειών που διαφήμιζαν τον πλούτο και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η Αμερική.
Ενδεικτικό του ότι οι Έλληνες πήγαιναν με πρόθεση να μείνουν προσωρινά στην Αμερική, είναι το γεγονός ότι έφευγαν μόνο άντρες σε αντίθεση με τους μετανάστες από άλλες χώρες. Έτσι άδειαζε ο τόπος από το πιο ζωντανό και παραγωγικό κομμάτι του πληθυσμού.
Έφευγαν οι Έλληνες, με την ελπίδα να γυρίσουν σύντομα με χρήματα, για να ξεχρεώσουν το κτήμα τους, να κάνουν μια δουλειά στον τόπο τους, να προικίσουν τις αδελφές τους. Και βέβαια κύρια για να γλιτώσουν από την πείνα, τη δυστυχία και την εκμετάλλευση που βασίλευαν στην πατρίδα τους.
Δεν ήξεραν όμως συνήθως τι τους περίμενε εκεί. Ας δούμε πώς περιγράφεται η εποχή εκείνη στην Ελλάδα από τους ίδιους τους μετανάστες και συγκεκριμένα στο «συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» που επιμελήθηκε ο Θ. Βαλτινός, από τον ίδιο το Κορδοπάτη.




«Κανένα χρόνο δουλέψαμε καλά. Το ΄97 έγινε ο πόλεμος στα σύνορα, έπειτα έγινε μεγάλη δυστυχία και οι άνθρωποι πείνασαν... Τα χωριά στέναξαν. Καρπός δεν βρισκόταν πουθενά. Οι μανάδες έστελναν τα παιδιά στα ρέματα και μάζευαν καβούρια, να τα ρίχνουν στα λάχανα να αρτεύονται. Ύστερα δεν βρισκόντουσαν ούτε λάχανα γιατί φάνηκαν οι ακρίδες και έπεσαν σύννεφα, τον σκέπασαν τον τόπο. Όσο που μαύρισε το μάτι καμπόσων από αυτό το κακό και βγήκαν ληστές.»
Και για τον Αργυρόπουλο, έναν από τους ληστές, μας γράφει:
«Από τότε δεν ξαναφάνηκε, παρά ρεμπέλεσε χαμηλά στους κάμπους της Αμαλιάδας. Εκεί ήταν ένας Ηλίας Μόσκοβος από την Κερπινή της Γορτυνίας, φίλος του πατέρα του και τον τροφοδόταγε. Αυτός κανόνισε τον έβαλε σε ένα παπόρι φορτηγό που είχε σάκους να φύγει... Έβαλαν σακιά το να μέρος και τ΄ άλλο τετραγωνικά και άλλα από πάνω και έφυγε. Οι δικοί του δεν ήξεραν τίποτα. Ένα φεγγάρι τον είχαν χαμένο, έπειτα μαθεύτηκε ότι βγήκε αντάρτης στη Μακεδονία. Στο χρόνο απάνω, λαβαίνουν γράμμα από Αμερική, από Ν. Υόρκη ότι είναι καλά. Ο ίδιος δεν ήξερε γράμματα, είχε βάλει άλλον να του το φτιάξει.

Ύστερα τους ξανάγραψε να φύγουν τα αδέρφια του και οι γαμπροί του. Κοντά σε κείνους πήγαιναν και άλλοι τριάντα, Δαραίοι. Πήγαν και δυο αδερφοί μας μικρότεροι, ο Γιάννης και ο Δήμος. Για να βρούνε τα ναύλα τους, πουλήσαμε ένα χωράφι και ένα βόιδι. Αυτοί ήσαν οι πρώτοι που έφυγαν. Έπειτα έγραφαν ο ένας με τον άλλον και έπαιρναν κοντά τους τους υπόλοιπους».
Σχετικά με την αφήγηση του Κορδοπάτη για τους ληστές, ενδιαφέρον είναι να μεταφέρουμε εδώ, όσα γράφει ο Τάσος Βουρνάς, στο βιβλίο του: «Η σφαγή στο Δήλεσι. αγγλοκρατία και ληστοκρατία». «... Αλλά μετά τον πόλεμο του 1897 η ληστεία φουντώνει και πάλι, σε απίστευτο βαθμό... το 1899 υπάρχουν στην Ελλάδα 12.580 ληστές. Ο πρωθυπουργός Θεοτόκης και η Κυβέρνησή του για να υπάρξει ... «αποσυμφόρηση» ενισχύει σιωπηρά την μετανάστευση των ληστών στην Αμερική. Το μέτρο σημειώνει επιτυχία και χιλιάδες ληστές ξενιτεύονται...».



 Ανάλογα αίτια, αλλά με επιπρόσθετες τοπικές ιδιομορφίες, επηρέασαν τη μετανάστευση και των ελληνικών πληθυσμών που βρίσκονταν ακόμα υπό οθωμανική κυριαρχία. Σημαντικό επίσης ρόλο είχαν και οι αλλεπάλληλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος, οι στρατιωτικές κινητοποιήσεις της χώρας (1877, 1885 κ.λ.π.) και οι ελληνο-τουρκικοί πόλεμοι (1897, 1912-1913, 1917-1922), οι έντονες πολιτικές αντιθέσεις, προπάντων στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού (1915 κ. εξ.) και, τέλος, τα προβλήματα από τα απανωτά κύματα των προσφύγων που κατέφθαναν στην Ελλάδα μεταξύ του 1855 και του 1932 από την Ανατ. Ρωμυλία και τη Θράκη, τον Καύκασο, τη νότια Ρωσία και την Κριμαία, τον Πόντο και, κυρίως, τη δυτική Μικρά Ασία (Εφημερίδα «Καθημερινή» 1996, Επτά Ημέρες (15/12) αφιέρωμα σελ. 4) .
Μέχρι το 1907 το ελληνικό μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική το διακινούσαν ξένες ατμοπλοϊκές εταιρίες. Κυρίως, η Αυστριακή εταιρία «Austro Americana», η γερμανική «Hamburg American Line» και τα υπερωκεάνια του Βόρειου Ατλαντικού. Οι δύο πρώτες ελληνικές εταιρίες «Μωραΐτης» (1907-1908) και «Υπερωκεάνιος Ελληνική Ατμοπλοΐα» (1910 – 1912) που προσπάθησαν να δημιουργήσουν ελληνική υπερατλαντική γραμμή απέτυχαν και οδηγήθηκαν σε χρεοκοπία. Η «Εθνική Ατμοπλοία της Ελλάδος» των αδελφών Εμπειρίκου όμως, κυριάρχησε στο χώρο των υπερωκεανίων για 30 ολόκληρα χρόνια (1908-1937). Άρχισε τις εργασίες της με την παραλαβή το 1909 από τα αγγλικά ναυπηγεία του υπερωκεάνιου «Πατρίς» (4890 κόρων ολικής χωρητικότητας).
Στη συνέχεια ακολούθησαν το «Μακεδονία» (6.333 κορ.), το «Ιωάννινα» (4.191 κ.), το «Θεσσαλονίκη» (4.682 κορ.), το «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» (μετέπειτα «Μεγάλη Ελλάς» και «Βύρων») που μπορούσε να μεταφέρει 1800 μετανάστες, το «Βασιλεύς Αλέξανδρος», το «Κωνσταντινούπολις» και ο «Μορέας».
Η «Εθνική» συχνά αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει επιτάξεις και φθορές πλοίων, από πολεμικές αντιξοότητες (Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ παγκόσμιος πόλεμος) αλλά και από εχθρότητα αντίπαλων πολιτικών μερίδων που εναλλάσσονταν τότε στη διακυβέρνηση της χώρας. Στη συνέχεια η «Εθνική» ίδρυσε την αγγλική εταιρεία «Byron Steamship Company» που διαλύθηκε το 1928, υπέγραψε μια ατυχή σύμβαση το 1932 με το κράτος και τελικά το 1937 διαλύθηκε.
Κλείνει έτσι εδώ ένα κεφάλαιο της ελληνικής επιβατικής ναυτιλίας.





κείμενο  Αναστασίου Ι. Τζαμτζή, πλοιάρχου Εμπορικού Ναυτικού.
εφμ "Καθημερινή"  12-1996, (αναδημοσίευση)

Αν κρίνουμε από τις «φρικτές» συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, στα μεταναστευτικά υπερωκεάνια, ιδιαίτερα εκείνα της πρώτης περιόδου (1907-1937), οι μετανάστες θεωρούνταν «φορτίο». Αρκεί να σκεφτούμε ότι πλοία μόλις 5-6 χιλιάδων τόνων, μετέφεραν έως 1.200-1.300 επιβάτες, σε ταξίδια που συχνά ξεπερνούσαν τις 20-22 ημέρες.
Οι δοκιμασίες των φτωχών μεταναστών, οι οποίοι ελάχιστα νοιάζονταν για ανέσεις, που ποτέ άλλωστε δεν είχαν γευτεί, άρχιζαν πολύ πριν το ταξίδι. Οι περισσότεροι αγνοούσαν τις μεγάλες δυσκολίες που τους περίμεναν στο Νέο Κόσμο, τον οποίο εκατοντάδες μεσίτες μετανάστευσης (επάγγελμα που ανθούσε τα χρόνια εκείνα), παρουσίαζαν ως νέα Γη της Επαγγελίας. Με την ελπίδα λοιπόν ότι στην ξένη χώρα θα αποκτήσουν ό,τι χρειάζονται για να επιστρέψουν εφοδιασμένοι για μια καλύτερη ζωή, αγωνίζονταν να πάρουν την πολυπόθητη άδεια μετανάστευσης για την Αμερική, τόπο απαγορευμένο για παράδειγμα σε όσους υπέφεραν από τραχώματα (διαδεδομένη νόσο την εποχή εκείνη). Όσοι τα κατάφερναν, πριν την επιβίβαση στο πλοίο, υποβάλλονταν σε ξεψείριασμα και εμβολιασμό.
Οι μετανάστες «πακετάρονταν» κυριολεκτικά στους χώρους κάτω από το κυρίως κατάστρωμα σε απελπιστικά στενούς χώρους. Τα υποφράγματα αυτά καθορίζονταν μόνο την τελευταία μέρα πριν από τον κατάπλου. Από την πρώτη κιόλας ημέρα, η πολυκοσμία, οι αναθυμιάσεις των εμετών, η απόπνοια των σωμάτων των επιβατών και η έλλειψη στοιχειώδους καθαριότητας έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική.




"Όσο δύο φέρετρα"
Τα διάφορα κράτη άργησαν να θεσπίσουν διατάξεις για τη σωστή μεταφορά των επιβατών, με αποτέλεσμα οι ατμοπλοϊκές εταιρίες που εκμεταλλεύονταν τα υπερωκεάνια να «οργιάζουν» εις βάρος των άτυχων μεταναστών. Ένας αμερικανικός νόμος που ψηφίστηκε το 1882 και σκοπό είχε να προστατεύσει κυρίως τους επιβάτες της τρίτης θέσης, προέβλεπε ότι κάθε επιβάτης δεν μπορούσε να έχει στη διάθεσή του λιγότερα από 100 κυβικά πόδια (2,83 κυβ. μέτρα) ή αν έμενε σε χώρο κάτω από δύο καταστρώματα, 120 κυβ. πόδια (3,40 κυβ. μέτρα). Δύο παιδιά κάτω από οκτώ ετών υπολογίζονταν για ένας επιβάτης. Αν ο ισχνός αυτός χώρος δεν διατίθετο, ο πλοίαρχος του πλοίου έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο πενήντα δολαρίων για κάθε επιβάτη. Σημειώνουμε ότι ποτέ δεν έγινε σχετικός έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές και πουθενά δεν αναφέρεται να επιβλήθηκε ποτέ σχετικό πρόστιμο.
Οι χώροι της τρίτης θέσης ήταν κυριολεκτικά «πακεταρισμένοι» με σειρές από σιδερένια ή ξύλινα διώροφα κρεβάτια. Κάθε κρεβάτι είχε έξι πόδια (1,88 μέτρα) μάκρος και δύο πόδια (0,61 μέτρα) πλάτος, με μόνο 30 ίντσες (0,762 μ.) ύψος ανάμεσα στα κρεβάτια για κάθε επιβάτη, δηλαδή αντιστοιχούσαν συνολικά τριάντα κυβικά πόδια (0,84 κυβ. μ.) έχοντας τις διαστάσεις από δύο... φέρετρα.
Στο κλειστοφοβικό αυτό διπλό «φέρετρο», ο μετανάστης έπρεπε να περάσει όλες τις ώρες, μέρα ή νύχτα. εκεί να ζει, να κοιμάται, να ησυχάζει, να ντύνεται. Δεν υπήρχαν καρέκλες ή σκαμνιά, ούτε τραπέζι. Οι αποσκευές, τα ρούχα, τα σκεύη του φαγητού και όλα τα υπάρχοντά του, αν σκεφθούμε μάλιστα ότι πολλοί μετακόμιζαν για πάντα, έπρεπε να βολευτούν κατά κάποιο τρόπο ανάμεσα στα στενά αυτά κρεβάτια.






