Η “Φυσιολογία” της Φωτογράφησης



Επειδή με τα μάτια μας βλέπουμε πριν δούμε με την φωτογραφική μηχανή, ας μιλήσουμε λίγο στην αρχή για το ανθρώπινο μάτι και τον τρόπο που αυτό «ορά».
Αν κλείσουμε το ένα μάτι θα διαπιστώσουμε ότι χάνουμε αμέσως την στερεοσκοπική όραση, δηλαδή ανάμεσα σε δύο αντικείμενα που βρίσκονται σε διαφορετική απόσταση από μας είναι αδύνατο να καταλάβουμε ποιο βρίσκεται πιο κοντά και ποιο μακρύτερα. Η σύγχυση μάλιστα μεγαλώνει όσο μικρότερη είναι η απόσταση μεταξύ τους. Κι αν παρεμπιπτόντως μπορούμε να το διακρίνουμε, αυτό γίνεται συνειρμικά (το μικρότερο από δύο ίσα αντικείμενα πρέπει να είναι πιο μακριά, αυτό που επικαλύπτει το άλλο είναι πιο κοντά, κλπ.).
Κάθε μάτι διαθέτει δύο ζώνες όρασης την κεντρική και την περιφερειακή. Η πρώτη είναι ένας κεντρικός κύκλος στην περιοχή του οποίου βλέπουμε τα αντικείμενα με μεγάλη ευκρίνεια. Η δεύτερη ζώνη είναι κυκλική επίσης, γύρω από την πρώτη, στην περιοχή της οποίας δεν υπάρχει ευκρίνεια και αντικειμενικότητα στο χρώμα αλλά όπου τα αντικείμενα καταγράφονται, και άρα τα «βλέπουμε», λόγω κίνησης κυρίως. Κίνησης είτε του αντικειμένου αυτού καθ' αυτού είτε του βολβού του ματιού μας.



Οι δύο αυτές ζώνες δεν έχουν σαφή όρια μεταξύ τους. Μεταπίπτουμε από την κεντρική στην περιφερειακή όραση σταδιακά. Και με τα δύο μάτια ανοικτά το συνολικό οπτικό πεδίο έχει σχήμα έλλειψης με την κεντρική όραση να καλύπτει περίπου 60ο κατά την κατακόρυφο και 90ο κατά την οριζόντια διεύθυνση ενώ μαζί με την περιφερειακή όραση να καλύπτει περίπου 120ο και 180ο αντίστοιχα.
Από τα παραπάνω προκύπτουν οι δύο βασικές αδυναμίες κάθε φωτογραφικής μηχανής. Η πρώτη ότι κάθε τι που καταγράφεται έχει πεδίο «τετράγωνο». Η δεύτερη ότι δεν μπορεί να καταγραφεί η περιφερειακή όραση (ποσοτικά αλλά και ποιοτικά κυρίως).
Έτσι φωτογραφίζοντας ένα οβάλ και ασαφές στην περιφέρεια θέμα που τράβηξε το βλέμμα μας, επιδιώκουμε, μέσα σε ένα παραλληλόγραμμο (ή τετράγωνο), να μεταδώσουμε στον θεατή την δική μας αρχική εντύπωση.




Στην διαδικασία αυτή της μεταγραφής έρχονται «κανόνες σύνθεσης» να μας βοηθήσουν να γίνουμε αποτελεσματικότεροι και σαφέστεροι, ελπίζοντας ότι με δουλειά μια μέρα θα μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τον θεατή χωρίς την ανάγκη τους. Άλλωστε οι κανόνες σύνθεσης είναι ομαδοποίηση ασυνείδητων χειρισμών μεγάλων δημιουργών στο χώρο της τέχνης που λειτούργησαν επιτυχώς στην επικοινωνία με τον θεατή. Για την συναισθηματική φόρτιση της ματιάς του δημιουργού και του θεατή και το δίαυλο της συμμετοχής τους σε κοινές εμπειρίες, πράγματα πολύ σημαντικά στην τέχνη, θα μιλήσουμε ακροθιγώς και έμμεσα, μέσα από τις αναλύσεις και συζητήσεις......