Ο διαχωρισμός των γυναικών επιβατών ήταν αδύνατος. Στην προσπάθειά τους για κάποια απομόνωση οι γυναίκες κρεμούσαν τα ρούχα τους γύρω από τα κρεβάτια τους προκειμένου να δημιουργήσουν κάποιο υποτυπώδες παραπέτασμα. Συνήθως, δεν πολυενοχλούνταν από τους άνδρες συνεπιβάτες τους, όσο από τους άνδρες του πληρώματος που συχνοπερνούσαν από τα γυναικεία διαμερίσματα. Η περιέργειά τους έφτανε συχνά έως την παρενόχληση. Ιδιαίτερα υποφέρανε οι ασυνόδευτες γυναίκες της τρίτης θέσεως. Δεν υπήρχαν γυναίκες θαλαμηπόλοι. Οι μοναδικές γυναίκες του πληρώματος στην τρίτη θέση ήταν μόνο δύο νοσοκόμες.
Για τον εξαερισμό των χώρων, ο νόμος του 1882 προέβλεπε δύο ανεμοδόχους των 12 ιντσών (0,30 μ.), για κάθε πενήντα επιβάτες. Οι ανεμοδόχοι αυτοί, ανεπαρκείς και σε ομαλές καταστάσεις, καταλήγανε στο κύριο κατάστρωμα, που συνήθως απείχε πολύ λίγο από την επιφάνεια της θάλασσας, με αποτέλεσμα να μπάζουν νερά. Αναπόφευκτα, στις χειμωνιάτικες, κυρίως, φουρτούνες, οι επιβάτες της τρίτης θέσεως δέχονταν καταιονισμούς από παγωμένα νερά του ωκεανού.
Όσον αφορά τα λουτρά, μεταξύ των θέσεων όπου βρίσκονταν και των διαμερισμάτων, μεσολαβούσαν ανεμόδαρτα ανοιχτά καταστρώματα. Οι καταιονιστήρες ήταν κοινοί, κατά κανόνα, για άνδρες και γυναίκες, περιείχαν θαλασσινό νερό και ήταν σιδερένιες καμπίνες περίπου 2×2,75 μ. Περιττό να πούμε ότι σπάνια οι επιβάτες τους χρησιμοποιούσαν. Στους ίδιους χώρους ήταν τοποθετημένες οι λεκάνες για το πλύσιμο των πιάτων και οι διπλές σειρές για το πλύσιμο των ρούχων, χωρίς βέβαια σαπούνι ή πετσέτες και με κρύο αλμυρό νερό. Το ζεστό νερό ήταν πολυτέλεια και όταν υπήρχε το χρησιμοποιούσαν για το πλύσιμο των χεριών, του προσώπου και των μαλλιών. Το δάπεδο γύρω ήταν συνεχώς πλημμυρισμένο σφουγγαριζόταν και απολυμαινόταν βιαστικά μόνον το τελευταίο πρωί του ταξιδιού, λόγω της αναμενόμενης επιθεώρησης του γραφείου της Δημόσιας Υγείας.
Ο νόμος προέβλεπε καθημερινή ιατρική επίσκεψη στη διάρκεια του ταξιδιού. Οι μετανάστες θα έπρεπε να μπαίνουν στη γραμμή και να περάσουν από τους γιατρούς του πλοίου. Ο κανονισμός δεν εφαρμόσθηκε ποτέ. Η καθημερινή επιθεώρηση επιβεβαιώνονταν από ειδικές κάρτες που έπρεπε να τρυπηθούν από τον εποπτεύοντα γιατρό. Συνήθως όμως, τις κάρτες τρυπούσε έξι-επτά φορές σε κάθε επίσκεψη, κάποιος «εξυπηρετικός θαλαμηπόλος», γα να μη στέκονται όλοι οι μετανάστες κάθε φορά στην ουρά, πράγμα που βόλευε τόσο τους ίδιους όσο και τους γιατρούς.




Σε κάθε επιβάτη δινόταν με την επιβίβασή του στο πλοίο ένα κουτάλι, ένα πιρούνι και μία τενεκεδένια καραβάνα. Όταν αναγγελλόταν το πρωινό, συνήθως στις επτά παρά τέταρτο, όλοι στριμώχνονταν στο χώρο της διανομής καθώς δεν υπήρχε ειδική τραπεζαρία παρά μονάχα ένας χώρος σε κάποια άκρη με λίγα τραπέζια και μερικούς πάγκους, όπου συνήθως κάθονταν οι γυναίκες και τα παιδιά.
Οι άνδρες έπρεπε να περάσουν από τους πάγκους του σερβιρίσματος, κρατώντας τις καραβάνες και μετά να βρουν κάποιο χώρο για να φάνε ή να βγουν στο ανοιχτό κατάστρωμα. Οι γυναίκες – επιβάτες τότε βρίσκανε την ευκαιρία να ντυθούν, καθώς άδειαζαν τα διαμερίσματα πριν από το πρωινό, με αποτέλεσμα να φθάνουν αργά ή να μην προλαβαίνουν καθόλου τη διανομή. Στις ρεκλάμες των πρακτορείων που εκδίδανε τα εισιτήρια, το φαγητό περιγραφόταν ως υγιεινό και θρεπτικό. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν τόσο κακομαγειρεμένο που σχεδόν δεν τρωγόταν. Συνήθως το μισό φαγητό που ετοιμαζόταν για τους μετανάστες κατέληγε τροφή για τα ψάρια του ωκεανού. Οι επιβάτες μπορούσαν να αγοράσουν από την καντίνα του θαλαμηπόλου κάτι γα να συμπληρώσουν το φαγητό τους, πράγμα που έκανε την ποιότητα του φαγητού χειρότερη, προκειμένου να αυξηθεί ο τζίρος της καντίνας.
Μοναδική εξαίρεση σε ολόκληρο το ταξίδι, αποτελούσε το τελευταίο, πριν από την άφιξη δείπνο, που μπορούσε να περιλαμβάνει λιχουδιές όπως ... τηγανητές πατάτες. Το αποχαιρετιστήριο αυτό δείπνο σκοπό είχε να δώσει έναν τόνο ευχαρίστησης στην αυριανή άφιξη και επιθεώρηση από τις υγειονομικές αρχές ( ό.π., σ. 14-19).
Όμως, ας παρακολουθήσουμε καλύτερα τον Α. Κορδοπάτη, πώς περιγράφει το ταξίδι με την περίφημη Αυστροαμερικάνα.
«Τρεις μέρες προχωρήσαμε, την Τρίτη νύχτα μεσάνυχτα, το πλοίο χάλασε, χωρίς να καταλάβουμε τίποτα εμείς. Μονάχα οι πλοίαρχοι και οι μηχανικοί το ήξεραν και αντί για μπρος γύριζε πίσω. Το διόρθωσαν και άρχισε πάλι να πηγαίνει, αλλά ψεύτικο διόρθωμα, έκανε μονάχα οκτώ μίλια.
Δύο ώρες με τα πόδια, μια με το πλοίο Αυστροαμερικάνα. Έγερνε και στα πλάγια. Τεντωνόμασταν χάμω και πιάναμε το νερό της θάλασσας όταν ήταν γαλανή. Όταν ο καιρός ήταν μαύρος, φίδια μας έτρωγαν. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο. Για φαγητό έσφαζαν και μας έδιναν κάτι παλιάλογα. Καμιά εβδομάδα τη βγάλαμε μ΄ αυτά που είχαμε ψωνίσει στην Πάτρα, αλλά σωθήκανε. Μας έδιναν κάτι ρέγκες με σκουλήκια, χαλασμένες τις πετάγαμε.







Ζούσαμε μέσα σ΄ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα και από πάνω ουρανός. Έπειτα άρχισε να κοχλάζει η ψείρα. Κάθονταν όρθιες στα πανωφόρια των επιβατών, άσπρες με ουρά.
Σε λίγες μέρες με την αργοπορία του πλοίου, το νερό λιγόστεψε. Τρεις χιλιάδες κόσμος που ήμασταν μέσα διψάσαμε. Μαζευόμασταν μυρμήγκια με τις βίκες μπροστά στα ντεπόζιτα και κει γινόταν χαλασμός».
Στην είσοδο ακριβώς των εκβολών του ποταμού Hudson μόλις μέσα από τα Narrows, στο Clifton, του Staten Island ήταν η «Καραντίνα», ο δημόσιος υγειονομικός σταθμός ελέγχου. Καθώς το πλοίο αγκυροβολούσε εκεί, το περικύκλωνε ένας στολίσκος από μικρά πλοία.
Οι άνδρες της υπηρεσίας Αλλοδαπών και της Δημόσιας Υγείας, ανέβαιναν στο πλοίο και περνούσαν γρήγορα από τους χώρους της πρώτης και της δεύτερης θέσεως σε μια βιαστική επιθεώρηση των επιβατών των θέσεων αυτών. Στη συνέχεια κατέβαιναν στα ... ευώδη διαμερίσματα, όπου βρίσκονταν οι επιβάτες της τρίτης θέσεως για το πιο χρονοβόρο μέρος της δουλειάς τους, προκειμένου να εξετάσουν κάθε επιβάτη.
Όταν οι άνθρωποι της Δημόσιας Υγείας κατέβαιναν στη βάρκα τους για να κατευθυνθούν σε άλλα σκάφη, το πλοίο έπαιρνε πάνω την άγκυρα και μέσα από τους καπνούς των ρυμουλκών που το τραβούσαν κατευθύνονταν σιγά – σιγά προς το λιμάνι της Νέας Υόρκης. Περνώντας κοντά από το άγαλμα της Ελευθερίας κατέληγε σε ένα από τους «ντόκους» στο Μανχάταν ή απέναντι στο Χομπόκεν. Εκεί αποβιβάζονταν οι επιβάτες της πρώτης και δεύτερης θέσεως και ξεφορτώνονταν οι αποσκευές τους για να περάσουν από τον τελωνειακό έλεγχο. Όταν αυτός τελείωνε οι επιβάτες παραδίδανε τις αποσκευές του σιδηροδρόμου και χάνονταν στο πολύβουο Μανχάταν.

 Η μέρα όμως των μεταναστών μόλις άρχιζε. Ύστερα από μια ατελείωτη αναμονή στο πλοίο προκειμένου να τελειώσουν οι έλεγχοι, άρχιζαν να κατεβαίνουν επιτέλους τη σκάλα του πλοίου, φορτωμένοι με τις αποσκευές τους. Η διαφορά ήταν καταφανής, ενώ οι επιβάτες των άλλων θέσεων που είχαν παραδώσει όλες τις αποσκευές τους στους αχθοφόρους, καθώς γύριζαν στον τόπο τους ύστερα από λίγων εβδομάδων απουσία μπορούσαν να στείλουν τα ογκώδη μπαούλα τους κατευθείαν στον προορισμό τους, οι μετανάστες που έρχονταν για μόνιμη εγκατάσταση έπρεπε να κουβαλήσουν ότι είχαν και δεν είχαν μόνοι τους. Έτσι παραφορτωμένοι κατευθύνονταν στις βάρκες της Υπηρεσίας Αλλοδαπών που τους περίμεναν για να τους μεταφέρουν στο περίφημο Ellis Island, γνωστό στους Έλληνες μετανάστες ως «Καστιγγάρι». Εκεί μέσα στις πολύβουες στοές του γραφείου απογραφής, οι μετανάστες υποβάλλονταν στην τελική δοκιμασία. Οι περισσότεροι περνούσαν τον έλεγχο και ξεχνούσαν τις ταλαιπωρίες του ταξιδιού.
Όμως κάθε άρρωστος υποχρεωνόταν να γυρίσει στο πλοίο και παραδινόταν στην ατμοπλοϊκή εταιρία για επαναπατρισμό. Άγρυπνοι επιθεωρητές της Υπηρεσίας Αλλοδαπών μόλις παρατηρούσαν κάποιον ύποπτο, καθώς οι μετανάστες αποβιβάζονταν από τις βάρκες, σημείωναν πάνω στην κάρτα τους κάποιο κωδικό σήμα, προκειμένου να τον προσέξουν ιδιαίτερα οι γιατροί. Αυτοί οι άτυχοι άθλιοι έπρεπε να επιστρέψουν στο λιμάνι της επιβίβασής τους με έξοδα της εταιρίας, γεγονός που τις έκανε προσεκτικές στην επιλογή των επιβατών. Μεγαλύτερο βάρος για τις εταιρίες ήταν οι λαθρομετανάστες, αφού για καθένα που ανακάλυπταν και συλλάμβαναν οι αρχές, πλήρωναν πρόστιμο χίλια δολάρια .






Ο Γιάννης Κάλυκας ,79, ο οποίος ήρθε (στην Αμερική) στα 17 του το 1926 λέει: «Οι δύο εβδομάδες που πέρασα στο Έλις Άιλαντ ήταν οι πιο άθλιες της ζωής μου. ΄Ήταν Γενάρης, πολύ κρύο και ο ξάδερφός μου στην Αμερική δεν ήξερε ότι ερχόμουν μ΄ εκείνο το πλοίο. Δεν είχα ούτε ένα σέντ στην τσέπη μου, και ήμουν φοβισμένος. Υπήρχε πολύ συνωστισμός. Ακούγονταν λυγμοί και ξεφωνητά από τους ανθρώπους που στέλνονταν πίσω. Η αβεβαιότητα για το τι θα φέρει η επόμενη μέρα ήταν η χειρότερη αίσθηση που δεν την ξαναείχα ούτε πριν ούτε μετά απ΄ αυτό»
Για το φοβερό μαρτύριο, την «ιερά εξέταση» στο Ellis Island, ας δούμε τι γράφει ο Μπ. Μαλαφούρης στο βιβλίο του που αναφέραμε πιο πάνω: «Έλλις Άιλαντ, νησί ελπίδων και αγωνίας! Νησί ολοκληρώσεως πόθων και ματαιώσεως ονείρων! Δράματα ζωής και θανάτου παίχθηκαν μέσα στις αίθουσες όπου εγίνετο η εξέτασις των μεταναστών ή πίσω από τα κάγκελα των κρατητηρίων όπου έμεναν όσοι επρόκειτο να απελαθούν στον τόπο της προελεύσεώς τους...».
Και το ίδιο βιβλίο μας πληροφορεί πώς ανεπιθύμητοι, εκτός όσων είχαν μολυσματικές ασθένειες, όπως τραχώματα, ήσαν και όσοι δεν είχαν συγγενείς ή φίλους στην Αμερική που θα εγγυώνταν ότι οι άνθρωποι αυτοί θα βρίσκανε ένα κρεβάτι για να κοιμηθούν ή ένα πιάτο φαΐ για να μην πεθάνουν στην πείνα. Όσοι ακόμη δεν φαινόντουσαν αρκετά γεροί για να δουλέψουν στις σιδηροδρομικές γραμμές, στα μεταλλεία και τόσες άλλες βαριές δουλειές που τόσο πολύ ανθρώπινο υλικό χρειάζονταν τότε. Ακόμη και όσοι θεωρούνταν ύποπτοι για τη δημόσια τάξη.
Από τον μηνιαίο εικονογραφημένο Εθνικό Κήρυκα του Ιουλίου του 1920 αντιγράφουμε:
«... Ο κατάλογος των επιβατών διαιρείται εις τα εξής δύο μέρη: Επιβάται πρώτης και δευτέρας θέσεως και επιβάται τρίτης θέσεως, ή, όπως λέγεται συνήθως, επιβάται του καταστρώματος, εις ους και δίδεται το όνομα μετανάσται... Οι επιβάται όμως της τρίτης θέσεως δεν απολαύουν του προνομίου της επί του πλοίου εξετάσεως. Οφείλουν πάντοτε «συν γυναιξί και τέκνοις» να μεταβούν εις το Έλλις Άιλαντ, όπου την αυτήν ημέραν της αφίξεώς των υποβάλλονται «εις το μαρτύριον» της ιατρικής και μη εξετάσεως... όπου πολλάκις διέρχονται ενώπιον των ιατρών ή άλλων «ιεροεξεταστών» τας χειροτέρας στιγμάς του βίου των...» .




Από το 1903 μέχρι το 1908 απαγορεύτηκε η είσοδος περίπου σε 3.500 μετανάστες. Έτσι και στην Αμερική υπήρξε κατ΄ ανάγκη η λαθραία και παράνομη αποβίβαση και μάλιστα σε μεγάλη έκταση.
Ας παρακολουθήσουμε όμως πάλι τον Κορδοπάτη.
«Πλεύρισε το καράβι στο λιμάνι, το λιμάνι πατωμένο, το τελωνείο απάνω στα νερά. Φαίνεται πως η Αυστροαμερικάνα έβγαλε πολλούς λαθραίους ελεύθερους να φεύγει ο καθένας για το δικό του μέρος κι οι άλλες εταιρείες παραπονέθηκαν...
Ήρθε ο γιατρός κι άρχισε να εξετάζει έναν, έναν. Όποιος ήταν καλός του 'δινε μια κάρτα με μπλε μολύβι και έγραφε επάνω οράϊτ, αμερικάνικα. Όποιος δεν ήταν καλός του΄δινε κάρτα με κόκκινο.
Μου 'δωσε κόκκινο ο γιατρός, των άλλων μπλε. Την επαύριο ήρθε πάλι η επιτροπή, μας ξανακοίταξαν, μας έκριναν δεύτερη φορά σκάρτους. Σε τρεις μέρες καινούργια επιτροπή ανώτερη.
Μας όρκισαν ότι ποτέ η κυβέρνηση δεν επιτρέπει σε άρρωστους, κλέφτες και εγκληματίες να πατήσουν αμερικανικό έδαφος. Τότε πήραμε απόφαση ότι μας γύριζαν πίσω. Μ΄ έκλεισαν στο μπουντρούμι με τους εξήντα άλλους από διάφορες φυλές. Στις 30 Νοεμβρίου (1907) έρχεται ο διερμηνέας του πλοίου, ένας Κώστας Πυλίας...
Μόλις μας έβγαλαν απάνω άρχισε ο νους μου να γυρίζει. Σκεπτόμουν να το σκάσω. Με τη σκούφια, τα παπούτσια λυτά, το πανωφόρι στον ώμο, είπα να μπω σε μια βάρκα να κρυφτώ τη νύχτα, στη σκιά του πλοίου να πέσω στο νερό. Φοβήθηκα μην πνιγώ δεν το 'βρισκα καλό. Αποφάσισα να κάνω τον κόπο να κατέβω απ΄ τη σκάλα. Βάζω τα χέρια πίσω. Κατεβαίνω μπροστά στους κλητήρες. Μπαίνω τάχα για το νερό μου, βρίσκω μια πόρτα, άλλοι κλητήρες μέσα δεν δώσαν σημασία. Στρίβω δεξιά, τραβάω κάτι διαδρόμους, βλέπω γυαλί και απόξω κόσμο να περνάει. Βγαίνω και δεν το πίστευα».
Οι μετανάστες, ύστερα από τις ατελείωτες αυτές ταλαιπωρίες πατούσαν επιτέλους το έδαφος της νέας Γης της Επαγγελίας, όπου άλλου είδους περιπέτειες άρχιζαν γι΄ αυτούς.
Οι περισσότεροι νεοαφιχθέντες έμεναν για λίγο στη Νέα Υόρκη. Εκεί υπήρχαν μικρά ξενοδοχεία και μικρομάγαζα Ελλήνων ιδιοκτητών, οι οποίοι τους υποδέχονταν όταν ξεμπαρκάριζαν από τα σκάφη που τους έφερναν στο νότιο τμήμα του Μανχάταν από το Έλις Άιλαντ. Ήταν ακριβή η πόλη και οι περισσότεροι είχαν λιγότερα από τριάντα δολάρια στην τσέπη τους. Βιάζονταν λοιπόν να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
Όπως έγραφε ο «Οδηγός του Μετανάστου» που δημοσιεύθηκε το 1910: «Ο βίος εν Νέα Υόρκη είναι αρκούντως πολυδάπανος. Αν ο μετανάστης μείνει ημέρας τινάς άεργος ενταύθα και δεν έχει συγγενείς ή φίλους, οι οποίοι να δαπανώσι δι΄ αυτόν, οφείλει να υπολογίζει εν τουλάχιστον δολλάριον καθ΄ ημέραν δια τροφήν και κατοικίαν, ήτοι πέντε περίπου φράγκα. Και ταύτα αν τρώγει εις τα ελληνικά μικροεστιατόρια και αποφεύγει τα ποτά και τα κεράσματα. Οιονδήποτε ποτόν στοιχίζει το ολιγότερον 5 σεντς, ήτοι 25 λεπτά. Καλόν είναι ο μετανάστης να προσπαθεί να μη μείνει μακρόν χρόνον εν Νέα Υόρκη, αλλά να διευθύνεται εις το εσωτερικόν. Η επιτυχία εν ταις μεγαλουπόλεσιν είχε πολύ δύσκολος».




ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ
Στις αρχές του 20ου αιώνα περίπου ένας στους επτά μετανάστες παρέμενε στη Νέα Υόρκη, που είχε το 1910 πάνω από 12.000 Έλληνες. Οι υπόλοιποι συνέχιζαν την πορεία τους στην τεράστια aμερικανική ενδοχώρα.
Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κύριους προορισμούς των Ελλήνων μεταναστών της εποχής εκείνης: τις Δυτικές Πολιτείες, τις βιομηχανικές πόλεις της Νέας Αγγλίας και τις μεγάλες πόλεις του Βορρά, ειδικά στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο.
Η πρώτη μεγάλη ομάδα Ελλήνων που έφτασε στις Δυτικές Πολιτείες χρησιμοποιήθηκε σαν απεργοσπαστικός μηχανισμός. Μια απεργία ανθρακωρύχων της Utah το 1903 έσπασε από Έλληνες που μεταφέρθηκαν εκεί από τις Ανατολικές Πολιτείες για το σκοπό αυτό. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν τουλάχιστον 50.000 Έλληνες εργάτες στα ορυχεία και στις σιδηροδρομικές γραμμές των Δυτικών Πολιτειών, ενώ οι εργάτες σιδηροδρόμων είχαν συγκεντρωθεί κυρίως στην Καλιφόρνια, όπου το 1910 το ποσοστό Ελλήνων στο συνολικό πληθυσμό ήταν μεγαλύτερο από οποιασδήποτε άλλης Πολιτείας. Με τον καιρό, αρκετοί Έλληνες εγκατέλειψαν τα ορυχεία και τους σιδηροδρόμους για να γίνουν μικροεπαγγελματίες, αλλά πολλοί άλλοι παρέμειναν εργάτες για όλη τους τη ζωή.
Ένας άλλος σημαντικός τόπος προορισμού για τους Έλληνες μετανάστες ήταν οι βιομηχανικές πόλεις της Νέας Αγγλίας, όπου πήγαιναν για να εργαστούν στις βιομηχανίες υφασμάτων και παπουτσιών. Τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, υπήρχαν σημαντικές ελληνικές κοινότητες στα Manchester και Nashua, New Hampshire, στα Bridgeport, New Britain και Norwich, Connecticut, στα Chicopee, Haverhill, Lynn, Peabody, New Bedford και Springfield, Massachusetts. Από νωρίς υπήρξε συγκέντρωση Ελλήνων και στη Βοστώνη. Αλλά η πιο σημαντική, για τους Έλληνες, βιομηχανική πόλη ήταν το Lowell, Massachusetts, όπου, το 1910, σε συνολικό πληθυσμό 100.000 υπήρχαν 20.000 Έλληνες.
Η ζωή των Ελλήνων στις βιομηχανικές αυτές πόλεις ήταν στερημένη. Μια και ο σκοπός τους ήταν να εξοικονομήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για να τα στείλουν πίσω στην Ελλάδα, ζούσαν πολύ λιτά. Ήταν συνηθισμένο φαινόμενο για έξι άτομα να νοικιάζουν ένα διαμέρισμα και να μοιράζονται τα έξοδα, χωρίς σωστή διατροφή ή στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής. Γιαυτό και η φυματίωση ήταν πολύ συνηθισμένη. Τα πράγματα γίνονταν ακόμη χειρότερα, λόγω της δεδομένης εχθρικής υποδοχής που επιφύλασσαν στους Έλληνες μετανάστες, οι μετανάστες άλλων εθνικοτήτων ή και οι ίδιοι οι Αμερικανοί εργάτες.







Ο τρίτος σημαντικός τόπος προορισμού Ελλήνων μεταναστών ήταν οι μεγάλες πόλεις του Βορρά, όπως οι Philadelphia, Pittsburgh, Buffalo, Cleveland, Toledo, Detroit, Gary, Milwaukee, με επίκεντρο βέβαια τη Νέα Υόρκη και το Σικάγο. Το 1920, τόσο η Νέα Υόρκη όσο και το Σικάγο φιλοξενούσαν τουλάχιστον 50.000 Έλληνες.
Μικρός μόνον αριθμός Ελλήνων κατευθύνθηκε προς το Νότο. Απ΄ όλους τους Έλληνες που έφθαναν στην Αμερική μέχρι το 1920, μόνο ένας στους 15 εγκαταστάθηκε στις Νότιες Πολιτείες. Ωστόσο, υπάρχει μια μοναδική εξαίρεση, αυτή της κοινότητας του Tarpon Springs, Florida, που ιδρύθηκε το 1905 από πεντακόσιους περίπου Δωδεκανήσιους, όπου οι Έλληνες ήταν η πλειοψηφία μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.




Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ , ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Η ζωή που περίμενε, στο νέο περιβάλλον τους μετανάστες, δεν έμοιαζε καθόλου μ΄ αυτήν που περιγράφανε στους αγρότες στην Ελλάδα, οι πράκτορες των ατμοπλοϊκών εταιρειών και των εκμισθωτών εργασίας για τους τόπους δουλειάς στην Αμερική.
Καθώς πήγαιναν στην Αμερική με πρόθεση να μείνουν προσωρινά, πολλοί αρνιόντουσαν να μάθουν την αγγλική γλώσσα και καθώς ήσαν και ανειδίκευτοι, δεν τους απέμεινε παρά να δουλέψουν στα μεταλλεία ή στους σιδηροδρόμους ενώ πολλοί εκδηλώνοντας το "επιχειρηματικό δαιμόνιο του έλληνα", έστηναν καροτσάκια πουλώντας λαχανικά ή φρούτα κ.λ.π. στους δρόμους. Σύμφωνα με μια έκθεση το 1901 υπήρχαν 1500 περίπου πλανόδιοι πωλητές στη Νέα Υόρκη.
Οι συνθήκες της ζωής τους ήταν άθλιες. Η φυματίωση εθέριζε. Υπέμεναν όμως τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσουν το γυρισμό τους στην πατρίδα, με κάποια άνεση και είναι γνωστό ότι πολλοί δεν γύρισαν πολύ πλουσιότεροι απ΄ ό,τι έφυγαν.
Από το βιβλίο του Μπ. Μαλαφούρη σχετικά με τις συνθήκες ζωής των Ελλήνων μεταναστών στις αμερικανικές πόλεις πληροφορούμεθα:
«Στριμωγμένοι σε ανήλια και δίχως επαρκή αερισμό υπόγεια έμεναν πέντε ή περισσότεροι σ΄ ένα δωμάτιο, όπου μετά τον κάματο της ημέρας, ήρχοντο το βράδυ να ξεκουράσουν το κατάκοπο κορμί τους. Ούτε και η διατροφή τους ήταν καλύτερη ..... στην Αμερική όσοι δεν διαιτώνται καλά καταλήγουν στο φθισιατρείο».
Και συνεχίζει για τα παιδιά που δούλευαν σαν πλανόδιοι πωλητές για λογαριασμό των «πατρόνων» τους (κυρίως Ελλήνων για την περίπτωση αυτή). «Έμεναν σε βρωμερά και ανθυγιεινά δωμάτια, συχνά στα ίδια κτίρια που ήταν και οι στάβλοι των αλόγων που έσυραν τα καροτσάκια τους... Σπανιότατα άνοιγαν τη νύχτα τα παράθυρα και ακόμα πιο σπάνια έπλεναν τις κουβέρτες των κρεβατιών τους με αποτέλεσμα να είναι αποπνικτική και δύσοσμη η ατμόσφαιρα των δωματίων τους... όπου εκοιμούντο τρεις και τέσσαρες μαζί... Τις περισσότερες φορές έμεναν νηστικά όλη την ημέρα και έτρωγαν μόνο το βράδυ όταν επέστρεφαν στα δωμάτια τους (όπου στοίβαζαν και τα απούλητα φρούτα και λαχανικά της ημέρας)...».
Τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα για τα παιδιά που δούλευαν στα στιλβωτήρια.