Η Νορμάλ εντύπωση
Από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει κανείς ασχολούμενος με την φωτογραφία είναι ότι ο νορμάλ φακός είναι ο 50mm προκειμένου για το φορμά 135 ή 80mm προκειμένου για το φορμά 6Χ6 κ.ο.κ. Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς πρέπει να πούμε ότι νορμάλ θεωρείται για μια μηχανή ο φακός εκείνος του οποίου η εστιακή απόσταση συμπίπτει ή βρίσκεται κοντά στην διαγώνιο του παραλληλογράμμου που καταγράφει μια μηχανή (δηλαδή στην διαγώνιο του φιλμ ή στην διαγώνιο του CCD). Έτσι μια μηχανή 6Χ6 έχει για διαγώνιο σύμφωνα με το Πυθαγόρειο θεώρημα από την Γεωμετρία =85 που είναι πολύ κοντά στην εστιακή απόσταση του φακού των 80mm που θεωρείται νορμάλ γι αυτό το φορμά. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ενώ για τον περιορισμένο αριθμό των φορμά των φιλμς τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα, σήμερα με την πληθώρα των μεγεθών των CCD των ψηφιακών μηχανών, κυρίως των compact, τα πράγματα έχουν λίγο περιπλακεί – όμως είναι θέμα συνήθειας.
Κάθε φακός στο πίσω μέρος της φωτογραφικής μηχανής σχηματίζει ένα είδωλο που είναι ανεστραμμένο και που το περίγραμμά του είναι κυκλικό, ανεξάρτητα αν η μηχανή του επιτρέπει να φωτίσει, μόνο ένα παραλληλόγραμμο, αυτό που του αφήνει ανοικτό (στο φιλμ ή το CCD) – το υπόλοιπο χάνεται και απορροφάται από τα εσωτερικά τοιχώματα της φωτογραφικής μηχανής που για τον λόγο αυτό είναι μαύρα και θολά (ώστε να μην ανακλούν το φως που πέφτει πάνω τους). Η εικόνα που καταγράφεται με τον τρόπο αυτό πάνω στο φιλμ ή το CCD από τον νορμάλ φακό της μηχανής γεωμετρικά αντιστοιχεί σε εκείνη της κεντρικής όρασης, και μάλιστα στο ευκρινέστερο κομμάτι της, ως προς την εντύπωση δε της προοπτικής σχέσης των αντικειμένων μεταξύ τους ταυτίζεται με αυτή του ματιού. Βέβαια από την εικόνα λείπουν, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, όλες εκείνες οι πληροφορίες που αφορούν στην περιφερειακή όραση. Ο νορμάλ φακός αποτελεί μέτρο αναφοράς ως προς την γωνία κάλυψης και ως προς την προοπτική με την οποία εμφανίζονται τα αντικείμενα μέσα στην εικόνα. Για την σχέση των υπόλοιπων φακών – ευρυγώνιων και τηλεφακών – με την σύνθεση και πως επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα θα επανέλθουμε αργότερα.

Φωτογραφία vs Ζωγραφική
Είναι ψευδής η παρομοίωση που γίνεται πολύ συχνά της φωτογραφίας με την ζωγραφική και τις άλλες δισδιάστατες τέχνες. Πρέπει να παρατηρήσουμε και τούτο είναι πολύ σημαντικό ότι ο ζωγράφος ξεκινάει με ένα ορθογώνιο πλαίσιο που είναι κενό και αρχίζει να το γεμίζει με στοιχεία στον βαθμό, την ένταση και την θέση που επιθυμεί. Αντίθετα ο φωτογράφος ξεκινάει με ένα ορθογώνιο πλαίσιο επίσης που είναι όμως πάντα γεμάτο με στοιχεία χρώμα και φως και η «δουλειά» του είναι να μπορέσει να διαμορφώσει τις συνθήκες ώστε να τονιστούν τα στοιχεία που τον ενδιαφέρουν και παράλληλα να ατονήσουν εκείνα που θεωρεί επουσιώδη ή και ενοχλητικά. Σ' αυτή του την προσπάθεια διαθέτει διάφορα τεχνάσματα-εργαλεία τα πιο σημαντικά από τα οποία είναι τα παρακάτω:

Έλεγχος του φωτός
Χρήση γεωμετρικών στοιχείων (σημείων, γραμμών, καμπυλών, όγκων κλπ)
Παρέμβαση στην προοπτική
Χρήση φακών διαφορετικών εστιακών αποστάσεων
Επιλεκτική εστίαση
Αλλαγές στην γωνία λήψης
Παραμόρφωση
Χρώμα και Κορεσμός
Υφή και Μοτίβο
Τέλος ο φωτογράφος θα πρέπει πάντα να έχει στο νου του ότι θολές προθέσεις καταλήγουν σε αβέβαιη και αδιάφορη σύνθεση ενώ η καθαρή ματιά οδηγεί σε καλή σύνθεση και αποτελεσματική φωτογραφία.

΄Αρθρο : Γ.Βουτσινας, (αναδημοσίευση)




Από το Blogger.
Back to Top