... Σε μερικά δωμάτια ήταν αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο δύο ή τρία κρεβάτια στα οποία έπεφταν από τρία ή τέσσερα παιδιά. Σε άλλα δωμάτια δεν υπήρχαν κρεβάτια και τα παιδιά εκοιμούντο στο πάτωμα... Όταν η κατοικία τους ήταν σε μεγάλη απόσταση από το κέντρο (ως συνήθως) ξυπνούσαν στις 4.30 το πρωί. Πάντοτε έμεναν στην εργασία τους μέχρι τις 9.30 και 10 τη νύχτα... Μετά το κλείσιμο των στιλβωτηρίων, έμεναν για να καθαρίσουν τα μάρμαρα, να σφουγγαρίσουν τα πατώματα και να ξεσκονίσουν τις καρέκλες... Τις περισσότερες φορές όμως οι εργοδότες έδιναν μόνο τυρί, ελιές και ξερό ψωμί. Τη νύχτα ήταν τόσο εξαντλημένα, ώστε έπεφταν συχνά στο κρεβάτι χωρίς να ξεντυθούν (αφού είχαν κάνει μια και περισσότερη ώρα δρόμο με τα πόδια)... Τα στιλβωτήρια έμεναν ανοιχτά κάθε μέρα της εβδομάδος και τις Κυριακές και τις γιορτές...» ( Εφημερίδα «Καθημερινή», 1996, «Επτά Ημέρες» (15/12) αφιέρωμα σ. 19)
Η μηνιαία «Ατλαντίς» Απρίλιος 1912 αναφέρει:
«.....Ζώσι καθ΄ ομάδας και έχουσι κοινήν την τράπεζαν. Εις τα πόλεις ενοικιάζουν δέκα πέντε εργάται εν διαμέρισμα εις μίαν πενιχράν οικίαν, όπου μαγειρεύουν το φαγητόν των εκ περιτροπής, έχουν τας συναναστροφάς των καθ΄ εσπέραν. Θύουν κάποτε εις τον Βάκχον, σχηματίζοντες κύκλον πέριξ του βαρελίου ζύθου, ουχί σπανίως δε επιδίδονται και εις χορούς και θορυβώδη άσματα, προς μεγάλην ανυσυχίαν των γειτόνων των. Η ζωή δεν στοιχίζει ακριβά εις τους εργάτες τούτους. Εις πολλά μέρη οι Έλληνες εργάται των εργοστασίων κατορθώνουν και ζουν επί βλάβη βεβαίως της υγείας των, με δυο δολλάρια την εβδομάδα...
...Εις τας γραμμάς οι εργάται έχουν ως κατοικίαν των τα παλαιά βαγόνια, τα οποία αφήνουν εις την διάθεσίν των αι εταιρείαι, ή ξυλίνας καλύβας, κατασκευαζομένας επίτηδες δι΄ αυτούς εις τα εργατικά στρατόπεδα, ισχύει δε και εκεί όπως εις τας πόλεις το κοινοβιακόν σύστημα».
Εδώ πρέπει να διευκρινισθεί πως τα ποσοστά που μας δίνει η «Ατλαντίς» στην αρχή και αν ακόμη είναι ακριβή, πάντως αφορούν μάλλον στα πρώτα στάδια της ζωής των Ελλήνων μεταναστών, καθώς είναι γνωστό πως οι περισσότεροι τους ασχολήθηκαν μετά με το εμπόριο και τα ελεύθερα επαγγέλματα, ενώ άλλοι πολλοί στις διάφορες υπηρεσίες, έχοντας πάντα στο νού τους πώς να κερδίσουν συντομότερα και να επιστρέψουν στην πατρίδα.
Υπάρχει όμως και μια άλλη ακόμη χειρότερη πτυχή της ζωής στην Αμερική, αυτή των παρανόμων μεταναστών, που έζησε και ο Ανδρέας Κορδοπάτης. Μετά δυόμισι χρόνια αγωνίας και τρόμου από τα κυνηγητά των κλητήρων της μεταναστευτικής υπηρεσίας, δουλεύοντας σα ζώο κυνηγημένο, μια στους σιδηροδρόμους και στους φούρνους των ορυχείων, από το να μέρος στο άλλο οι αποστάσεις χιλιάδων μιλιών, πιάστηκε και στάλθηκε πίσω στην Ελλάδα.....»








ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
Οι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στις μεγάλες πόλεις απασχολούνταν ως εργάτες σε εργοστάσια τυποποίησης τροφίμων, σε χαλυβουργεία και σε εργοστάσια, αν και πολλοί ξεκίνησαν ως πλανόδιοι πωλητές φρούτων, γλυκών και λουλουδιών. Σημαντικός επίσης οικονομικός παράγοντας της εποχής για τους Έλληνες ήταν τα στιλβωτήρια παπουτσιών. Σ΄ όλο τον αμερικανικό Βορρά υπήρχαν εκατοντάδες τέτοιων επιχειρήσεων που ανήκαν σε Έλληνες. Η άνθηση των επιχειρήσεων αυτών οδήγησε στο να θεωρούνται συνώνυμες οι λέξεις «λούστρος» και «Έλληνας» στα μεγάλα αστικά κέντρα του Βορρά της εποχής εκείνης.
Η εικονογραφημένη μηνιαία Ατλαντίς του Απριλίου 1912, μας πληροφορεί:
«Αυτός είναι ο γενικός κανών της ελληνικής μεταναστεύσεως. Αν εξαιρέσει κανείς το πολύ εν είκοσιν επί τοις εκατόν, όλους τους άλλους Έλληνας της Αμερικής μπορεί να τους συμπεριλάβει εις τον κανόνα τούτον – ημπορεί να τους φαντασθεί με την σκαπάνη και το πυτάριο εις τα σιδηροδρομικάς γραμμάς, με τον λύχνον του μεταλλωρύχου εις τα ανήλια βάθη της γης, με τον πέλεκυν του υλοτόμου εις τα δάση, με το overall του βιομηχανικού δημιουργού εις τα εργοστάσια και όπου αλλού η αμερικανική επιχειρηματικότης απασχολεί βραχίονας στιβαρούς δια την δημιουργίαν έργων και δολαρίων.
Τα ογδόντα τουλάχιστον εκατοστά των Ελλήνων της Αμερικής είναι εργάται, παράγουν καθημερινώς και ενίοτε νυχθημερόν, δημιουργούν πλούτον μεταγγίζουν τον ιδρώτα τους εις τας φλέβας του οικονομικού συστήματος της Αμερικής είναι τμήματα της τεραστίας μηχανής, η οποία παράγει τα περίφημα ανά την υφήλιον Αμερικανικά δολάρια...




Οι Έλληνες εργάται ακολουθούν το κοινοβιακόν σύστημα της ζωής τόσον εις τα βιομηχάνους πόλεις, όπου εργάζονται εις τα εργοστάσια, όσον και εις τας σιδηροδρομικάς γραμμάς και τα μεταλλεία."
Αντίθετα με τους άνδρες, οι Ελληνίδες μετανάστριες (παντρεμένες ή ανύπαντρες) δεν εργάζονταν έξω από το σπίτι. Υπήρχαν βέβαια και κάποιες εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό, όπως για παράδειγμα το να εργάζεται μια γυναίκα στην οικογενειακή επιχείρηση. Επιπλέον, στις Δυτικές Πολιτείες αρκετές Ελληνίδες διηύθυναν ξενώνες για Έλληνες εργάτες. Ωστόσο, στη Νέα Αγγλία πολλές Ελληνίδες (ίσως και η πλειοψηφία) εργάζονταν ως υπάλληλοι στις βιομηχανίες υφασμάτων και παπουτσιών. Ακόμη και εκεί όμως, οι γυναίκες δεν συνέχιζαν να εργάζονται μετά το γάμο τους ή όταν ο σύζυγος είχε εξασφαλίσει ένα ικανοποιητικό οικονομικό επίπεδο διαβίωσης.
Λίγα, μόλις, χρόνια μετά την αρχή της μαζικής μετανάστευσης, άρχισε να εμφανίζεται μεταξύ των Ελλήνων μεταναστών το φαινόμενο της κοινωνικής στρωματοποίησης που χαρακτηρίζει – άλλωστε – ολόκληρη την αμερικανική κοινωνία. Αν και πολλοί Έλληνες μετανάστες έμειναν εργάτες για όλη τους τη ζωή, η μεσοαστική τάξη αρχίζει να εμφανίζεται γύρω στα 1910. Το 1920 υπήρχαν αρκετοί Έλληνες που ήταν ιδιοκτήτες μικροεπιχειρήσεων, κυρίως στους τομείς των γλυκισμάτων, των εστιατορίων, στο λιανικό και χονδρικό εμπόριο, στις αίθουσες ψυχαγωγίας, σε ανθοπωλεία, σε καπελάδικα, καθαριστήρια και σε επιδιορθώσεις παπουτσιών. Είναι η εποχή της ουσιαστικής έναρξης εμπορικών δραστηριοτήτων από τους Έλληνες της Αμερικής (Οικονομικός Ταχυδρόμος, 1997, Ειδικό τεύχος, σ. 54).



ΟΙ ΠΑΤΡΟΝΟΙ
Στην ιστορία του ελληνισμού υπάρχουν πολλές σκοτεινές σελίδες εκμετάλλευσης, το επαίσχυντο περιεχόμενο πολλών απ΄ αυτές τις σελίδες γράφτηκε από τους ίδιους τους Έλληνες, εκείνους που κατατρέχουν τους συντρόφους τους μετανάστες.
«Αρκετοί ανάμεσά τους (Έλληνες μετανάστες) παρατηρεί ο Μαλαφούτης, έχοντας υπερνικήσει τα πρώτα εμπόδια, αντί να προσπαθήσουν να εξυπηρετήσουν τους συμπατριώτες τους, εκμεταλλεύτηκαν την απειρία και την αμάθειά τους σε τέτοιο αποκρουστικό βαθμό που ήταν απαραίτητη η επέμβαση των αμερικανικών αρχών να σταματήσουν την εκμετάλλευση των αθώων θυμάτων»
Κανένα άλλο αδίκημα δε χτύπησε τόσο βαθιά την ελληνοαμερικανική κοινότητα στα πρώτα της χρόνια και δεν είχε τόσο ζημιογόνο αποτέλεσμα στην αμερικανική κοινή γνώμη και στις κυβερνητικές αρχές όσον αφορά το ελληνικό όνομα και την ελληνική μετανάστευση στην Αμερική, όσο το σύστημα των Πατρόνων (Patrone).
Σύμφωνα με τον Σεραφή η λέξη «Πατρόνος» σημαίνει ιδιοκτήτης, αφεντικό ή κύριος, ένα άτομο που έχει νομική και ηθική ισχύ πάνω στους άλλους : Το σύστημα ήταν διαδεδομένο ανάμεσα στους μετανάστες που είχαν λίγη ή καμία γνώση της αγγλικής γλώσσας.
Το σύστημα εκμετάλλευσης από τους «Πατρόνους» είχε πρωτοεμφανιστεί από Ιταλούς αφέντες στη σιδηροδρομική βιομηχανία. Στην ουσία, οι Πατρόνοι ήταν εργολάβοι στους οποίους οι νεοφερμένοι, που ήξεραν πολύ λίγο τη γλώσσα και τις συνθήκες εργασίας, στηρίζονταν για εργασία (απασχόληση). Μερικές φορές οι Πατρόνοι τους εξασφάλιζαν δωμάτιο και ένα συμφωνημένο ποσό ως μισθό, που σήμαινε ότι τροφή και οτιδήποτε έπαιρνε ο εργάτης επιπλέον απ΄ αυτό το ποσό ανήκε σ΄ αυτόν, δηλαδή τον Πατρόνο.
Από το 1900 οι Έλληνες «αφεντικά» υιοθέτησαν το σύστημα των Πατρόνων και το επεξέτειναν. Τα πρώτα θύματα ήταν κυρίως οι μικροπωλητές λουλουδιών και , σε μικρότερη έκταση, οι πωλητές φρούτων και γλυκών στους δρόμους της Ν. Υόρκης. Ήταν εφοδιασμένοι με χειράμαξες και με το εμπόρευμα της ημέρας. Το βράδυ επέστρεφαν τα καροτσάκια και τις εισπράξεις στο «αφεντικό». Στην αρχή το σύστημα περιοριζόταν στους μεσήλικες Έλληνες μετανάστες αλλά μετά το 1900 επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε αγόρια ηλικίας 14-20.



Αυτά τα αγόρια έκλειναν συνήθως συμβόλαιο στην Ελλάδα. Το συμβόλαιο το υπέγραφαν τα αγόρια και οι γονείς τους, λίγοι από τους οποίους ήξεραν το αληθινό νόημα της συμφωνίας. Ο Πατρόνος πλήρωνε τη μετάβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες και γιαυτό ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν γι΄ αυτόν για χρόνια. Ήταν μια μορφή δουλείας με συμβόλαιο ....
Η κομπίνα των Πατρόνων ευτυχώς εξαλείφθηκε, αλλά όχι πριν καταστρέψει πολλές ζωές και βλάψει γενικά το όνομα των Ελλήνων στην Αμερική. Πέρασαν γενιές και γενιές για να εξαλειφθεί αυτό το στίγμα από την αμερικάνικη κοινωνία (Papaioannou, 1985: 58-59).


ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΗΣΗ - ΡΕΜΠEΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟYΔΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝAΣΤΕΥΣΗ
Λίγες σκέψεις σχετικά με την μετανάστευση και το ρεμπέτικο

Από τα τέλη του περασμένου αιώνα μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού, φαίνεται πως πάνω από το ένα τέταρτο του αγροτικού πληθυσμού της χώρας μεταναστεύει είτε στο εξωτερικό, είτε σε πόλεις του εσωτερικού. Το μεγαλύτερο αριθμητικά κομμάτι του αγροτικού πληθυσμού κατευθύνεται στο εξωτερικό (κυρίως στις Η.Π.Α.).
Το δεύτερο και μικρότερο κομμάτι θα προστεθεί στην αναπτυσσόμενη εργατική τάξη και στα μικροαστικά στρώματα που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία στην κοινωνική σύνθεση των αστικών κέντρων της χώρας. Όμως όλοι οι μεταφερόμενοι πληθυσμοί στα αστικά κέντρα δε θα αφομοιωθούν και δε θα ενσωματωθούν αμέσως, ενώ παράλληλα θα δημιουργηθούν κοινωνικές ομάδες που θ΄ αντιδράσουν από μια άποψη στην ενσωμάτωση αυτή.




 Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση μορφής λαϊκού πολιτισμού και αποτελούσαν έκφραση κυρίως αυτών των μη ενσωματωμένων και απωθημένων απ΄ το αστικό σύστημα κοινωνικών ομάδων. Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι στις βάσεις, στις προϋποθέσεις δημιουργίας του ρεμπέτικου, υπάρχει γενικότερα το φαινόμενο της μετανάστευσης.
Το στοιχείο της μετακίνησης και αλλαγής του τρόπου ζωής υπάρχει και στην εξωτερική μετανάστευση.
Οι Έλληνες μετανάστες των Η.Π.Α. θ΄ αποτελέσουν μια εθνική μειονότητα μέσα σ΄ ένα πολυεθνικό σύνολο.
Παρά τη διασπορά τους σε διάφορες πόλεις της Αμερικής δημιουργείται η ανάγκη, (κυρίως στην πρώτη γενιά μεταναστών), η ομογένεια να είναι ενωμένη και συμπαγής, για να μπορεί να αντεπεξέρχεται στις δυσκολίες και στον «πόλεμο» που της έκαναν οι άλλες μειονότητες.
Οι Έλληνες μετανάστες βρήκαν καταφύγιο στα τραγούδια της πατρίδας, δημοτικά και ρεμπέτικα, και στα ελληνικά καφενεία όπου μαζεύονταν, μετά από τη σκληρή δουλειά της μέρας. Έτσι, υπάλληλοι σιδηροδρόμων, εργάτες εργοστασίων, μεταλλείων, μαγαζάτορες, επαγγελματίες, άνεργοι, συνδικαλιστές και χαρτοπαίχτες μαζεύονταν στα καφενεία αυτά, συζητούσαν, χαρτόπαιζαν ή άκουγαν τα τραγούδια της πατρίδας. Κάποιες φορές μετά από ορισμένες συγχορδίες σε μινόρε, μια πολύ λυπητερή εισαγωγή, δινόταν το σύνθημα και δυο ή τέσσερα παλικάρια έπιαναν τα χέρια και χόρευαν. Ενώ οι υπόλοιποι τους ενθάρρυναν και τους χειροκροτούσαν. Μεταφέρθηκε λοιπόν και συντηρήθηκε το ρεμπέτικο τραγούδι στις Η.Π.Α. Είναι χαρακτηριστικό, πως σ΄ αυτή την περίοδο ηχογραφήθηκαν τραγούδια παραδοσιακά, παλιά, που κουβαλούσαν οι μετανάστες απ΄ όλα τα μέρη της Ελλάδας και που δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ στην Ελλάδα (Μια καταγραφή αυτών των τραγουδιών έγινε από το Kέντρο έρευνας και μελέτης των ρεμπέτικων τραγουδιών στο δίσκο «Το ρεμπέτικο τραγούδι»).





Tα Ιστορικά Υπερωκεάνια
κείμενο Κατερίνα Ρόββα, (αναδημοσίευση)

Με νωπά τα όνειρα και τα βάσανα χιλιάδων Ελλήνων μεταναστών, που ταξίδεψαν μαζί τους σε μακρινούς τόπους για μια καλύτερη ζωή, υπερωκεάνια του προηγούμενου αιώνα και ελληνικά κρουαζιερόπλοια.
Πρόκειται για πλοία που χάραξαν πορεία στην επιβατηγό ναυτιλία από το 1907 μέχρι σήμερα, πλοία διεθνών πλόων, μεταναστευτικά, υπερωκεάνια αλλά και κρουαζιερόπλοια.
Το πρώτο ελληνικό μεταναστευτικό υπερωκεάνιο, το «Μωραϊτης», η κατασκευή του οποίου αποτέλεσε αξιοθαύμαστο επίτευγμα, σύμφωνα με τον κ. Φουστάνο. «Η ναυπήγησή του το 1907 στάθηκε ηράκλειο έργο λόγω του υπέρογκου κόστους του και απαίτησε αυτό που ονομάζουμε αφοσίωση και πίστη στην υπόθεση της ναυτιλίας».



Το 1ο ελληνικό υπερωκεάνιο
«ΜΩΡΑΪΤΗΣ»: Υπήρξε το πρώτο μεταναστευτικό υπερωκεάνιο της Ελλάδας. Ναυπηγήθηκε στην Αγγλία το 1907, ενώ έναν χρόνο αργότερα μετονομάστηκε σε «Θεμιστοκλής». Η γραμμή του ήταν Πειραιάς – Ν. Υόρκη και μετέφερε 1.700 επιβάτες.
Το «Μωραϊτης» ήταν ένα ατμοκίνητο πλοίο περίπου 6 τόνων, το οποίο έπλεε με ταχύτητα 13 κόμβων. Διαλύθηκε το 1933.
Κρουαζιέρες στην Καραϊβική
«ΗΟΜΕRΙC»: Ναυπηγήθηκε το 1931 στην Αμερική, ενώ το 1954 αγοράστηκε από την εταιρεία Home Lines του εφοπλιστή Ευγένιου Ευγενίδη. Τη χρονιά εκείνη μετονομάστηκε σε «Ηomeric», μετασκευάστηκε ριζικά στην Ιταλία και νηολογήθηκε σε υπερατλαντικές γραμμές. Αργότερα το «Ηomeric» πραγματοποιούσε κρουαζιέρες στην Καραϊβική, ενώ ταξίδεψε μέχρι το 1974, οπότε διαλύθηκε στην Ταϊβάν.
Ρότα για την Αυστραλία
«ΠΑΤΡΙΣ»: Το πλοίο «Πατρίς» ναυπηγήθηκε το 1950 με την ονομασία Bloemfontein, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα αγοράστηκε από τον όμιλο Χανδρή. Ηταν το πλοίο που εγκαινίασε τη γραμμή Ελλάδα-Αυστραλία, μια διαδρομή που την εποχή εκείνη φάνταζε τιτάνιος αγώνας, καθώς το ταξίδι διαρκούσε σχεδόν ενάμιση μήνα.
Στην ταινία «Μέχρι το πλοίο» του 1966 απεικονίζονται σκηνές από την αναχώρηση του ιστορικού πλοίου...
«ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΣ ΚΑΙ ΤΑΧΥΠΛΟΟ»
«ΑΘΗΝΑΙ»: «Μεγαλοπρεπή, ταχύπλοα και καλοτάξιδα υπερωκεάνια. Εφοδιασμένα δι ασυρμάτου τηλεγράφου Μαρκόνι». Ετσι παρουσιαζόταν σε καταχώριση της εποχής το πλοίο «Αθήναι», ένα υπερωκεάνιο που αγοράστηκε από τον τολμηρό Ανδριώτη εφοπλιστή Μωραϊτη τη δεκαετία του 10, όταν φαίνονταν τα πρώτα σημάδια της μεταναστευτικής έξαρσης που θα ακολουθούσε. Το 1914 και μετά την πτώχευση της εταιρείας Μωραϊτη το πλοίο παρελήφθη από την Εθνική Ατμοπλοϊα των αδελφών Εμπειρίκων.
«ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ» ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
«ΟΛΥΜΠΙΑ»: Διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική κοινωνία τις δεκαετίες του 50 και του 60, καθώς ήταν ένα από τα σημαντικότερα πλοία που ασχολήθηκαν με το μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής. Ναυπηγήθηκε το 1953 στα ναυπηγεία Α. Stephen and Sons Limited της Γλασκόβης για την Greek Line του ομίλου Γουλανδρή και μετέφερε περισσότερους από 1.500 επιβάτες.
«Το πρώτο υπερωκεάνιον που εναυπηγήθη από Ελληνας και έχει ελληνικόν πλήρωμα, ελληνικόν διάκοσμον και ελληνικήν ψυχή», αναφερόταν σε σχετική διαφήμιση...



Μαρία Τσοσκούνογλου
"Συνταγές και Ιστορίες απο τους 'Ελληνες της Νέας Υόρκης", απόσπασμα, (αναδημοσίευση)

Απο το 1820 μέχρι το 1880 μόνο 398 Έλληνες είχαν διασχίσει τον Ατλαντικό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τόσους έχουν καταγράψει στα επίσημα αρχεία τους οι αμερικανικές αρχές. Σχεδόν όλοι ήταν άνδρες.
Τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία στη δεκαετία 1900-1910. Η Υπηρεσία Μεταναστεύσεως αναφέρει 167.519 άτομα ελληνικής καταγωγής που φθάνουν στην Αμερική. Υπολογίζεται ότι εκείνη την περίοδο ένας στους τέσσερις Έλληνες, ηλικίας μεταξύ δεκαπέντε και σαράντα πέντε ετών είχε μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. (Ο αριθμός των Ελλήνων μεταναστών ήταν στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερος. Πρώτα γιατί οι Έλληνες που ζούσαν στη Μικρά Ασία ή την Αλεξάνδρεια, κατά την είσοδο τους, χαρακτηρίζονταν Τούρκοι ή Αιγύπτιοι. Ο άλλος λόγος είναι ότι από τα επίσημα αρχεία απουσιάζουν προφανώς όσοι μπήκαν λαθραία στη χώρα: χιλιάδες Έλληνες, κυρίως ναυτικοί, πήδαγαν από τα πλοία τους μόλις έπιαναν λιμάνι και κυριολεκτικά εξαφανίζονταν στην ενδοχώρα.)




Η μαζική μετανάστευση θα συνεχιστεί και την επόμενη δεκαετία έως το 1920 με 184.201 αφίξεις από την Ελλάδα στην Αμερική. Ήδη το ποσοστό των γυναικών είναι αισθητά μεγαλύτερο. (Στο διάστημα 1900-1910 η αναλογία ήταν 20 άνδρες προς 1 γυναίκα. Τη δεκαετία 1910-1920 στους 5 άνδρες αναλογεί 1 γυναίκα. Το 1960 η διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα είναι πια πολύ μικρή: στους 1,6 άνδρες αντιστοιχεί 1 γυναίκα (πηγή: Ch. Moskos, «Creek Americans, Struggle and Success», New Brunwick, N.J. 1989).
Όμως τα αμέσως επόμενα χρόνια το ρεύμα αυτό μειώνεται γιατί το Αμερικανικό Κογκρέσο ψηφίζει το 1924 το νόμο για τον περιορισμό της μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες και την εφαρμογή των ποσοστώσεων για κάθε χώρα με ετήσια αναλογία 307 μετανάστες για την Ελλάδα.
Το 1965 αλλάζει ο μεταναστευτικός νόμος και αίρονται οι περιορισμοί με τα ετήσια ποσοστά μεταναστών ανά χώρα που ίσχυαν μέχρι τότε. Υπολογίζεται ότι από το 1961 μέχρι το 1980, οι Έλληνες που μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπέρασαν τις 185.000. Όπως και οι της πρώτης γενιάς εγκαταστάθηκαν στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο, το Ντιτρόιτ και το Λος Άντζελες.
Οι νεοφερμένοι είχαν καλύτερη μόρφωση από την πρώτη γενιά των Ελλήνων μεταναστών, ερχόντουσαν από αστικές κι όχι αγροτικές περιοχές, και υπήρχε ισορροπία όσον αφορά το φύλο και την οικογενειακή κατάσταση: αυτή τη φορά η σύζυγος και τα παιδιά, καμιά φορά και κάποιος παππούς ή γιαγιά ακολουθούσαν τον πάτερ φαμίλια στην περιπέτεια της Αμερικής. Παρά το γεγονός ότι οι βάσεις είχαν ήδη μπει από τους πρώτους μετανάστες, η ζωή και των νεομεταναστών της δεκαετίας του '60 και του '70 δεν ήταν εύκολη. Κι αυτοί ξεκίνησαν από πιατάδες ή έσπρωχναν ένα καροτσάκι με χοτ-ντογκ στους δρόμους της μεγαλούπολης μέχρι να μπορέσουν να «ορθοποδήσουν», να αποκτήσουν ένα αρχικό κεφάλαιο ώστε να ανοίξουν τη δική τους επιχείρηση, να αγοράσουν σπίτι και, κυρίως, να σπουδάσουν τα παιδιά τους.
(Σύμφωνα με την Αμερικανική Στατιστική Υπηρεσία, κατά την απογραφή του 1970, η δεύτερη γενιά Ελληνο-Αμερικανών κατείχε το υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο σε σύγκριση με όλες τις άλλες εθνότητες της χώρας και τη δεύτερη θέση, μετά τους Εβραίους, όσον αφορά το ύψος του εισοδήματος.)
Και σε γενικές γραμμές τα κατάφεραν και αυτοί. Παρά τις κακουχίες και τα προσκόμματα. Την άγνωστη και πολλές φορές εχθρική, ξένη χώρα. Τον πόνο της ξενιτειάς και το τραύμα του ξεριζωμού. Όπως άλλωστε έκαναν γύρω στα 1900 και οι παππούδες τους, όταν έπαιρναν τη μεγάλη απόφαση. Να πάνε αλλού για μια καλύτερη ζωή. Να πάνε στην Αμερική...




«...Όταν τις αναλογισθή όλας τας ανωτέρω κακουχίας και τα προσκόμματα καθ' ων είχον να παλαίψουν οι άπειροι και αμαθείς εκείνοι πρώτοι Έλληνες μετανάσται, δεν δύναται παρά να θαυμάση την υπομονήν και την καρτερίαν αυτών και να συγχαρή αυτούς ότι εις πείσμα όλων αυτών όχι μόνον κατόρθωσαν να επιπλεύσουν, αλλ' αρκετοί να φθάσουν και εις αρκετά ζηλευτήν θέσιν.
Εκατοντάδες και χιλιάδες ομογενών, από εκείνους οι οποίοι κατεδιώκοντο προ 10 ή 20 ετών υπό των αγυιοπαίδων ανά τας οδούς της Νέας Υόρκης και άλλων μεγαλουπόλεων και εχλευάζοντο υπό του κοινού διά την πενίαν και την αγροικίαν αυτών, περιποιούν τιμήν σήμερον εις τας πόλεις εν αις είναι εγκατεστημένοι, θεωρούνται σπουδαίοι παράγοντες υπό τε των πολιτών και των αρχών, συναγωνίζονται προς ιθαγενείς εμπόρους και δύνανται να αντικρύσουν υπερηφάνως, ως αληθείς τζέντλεμεν, ου μόνον τους συνήθεις πολίτας εν εκάστη πόλει, αλλά και τους τα πρώτα φέροντας επί παιδεία και πλούτω». Σεραφείμ Κανουτας, «Ο Ελληνισμός εν Αμερική», Νέα Υόρκη, 1918.
Μετά από δεκαπέντε, πολλές φορές είκοσι μέρες ταξίδι, στοιβαγμένοι στα καταστρώματα των υπερωκεάνιων που τους έπαιρναν από τη μικρή, φτωχή πατρίδα τους, οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες, μαζί με ομότυχους τους Ιταλούς, Πολωνούς, Ρώσους και Γερμανούς, το πρώτο πράγμα που αντίκριζαν, όταν έφταναν στην Αμερική, ήταν το λιμάνι της Νέας Υόρκης, το Άγαλμα της Ελευθερίας και τα θεόρατα κτίρια της πόλης. Η χαρά τους ήταν μεγάλη αλλά και η αγωνία τους ακόμη μεγαλύτερη. Εκεί έξω τους περίμενε το άγνωστο της ξένης χώρας. Αλλά περισσότερο ακόμη τους τρόμαζαν οι ιστορίες που είχαν ακούσει για τη φοβερή εξέταση που θα υποβάλλονταν από τις μεταναστευτικές Αρχές στο Καστιγκάρι (το Castle Garden, πρώτο σημείο αποβιβάσεως των μεταναστών) και στο Έλις Άιλαντ πριν πάρουν επιτέλους την πολυπόθητη άδεια εισόδου για τη «Γη της Επαγγελίας».



Όταν επιτέλους πατούσαν το πόδι τους στη στεριά, άρχιζε η μεγάλη περιπέτεια. Τα πρώτα εκείνα χρόνια, οι περισσότεροι προτιμούσαν να μη σταθούν στη Νέα Υόρκη και να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
Τον Ιούλιο του 1844 αποβιβάστηκε στη Νέα Υόρκη ο πρώτος Έλληνας, ονόματι Βασίλειος Κωνσταντίνου. Σήμερα η ελληνική κοινότητα της Νέας Υόρκης θεωρείται η μεγαλύτερη στη Β. Αμερική.
«Ο βίος εν Νέα Υόρκη είνε αρκούντως πολυδάπανος. Αν ο μετανάστης μείνη ημέρας τινός άεργος ενταύθα και δεν έχει συγγενείς ή φίλους, οι οποίοι να δαπανώσι δι' αυτόν, οφείλει να υπολογίζη εν τουλάχιστον δολλάριον καθ' ημέραν διά τροφήν και κατοικίαν, ήτοι πέντε περίπου φράγκα. Και ταύτα αν τρώγη εις τα ελληνικά μικροεστιατόρια και αποφεύγη τα ποτά και τα κεράσματα. Οιονδήποτε ποτόν στοιχίζει το ολιγώτερον 5 σεντς, ήτοι 25 λεπτά. Καλόν θα ήνε ο μετανάστης να προσπαθή να μη μείνη μακρόν χρόνον εν Νέα Υόρκη, αλλά να διευθύνεται εις το εσωτερικόν. Η επιτυχία εν ταις μεγαλουπόλεσιν είνε πολύ δύσκολος». Σ. Κανούτας, «Ελληνο-Αμερικάνικος Οδηγός διά τους Μετανάστας», Νέα Υόρκη 1908.
Έτσι, με 20-30 δολάρια στην τσέπη (τόσα ήταν ο μέσος όρος των χρημάτων που είχε μαζί του ο Έλληνας μετανάστης) και με τη διεύθυνση κάποιου άλλου πατριώτη στις κεντρικές ή δυτικές Πολιτείες, ο μέχρι πριν λίγο καιρό αγρότης, βοσκός ή σφουγγαράς βρισκόταν πάλι καθ' οδόν, σε κάποιο βαγόνι που θα τον μετέφερε στον τελικό προορισμό του ταξιδιού του και στη δουλειά που ήδη από την Ελλάδα είχε κανονιστεί να πιάσει. Ανθρακωρύχος ή εργάτης στα υφαντουργεία και στους σιδηροδρόμους.
Κάποιοι όμως παρέμειναν. Κι από νωρίς δημιουργήθηκε στην κάτω – ανατολική πλευρά της Νέας Υόρκης (East down town) η ελληνική συνοικία γύρω από τις οδούς Μάντισον, Ρούζβελτ και Τσέρι.
Στην αυγή του 20ου αιώνα και λίγο αφότου εγκαταστάθηκαν στη νέα τους πατρίδα, μερικοί από τους πρώτους εκείνους Έλληνες μετανάστες αρχίζουν να ψάχνουν τρόπους να καλυτερεύσουν τη ζωή τους. Ανοίγουν τα μάτια στις προκλήσεις των καιρών, βάζουν μπροστά το δαιμόνιο της φυλής και αποφασίζουν να γίνουν οι ίδιοι αφεντικά του εαυτού τους. Και φτιάχνουν τη δική τους «επιχείρηση»: στις γωνιές πολυσύχναστων δρόμων – και με το φόβο του αστυνομικού, γιατί βέβαια στην αρχή δεν είχαν ούτε άδεια ούτε τίποτα – στήνουν έναν μικρό αυτοσχέδιο πάγκο και πουλάνε λουλούδια, γλυκά, φρούτα ή με το κασελάκι τους γυαλίζουν τα παπούτσια των περαστικών.
... «Αι πρώται ομάδες μεταναστών παρέμειναν, ως προερρέθη, εν Νέα Υόρκη, όπου συνήντησαν τινάς εκ των προηγηθέντων αυτόθι συμπατριωτών των, παρ' ων εζήτησαν συμβουλήν περί του πρακτέου. Ούτοι συνεβούλευσαν αυτούς ότι η ευκολωτέρα εργασία ήτο να αγοράσουν ολίγα ζαχαρωτά, ή οπωρικά και να τα πωλούν εις τους δρόμους. Προμηθευθέντες λοιπόν οι πρώτοι μετανάσται κάνιστρα ή οπωρικά, ή και αμφότερα, ανήρτησαν ταύτα από τον λαιμόν και ετράπησαν ανά τας οδούς της Νέας Υόρκης...» Σ. Κανούτας, «Ο Ελληνισμός εν Αμερική», Νέα Υόρκη 1918.
Από αυτή τη μαγιά των δραστήριων και εργατικών εκείνων ανθρώπων θα ξεπηδήσει αργότερα η εύρωστη ελληνική κοινότητα που μέχρι σήμερα κάνει αισθητή την παρουσία του ελληνικού στοιχείου από τη μια άκρη της Αμερικής μέχρι την άλλη.


Τα Εστιατόρια
Το 1857 ο Σπύρος Μπαζάνος από τα Τζίτζινα της Σπάρτης άνοιξε ένα μικρό ελληνικό εστιατόριο με το όνομα «Πελοπόννησος» στην οδό Ρούζβελτ αρ. 7, στο κάτω τμήμα του Μανχάτταν. Λίγο αργότερα άρχισαν να λειτουργούν και δύο ξενοδοχεία ύπνου και φαγητού, «μικρά και ακάθαρτα τοιαύτα» για τους Έλληνες ναυτικούς κυρίως, το ένα στην οδό Γουώτερ και το άλλο στην οδό Φέρρυ, που ανήκε σε κάποιον Σκοπελίτη.
Δεδομένου ότι μέχρι το 1920 ελάχιστες γυναίκες είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική, η πλειοψηφία των Ελλήνων ήταν άνδρες. Κι εκείνα τα μικρά μαγειρεία ήταν η μόνη παρηγοριά για το μοναχικό εργάτη, ή τον υπαίθριο μικροπωλητή, αφού εκεί θα έβρισκε ένα πιάτο φαγητό με ελληνική γεύση, θα συναντούσε συμπατριώτες του, θα άκουγε και θα μιλούσε τη γλώσσα του, θα ένιωθε για λίγο ότι είναι άνθρωπος.



Κάπως έτσι ξεκίνησαν οι Έλληνες την είσοδο τους στο χώρο των εστιατορίων και του φαγητού για να καταφέρουν τις επόμενες δεκαετίες να κυριαρχήσουν τόσο απόλυτα και επιτυχημένα ώστε οι μεν κοινωνιολόγοι να κάνουν λόγο για «ελληνικό φαινόμενο», η δε κοινή γνώμη να αστιεύεται: «Όταν ένας Έλληνας συναντά έναν άλλον Έλληνα, τι κάνουν; Ανοίγουν εστιατόριο!».
(Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικανικής Στατιστικής Υπηρεσίας, τον Ιανουάριο του 1994 υπήρχαν στην Νέα Υόρκη 8.805 εστιατόρια. Από αυτά, 4.614 στο Μανχάτταν, 1.483 στο Μπρούκλιν, 1.691 στο Κουίνς, 702 στο Μπρονξ και 3.115 στο Στάτεν Άιλαντ. Στον αριθμό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι diners, τα καφενεία (coffee-shops) και τα φαστ φουντ. Κατά την επίσημη απογραφή του 1 975, στα 11 3.000 εστιατόρια που υπήρχαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 20 τοις εκατό από αυτά ήταν ελληνικής ιδιοκτησίας. Με άλλα λόγια, 23.000 Έλληνες ιδιοκτήτες ή ένας Έλληνας εστιάτορας για 10.000 Αμερικάνους).
«Έτσι όπως εξελίχθηκαν αργότερα τα πράγματα, μπορεί να πει κανείς χωρίς φόβο να βρεθεί μακρυά από την πραγματικότητα, ότι με τις επιχειρήσεις εστιατορίων εμπήκαν οι πιο γερές και μόνιμες βάσεις, πάνω στις οποίες εστηρίχθηκε ολόκληρο το οικονομικό και κοινωνικό οικοδόμημα του Ελληνισμού της Αμερικής... Το εστιατόριο ήταν ο σταθμός, ο μεγάλος σταθμός, το φθάσιμο στο τέλος ενός ανηφορικού δρόμου, όπου οι Έλληνες μετανάστες, επιχειρηματίες πια, μπορούσαν να σταματήσουν οριστικά ή να ξεκινήσουν για μεγαλύτερες οικονομικές κατακτήσεις. Είναι στην κλίμακα της ανόδου του Ελληνισμού το πλατύσκαλο, στο οποίο οι κουρασμένοι μετανάστες μας ανέπνευσαν οικονομικώς και ξεκουράστηκαν από τα πρώτα τους δύσκολα βήματα της βιοπάλης τους...». Μπάμπης Μαλαφούρης, «Έλληνες της Αμερικής 1528-1948», Νέα Υόρκη, 1948.



Πως οι άμαξες έγιναν εστιατόρια
Η ιστορία των diners αρχίζει μια κρύα νύχτα του 1872, όταν ο Γουόλτερ Σκοτ σκέφτηκε να γεμίσει την καρότσα της άμαξάς του, που την έσερναν δυο κουρασμένα άλογα, με σάντουιτς, βραστά αυγά, φέτες βουτυρωμένου ψωμιού, πίτες και καφέ και να την οδηγήσει σε ένα κεντρικό δρόμο του Rhode Island, λίγο έξω από τη Νέα Υόρκη. Η ιδέα του αποδείχτηκε χρυσοφόρα. Πελάτες του οι νυχτερινοί εργάτες από τα γύρω εργοστάσια που, τελειώνοντας τη βάρδια τους, δεν έβρισκαν μέχρι τότε κάπου να φάνε, αφού όλα τα εστιατόρια έκλειναν μετά τις 8 το βράδυ.
Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Σάμιουελ Τζόουνς παρατήρησε τον κόσμο να τρώει στη βροχή και συνέλαβε την ιδέα: θα μπορούσε να κατασκευάσει ένα βαγόνι αρκετά μεγάλο ώστε εκτός από την υποτυπώδη κουζινίτσα να χωράει και μερικούς ανθρώπους. Το 1887, στο Γουορτσέστερ της Μασαχουσέτης, οι πρώτοι πελάτες μπήκαν μέσα στο βαγόνι για να φάνε. Το τυπικό μενού περιελάμβανε σάντουιτς, βραστά λουκάνικα, χοιρινό με φασόλια, κορν μπιφ, σούπα με βοδινό, clam chowder (σούπα με μύδια και θαλασσινά), βάφλες, βραστά αυγά, ντόνατς, πίτες και καφέ.



Το 1912 αντί να μετακινούνται, οι ιδιοκτήτες νοικιάζουν μόνιμες θέσεις στις άκρες πολυσύχναστων δρόμων και το 1924 για πρώτη φορά αναφέρονται με το όνομά τους: DINERS. Οι πελάτες τώρα μπορούν να βρουν εκεί φαγητό σε 24ωρη βάση, πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό.
Μέχρι τα μέσα του 1920 οι ντάινες ήταν τόπος απαγορευμένος για γυναίκες. Από το 1925 όμως οι ιδιοκτήτες σκέφτηκαν, προς χάριν του κέρδους, να συνεισφέρουν κι αυτοί στην κατάργηση των διακρίσεων ανάμεσα στα δυο φύλα: στην είσοδο κρέμασαν ταμπέλες του τύπου «Οι Κυρίες Είναι Ευπρόσδεκτες», πρόσθεσαν σαλάτες και παγωτά στον κατάλογο και άλλαξαν την εσωτερική διαρρύθμιση, αφού οι στουλοι (τα ψηλά σκαμνιά γύρω από την μπάρα) ήταν κάπως άβολοι για φούστες και φορέματα. Έτσι μπήκαν τα τραπέζια και τα booths (τα σταθερά, δερμάτινα καθίσματα). Στο τέλος της δεκαετίας, οι ντάινες θεωρούνται πια αξιοπρεπή, οικογενειακά και κυρίως όχι ακριβά μέρη για φαγητό, φήμη που τις βοήθησε να αντέξουν τα δύσκολα χρόνια της Μεγάλης Οικονομικής Ύφεσης.
Στη δεκαετία του '30 και καθώς η χώρα άρχισε σιγά σιγά να συνέρχεται οικονομικά, οι ντάινες ακολούθησαν κι αυτές τις αλλαγές των καιρών. Νέα υλικά, όπως το χρώμιο, τα φώτα νέον και μια καινούρια πλαστική ύλη, ανθεκτική στη φωτιά και τα οξέα, με το όνομα Formica (φορμάικα) έκαναν την εμφάνισή τους και αντικατέστησαν το ακριβό μάρμαρο και το ξύλο. Οι ντάινες έφτασαν στο απώγειο της δόξας τους πριν και αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. 'Ηταν τότε που οι γυναίκες μπήκαν μαζικά στο χώρο αυτό προκειμένου να αντικαταστήσουν, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς της παραγωγής, τα αντρικά χέρια. Τελειώνοντας ο πόλεμος, η ζήτηση έγινε ακόμη μεγαλύτερη. Οι βετεράνοι στρατιώτες που επέστρεφαν στα σπίτια τους ζητούσαν να ανοίξουν τη δική τους μικρή επιχείρηση και η ντάινα ήταν ό,τι έπρεπε για την περίπτωσή τους. Σε κάθε γειτονιά ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια ενώ η οικονομική, μεταπολεμική ευφορία επέτρεπε σε όλο και περισσότερους ανθρώπους να τρώνε έξω. Η χρυσή εποχή θα κρατήσει μέχρι τη δεκαετία του 1960. Γιατί τότε κάνει την εμφάνισή του ο μεγάλος ανταγωνιστής της ντάινας, οι αλυσίδες γρήγορου φαγητού. (Το 1962 η εταιρεία McDonald δημοσιεύει την πρώτη της διαφήμιση στο περιοδικό Life.
Στη δεκαετία του '60 και του ' 70, στην προσπάθειά τους να κρατήσουν την πελατεία τους, οι ντάινες καλλιέργησαν την εικόνα των εστιατορίων με σπιτικό, παραδοσιακό φαγητό ενώ άρχισαν να προσθέτουν και έθνικ φαγητά (κινέζικα, μεξικάνικα, ιταλικά αλλά και μερικά ελληνικά).
Από το 1980 και μετά, διανοούμενοι και καλλιτέχνες (με ορόσημο την ταινία «Diners» το 1982 ) καταφέρνουν να συγκινήσουν την κοινή γνώμη και να επανέλθει εν είδει μανίας η λατρεία για την παλιά, παραδοσιακή ντάινα. Από τότε, η προσοχή είναι στραμμένη στη διατήρηση και διαφύλαξη αυτού του είδους εστιατορίων σε όλη την Αμερική.



Οι κουβέντες της Ντάινας
Εκτός των άλλων, ο αρχάριος σερβιτόρος μιας ντάινας πρέπει να μάθει και την ορολογία του επαγγέλματος
All Hot (Κάτι Να Καίει) = Η ψητή πατάτα Atlanta special (Η σπεσιαλιτέ της Ατλάντα)= Κόκα Κόλα BLT (Bacon, Lettuce, Tomato) = μπέικον, μαρούλι, ντομάτα Β and Β (Bread and Butter) = Ψωμί και βούτυρο Black cow (Μαύρη αγελάδα) = Σοκολατούχο γάλα Boiled leaves (Βρασμένα φύλλα) =Τσάι
Break it and shake it (Σπάσ' το και κούνα το) = προσθήκη αυγού σε ποτό Canned cow (Αγελάδα στην κονσέρβα) = Γάλα εβαπορέ C.J. White (Cream Cheese and jelly sandwich on white bread) = Κρέμα τυριού και τζέλι σε άσπρο ψωμί
Cowboy with spurs (Καουμπόυ με σπιρούνια) = Ομελέττα αμερικάνικη με τηγανιτές πατάτες
Hounds on an island (Κυνηγόσκυλα σε νησί) = Λουκάνικα με φασόλια
Ice on rice (Πάγος σε ρύζι) = Πουτίγκα ρυζιού με παγωτό
Life preservers (Σωσίβια) = Ντόνατς
Lighthouse (Φάρος) = Μπουκάλι Κέτσαπ
Mississippi mud (Λάσπη του Μισσισσιπή) = Μουστάρδα
Nervous pudding (Νευρική πουτίγκα) = Ζελέ
Oh gee (Orange Juice) = Χυμός πορτοκαλιού
Popeye (Ποπάι) = Σπανάκι
Put a hat on it (Φόρεσέ του καπέλο) = Προσθήκη παγωτού Rabbit food (Κουνελοτροφή) = Μαρούλι
Throw it in the mud (Πέτα το στη λάσπη) = Προσθήκη σιροπιού σοκολάτας Yellow paint (Κίτρινη μπογιά) = Μουστάρδα







Τα Ζαχαροπλαστεία
'Ηδη από χα μέσα του 17ου αιώνα το Νέο Αμστερνταμ (όπως λεγόταν τότε η Νέα -Υόρκη) αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα εμπορίου ζάχαρης. Πρωτοπόροι στη διακίνηση της αλλά και στην κατασκευή γλυκισμάτων ήταν οι πρώτοι άποικοι της πόλης, οι Ολλανδοί. Αυτοί έφτιαχναν και πουλούσαν στην αριστοκρατία μπισκότα, ζαχαρωμένα δαμάσκηνα και αμυγδαλωτά. Σιγά σιγά, και με την εξέλιξη της τεχνολογίας, η παραγωγή και διάθεση ειδών ζαχαροπλαστικής έγινε ένας από τους πιο αξιόλογους και πολλά υποσχόμενους τομείς της οικονομικής ζωής της πόλης. Από τη Νέα Υόρκη κι ένα τέτοιο μικρό ζαχαροπλαστείο ξεκίνησε και ο Milton S. Hersley την αυτοκρατορία του με τις πασίγνωστες σοκολάτες.
Οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες δε θα μπορούσαν φυσικά να απέχουν. Πολύ πριν ασχοληθούν με τα εστιατόρια, είχαν στρέψει την προσοχή τους στην παρασκευή και το εμπόριο γλυκών. Πρωτοπόροι στον κλάδο αυτό ήταν ο Ελευθέριος Πηλάλας από τα Βρέσθενα της Σπάρτης και ο Παναγιώτης Χατζητήρης από τη Σμύρνη, που είχαν έλθει στην Αμερική το 1869 και ίδρυσαν εργοστάσιο λουκουμιών.
«... Εγνώριζον την ζαχαροπλαστικήν τέχνην, και προπάντων την κατασκευήν λουκουμίου και άλλων Τουρκικών γλυκισμάτων και ήλθον με τον σκοπόν να κατασκευάσουν Τουρκικά γλυκίσματα. Φαίνεται πιθανώτατον ότι είχον ακούσει από Αμερικανούς ιεραποστόλους και άλλους τοιούτους επισκεφθέντες την Αμερικήν, ότι οι Αμερικανοί ηγάπων πολύ τα γλυκίσματα.
Οι δύο ούτοι διετέλεσαν συνεταίροι επίτινα καιρόν εν Νέα Υόρκη ιδρύσαντες κατ' αρχάς μικρόν εργοστάσιον εν τινι υπογείω, ένθα κατεσκεύαζον λουκούμι, το οποίον αγγλιστί ονόμαζον fig paste και μετεπώλουν αυτό εις Αμερικανικά καταστήματα». (Σεραφείμ Κανούτας, «Ο Ελληνισμός της Αμερικής», Νέα Υόρκη, 1918).
Αρχικά στα μαγαζιά τους οι Έλληνες πουλούσαν και φρούτα. Και με τον καιρό, κατάφεραν να ελέγχουν τα περισσότερα ζαχαροπλαστεία σε όλες τις μεγάλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Όμως η πλειοψηφία τους ήταν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που δεν κατάφεραν στο γύρισμα του αιώνα να επιβιώσουν, αφού τα έξοδα (μεγάλα ενοίκια, ακριβός εξοπλισμός) μείωναν σημαντικά τα ποσοστά κέρδους. Από το 1930 και μετά οι ιδιοκτήτες τους πούλησαν τα μαγαζιά και τις βιοτεχνίες τους και στράφηκαν στα εστιατόρια.
Σήμερα υπάρχουν λίγα ελληνικά ζαχαροπλαστεία στη Νέα Υόρκη.





Το πρόχειρο φαγητό
Η Νέα Υόρκη έχει παράδοση στο πρόχειρο φαγητό που πωλούν καροτσάκια στις γωνιές πολυσύχναστων δρόμων. Τα χοτ ντογκς, τα πρέτζελς (κουλούρια με χοντροκομμένο αλάτι), τα μάφφινς αλλά και τα μπέγκελς, τα παγωτά και ο καφές ή τα αναψυκτικά είναι μερικά μόνο από τα είδη που μπορεί κανείς να φάει γρήγορα, νόστιμα και οικονομικά.
Και για τους Έλληνες, το επάγγελμα του πλανώδιου πωλητή φαγητού είναι από τα πρώτα με τα οποία καταπιάνεται από το 1890 και μετά ο νεοφερμένος μετανάστης. Χωρίς μεγάλο κεφάλαιο, γνώση της ξένης γλώσσας ή εξειδίκευση, τα καροτσάκια θα αποτελέσουν ένα από τα πρώτα επαγγέλματα στα οποία θα διαπρέψουν οι Έλληνες στην Αμερική. Αλλά θα είναι και το εφαλτήριο πάνω στο οποίο θα πατήσουν για να συγκεντρώσουν ένα μικρό κεφάλαιο και να κάνουν το επόμενο βήμα στην κοινωνική τους εξέλιξη.

διαβάστε περισσότερα για τον απανταχού Ελληνισμό και την Ιστορία του, στα 24grammata.com




 Οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες στη Βοστώνη της Μασσαχουσέτης

Εισαγωγή
Κατά τα χρόνια των αποικιοκρατιών γύρω στα 1600 με 1700, οι Έλληνες ήρθαν στην Αμερική και ειδικότερα στην περιοχή Boston (Βοστώνη) σποραδικά και σε μικρούς αριθμούς. Πρώτοι έφτασαν οι καπετάνιοι και ναυτικοί, αργότερα εκείνοι που ήρθαν για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Υπάρχει πιθανότητα ο πρώτος Έλληνας μετανάστης να ήταν ο Πλοίαρχος Thomas Grecian ή Gretian (κοιτάξτε πιο κάτω).





Ένα κύμα μετανάστευσης εμφανίστηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 1820 καθώς η Ελλάδα προσπαθούσε να επανορθωθεί από την καταστροφή της επανάστασης. Ορφανά του πολέμου μεταφέρθηκαν στην περιοχή New England από φιλέλληνες όπως τον Samuel Gridley Howe από το Massachusetts (Μασσαχουσέτη), τον Col. Jonathan Miller από το Vermont και άλλους εμπόρους και διπλωμάτες.
Από τα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνα η περιοχή του Boston είχε λιγότερους από 300 κατοίκους Ελληνικής καταγωγής. Η καταγραφή πληθυσμού του 1900 στην Αμερική (κοιτάξτε τον πίνακα) έδειξε ότι περίπου 9000 Έλληνες ζούσαν στην Αμερική τον καιρό εκείνο, από τους οποίους 2000 ήταν στην New England, και 1800 στο Massachusetts (Μασσαχουσέτη).






Αλλά το πιο εντυπωσιακό σημείο της μετανάστευσης των Ελλήνων στην Αμερική και στο Boston είναι ότι, αντίθετα με τους μετανάστες του εικοστού αιώνα, οι περισσότεροι ήρθαν δίχως να γνωρίζουν κανέναν στη χώρα αυτή, δίχως πόρους και δίχως κανέναν οργανισμό στήριξης. Ήρθαν εξοπλισμένοι μόνο με την πίστη ότι υπήρχε ελπίδα εδώ, ελπίδα επαγγελματικής αποκατάστασης και εκπαίδευσης. Μερικούς τους έφεραν οι φιλέλληνες και άλλοι υιοθετήθηκαν από πλούσιες οικογένειες του Boston. Μερικοί μετανάστες άλλαξαν ακόμη και αυτά τα επώνυμά τους υιοθετώντας το επώνυμο της οικογένειας που τους φιλοξένησε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης. Το να βρούμε αυτούς σήμερα είναι σχεδόν ακατόρθωτο.
Αρχείο περιουσιακών στοιχείων του 1688 στο Boston - Το βέλος δείχνει το όνομα του Thomas Grecian
Το μεγαλύτερο κύμα μετανάστευσης από την Ελλάδα στην Αμερική ήρθε στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, καθώς η οικονομία της Ελλάδας υπέφερε και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-13 είχαν τις αρνητικές τους επιπτώσεις. Αλλά αυτή η ιστορία είναι γνωστή και καταγραμμένη. Η αναφορά γίνεται στους ηρωικούς Έλληνες νέους και νέες που ήρθαν από μόνοι τους, επέζησαν και διέπρεψαν κατά τον 19ο αιώνα στο Boston.




Η ιστορία των Ελλήνων στην περιοχή Boston του 20ου αιώνα είναι ευρέως γνωστή. Η ζωή Ελληνο-Αμερικάνων όπως του αθλητή H. Agganis, του μουσικού D. Mitropoulos, του επιχειρηματία T. Pappas, J. Haseotes και G. & T. Demoulas, καθώς και J. Gikas, των βιομηχάνων C. Maliotis, και C. Papoutsy, του αστρονόμου M. Papayannis, και του τέως Αρχιεπισκόπου Ιακώβου, του συγγραφέα N. Gage, καθώς και των αναρίθμητων διακεκριμένων επιστημόνων στα νοσοκομεία της περιοχής του Boston, στα πανεπιστήμια και στα χημεία είναι λεπτομερώς καταγραμμένη. Αλλά γνωρίζουμε λίγα για τους πρωτοπόρους τους οποίους διαδέχτηκαν. Αυτή η μελέτη κάνει μια προσπάθεια να αποδώσει φόρο τιμής σ' αυτούς.
Το πρώτο ελληνογενές όνομα σε επίσημο έγγραφο στο Boston (1668) φαίνεται να είναι το όνομα της Jane Grecian, κόρης του Capt. Thomas Grecian και της συζύγου του Dorothy. Το 1668 το όνομα του Capt. Grecian εμφανίζεται επίσης σε μια κατάσταση φορολογουμένων.
Ο S.G. Canoutas, ένας δικηγόρος του Boston στο άρθρο «Ελληνισμός της Αμερικής» το 1918 υπέθεσε ότι τα πρώτα ονόματα και επώνυμα των μελών αυτής της οικογένειας έδειχναν ότι ήταν ελληνογενή. Δεν κατάφερα όμως να αποδείξω την αλήθεια αυτής της υπόθεσης του δικηγόρου Canoutas.
Βορειοανατολικό Ιστορικό και Γενεαλογικό Αρχείο - Βάπτιση Dorcas Colleta στην εκκλησία Milton το 1691 σελ. 443
Το «Βορειοανατολικό Ιστορικό και Γενεαλογικό Αρχείο» δείχνει ότι το 1691 κάποια Colleta Grecian, κόρη του Dorcas και εγγονή του Thomas Grecian, βαπτίστηκε στην εκκλησία του Mr. Willard η οποία ήταν μια Παλιά Νότια Εκκλησία (Old South Church).


Emmanuel (Manny) Paraschos, Ph.D.
Professor and Graduate Program Director
Department of Journalism, Emerson College, 120 Boylston St., Boston, MA USA
The first Greeks of Boston
Μετάφραση από τα αγγλικά με συγκατάθεση του συγγραφέα
Ιάκωβος Γαριβάλδης

πηγή : diasporic.org





Η ιστορία ενός σύγχρονου Οδυσσέα - "Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη"

κείμενο : Ιωάννα Κλεφτογιάννη, εφημ. "Ελευθεροτυπία" 11-2011, (αναδημοσίευση)


 'Ετσι ξεκινά η περίφημη ιστορία του Ανδρέα Κορδοπάτη, που από τον φτωχό Δάρα Μαντινείας έφτασε λαθρομετανάστης με ένα σαπιοκάραβο στη Νέα Ορλεάνη και τον... Νέο Κόσμο. Επειτα από ανθρωποκυνηγητό σε πολλές αμερικανικές Πολιτείες, απελάθηκε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Τη συναρπαστική περιπέτειά του κατέγραψε σε άριστο... λαϊκό προφορικό πρωτοπρόσωπο λόγο ο Θανάσης Βαλτινός το '62 στο «Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη - Βιβλίο πρώτο Αμερική» («Εστία»).
Εργο που -όχι τυχαία- ζωντανεύει σήμερα στη «Θεατρική Σκηνή» ο Αντώνης Αντωνίου, ενσαρκώνοντας τον πεισματάρη Ελληνα μετανάστη, έναν από τους χιλιάδες που αναζητούσαν στις αρχές του 20ού αιώνα μια καλύτερη τύχη στην ξενιτιά.



  Ο Θανάσης Βαλτινός με τον Ανδρέα Κορδοπάτη

«Το βιβλίο γράφτηκε στο πρώτο μεταπολεμικό κύμα μετανάστευσης μετά το '50. Ηταν εποχή που έφευγε ο κόσμος σαν τρελός. Γράφτηκε σε εποχή κρίσης, όπως ήταν και η εποχή του Κορδοπάτη. Αλλά και σήμερα σε κατάσταση κρίσης βρισκόμαστε. Πολύς κόσμος σκέφτεται να φύγει από τη χώρα μετανάστης. Είναι διπλά επίκαιρο το κείμενο, επομένως. Και γιατί εμείς σκεφτόμαστε να φύγουμε και γιατί είμαστε χώρα υποδοχής μεταναστών», διαπιστώνει συνοφρυωμένος ο συγγραφέας.
Ο Κορδοπάτης ήταν θείος συμμαθητή του. Τον γνώρισε όταν είχε πατήσει ήδη τα 80 του. «Ηταν ωραίος τύπος. Βάλανε τον συμμαθητή μου κι έγραψε σε μια λαϊκοκαθαρεύουσα πέντ'-έξι σελίδες τα απομνημονεύματά του. Τα διαβάζαμε και σπάγαμε πλάκα». Οι σελίδες αυτές είχανε μείνει στα κιτάπια του. Και όταν τυχαία ο Βαλτινός τα ξαναβρήκε, σκέφτηκε «τι ωραίο θέμα είναι η μετανάστευση και δη στο πρώτο κύμα της». Ετσι πήγε και βρήκε τον γερο-Κορδοπάτη, ο οποίος «έγραφε με το μυαλό. Θυμόταν τα πάντα».
Ο Βαλτινός κράτησε σαν αρχή του κατά τη συγγραφή του «Συναξαριού» «τη λιτότητα της αφήγησης». Και μας παρέδωσε έναν απαστράπτοντα, καθάριο προφορικό λαϊκό λόγο. «Παρ' όλο που δεν υπάρχει προφορικός λόγος όταν κάτι είναι γραπτό. Διότι ναι μεν είναι λαϊκός λόγος, αλλά είναι επεξεργασμένος, έντεχνος».

Η δουλειά που έπρεπε να γίνει, ώστε «να μην περισσεύει ένα παραπανίσιο "και" ήταν εξαντλητική». Συγχρόνως, στο κείμενο έπρεπε να περάσουν «ο τρόπος που έφερνε τα πράγματα στη μνήμη του, οι σιωπές του, το χρώμα της φωνής του, το μάτι του που χάνεται ο χρόνος...».
Ο Κορδοπάτης, γερό λαϊκό κύτταρο, «είχε το πείσμα να δημιουργήσει μια νέα μοίρα. Βγαίνει ανάγλυφη η ψυχοσύνθεσή του. Είναι ολοζώντανος. Και η πονηριά και η καπατσοσύνη και η περιέργειά του. Ακόμη κι ένας ναρκισσισμός όταν παίρνει από τη Νάπολη το κοστούμι με τις δυο κοφτές ψαλιδιές. Υπήρχε μέσα του ένα οδυσσεϊκό στοιχείο περιπέτειας, χωρίς να ξέρει τι θα βρει εκεί».
Αλλωστε, το τι τραβούσαν οι μετανάστες δεν ήταν γνωστό τότε. «Η Αμερική θεωρούνταν Γη της Επαγγελίας. Λειτουργούσε ως μύθος ότι εκεί κάνεις πολλά λεφτά. Ακόμα και ο Παπαδιαμάντης στον "Αμερικάνο", που ίσως είναι η πρώτη λογοτεχνική αντιμετώπιση της ελληνικής μετανάστευσης, έχει τον μύθο του ανθρώπου που εκεί έκανε λεφτά». Η πρώτη όμως φορά που θίγεται η τρομερή οδύσσεια των ανθρώπων που στήσανε το δίκτυο των υπερατλαντικών γραμμών είναι ο «Κορδοπάτης».

Παρ' όλο το κυνηγητό και τις κακουχίες, όταν απελάθηκε από τις ΗΠΑ και γύρισε στην πατρίδα του, με την πρώτη ευκαιρία ο Ανδρέας Κορδοπάτης κατέβηκε στο πρακτορείο του Μαλούχου, όπου ζήτησε, αφήνοντας «όνομα και σύσταση», να ειδοποιηθεί σε έξι μήνες, όταν έχει πάλι πλοίο για την Αμερική. Στο σημείο αυτό ο ήρωας μας αποχαιρετά.

Ο Κορδοπάτης είχε καθαρή και αθώα ματιά. Ο Ελληνας μετανάστης σήμερα, κύριε Βαλτινέ, την έχει χάσει...
«Οσοι φύγουν μετανάστες σήμερα έχουν διαφθαρεί, σε εισαγωγικά. Οταν ο Κορδοπάτης έφευγε από το χωριό, δεν είχε δει τίποτα άλλο από το αλέτρι και το γάιδαρο. Σήμερα ο κόσμος είναι ένα χωριό. Εχουμε μπολιαστεί άσχημα από κακά πρότυπα. Ιδίως την επαρχεία την εξοντώνει η τηλεόραση. Σήμερα στα χωριά δεν μπορεί κανείς να διηγηθεί, όπως ο Κορδοπάτης. Εχουνε χάσει τη γλώσσα τους απ' την τηλεόραση».

Αν ξαναγράφατε τον Κορδοπάτη σήμερα, θα το κάνατε διαφορετικά;
«Δεν θα τον ξανάγραφα. Αυτά μία φορά γίνονται. Δεν θα με ενδιέφερε σήμερα η μετανάστευση, παρά μονάχα ως ένα φαινόμενο κοινωνικό, ενταγμένο μέσα σε μια άλλη ιστορία».










Από το Blogger.
Back to Top