Η Αρχιτεκτονική Φωτογραφία



Kαδράρισμα, 'Oγκοι, Aναλογίες
κείμενο : Βάσια Πελεγράτη, (αναδημοσίευση)


Οι περισσότερες από τις φωτογραφίες κτιρίων και εσωτερικών χώρων του μέσου ερασιτέχνη, έχουν ως στόχο την απλή καταγραφή ενός συγκεκριμένου οικοδομήματος ως σημείου αναφοράς ορισμένων δραστηριοτήτων: «Σε αυτό το ξενοδοχείο μείναμε», «αυτόν τον πύργο επισκεφτήκαμε», «αυτό είναι το δωμάτιο μου», «…και εδώ βλέπετε το σπίτι μας!». Στην καθημερινή πραγματικότητα, η πλειονότητα τέτοιων εικόνων πάσχει από έλλειψη ενδιαφέροντος. Δηλαδή η φωτογράφησή τους έχει γίνει κατά τρόπο όπου ο φωτογράφος, απλά και αβασάνιστα, επιχειρεί να μας δείξει ένα κτίριο από το οποίο έτυχε να περνά ή μέσα στο οποίο εξελίχθηκαν ορισμένα γεγονότα.
Στην ουσία της, η αρχιτεκτονική φωτογραφία είναι ένας τομέας που παρουσιάζει μεγάλο εικαστικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Όμως η απόδοση ενός αρχιτεκτονικού έργου κατά τρόπο που να το αναδεικνύει αυτοδύναμα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αυτό είναι εμφανές και από το γεγονός ότι οι υπερσύγχρονες ψηφιακές και άλλες φωτογραφικές μηχανές του τύπου «τα κάνει όλα…» δεν περιλαμβάνουν στα προγράμματά τους ειδική ρύθμιση για λήψεις κτιρίων. Χρειάζεται αρκετή μελέτη και ανεπτυγμένη αίσθηση της σύνθεσης και της γεωμετρίας ώστε να δούμε, να αντιληφθούμε και τέλος να καταγράψουμε το αισθητικό περιεχόμενο της εξωτερικής όψης ενός κτιρίου ή κάποιου εσωτερικού χώρου κατά τρόπο ώστε εμείς και οι μεταγενέστεροι παρατηρητές της εικόνας να νιώσουν αισθητική συγκίνηση.






Τα περισσότερα κτίρια υπάρχουν για να εξυπηρετούν ορισμένο σκοπό. Είναι κατοικίες, χώροι εργασίας, διασκέδασης, μεταφοράς (σταθμοί, αεροδρόμια), εκπαίδευσης κλπ.
Ο δημιουργικός φωτογράφος μπορεί να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο οικοδόμημα με διαφορετικό τρόπο: Στην περίπτωση ενός εργοστασίου μπορεί να το δει ως χώρο εργασίας, αλλά μπορεί να δει το ίδιο κτίριο ως εγκατάσταση βιομηχανικής παραγωγής, ως αιτία μόλυνσης του περιβάλλοντος, ως σημείο παραγωγής υψηλής τεχνολογίας, αλλά ακόμη και ως αναμνήσεις για κάποιους που εργάστηκαν εκεί. Η βασική προσέγγιση στην απεικόνιση ενός κτιρίου είναι να το θεωρήσουμε ως μια μορφή πορτραίτου. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ανθρώπους, έτσι και στην αρχιτεκτονική φωτογραφία, η απόπειρα απόδοσης του χαρακτήρα ενός χώρου είναι αυτή που θα κάνει τη διαφορά στις τελικές φωτογραφίες. Και αυτό το εγχείρημα είναι ταυτόχρονα εύκολο και δύσκολο: εύκολο διότι οι άνθρωποι που ζουν και δραστηριοποιούνται σε αυτό κάνουν εμφανή την παρουσία τους και του δίνουν ζωή….
Από την άλλη είναι δύσκολο λόγω των πολλών παραμέτρων και οπτικών στοιχείων που πρέπει να ελεγχθούν, είτε ενεργητικά (με την μετατόπιση επίπλων, τον έλεγχο του φωτισμού κλπ. σε εσωτερικούς χώρους), είτε παθητικά (με την επιλογή του κατάλληλου κάδρου, ή της ώρας λήψης κλπ).




Το πρώτο βήμα στο ξεκίνημα της φωτογράφησης είναι να αντιμετωπιστεί το κτίριο με άμεσο τρόπο. Αμέσως μετά, ο διερευνητικός φωτογράφος περιφέρεται γύρω από το κτίριο και προσπαθεί, χωρίς απαραίτητα να κρατά τη μηχανή του, να δει τις υπόλοιπες πλευρές του οικοδομήματος. Προσπαθήστε να δείτε το κτίριο από ποια ακριβώς γωνία γίνεται πιο όμορφο, ή από ποια γωνία αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στην περίπτωση όπου θέλουμε να δείξουμε ένα εργοστάσιο ως πηγή μόλυνσης της ατμόσφαιρας, δεν μας ενδιαφέρει βέβαια η γωνία που το δείχνει πιο όμορφο, αλλά η γωνία εκείνη που το δείχνει ίσως πιο επιβλητικό και πιο αυστηρό. Το αντίθετο συμβαίνει στην περίπτωση ενός σχολείου: ο στόχος του φωτογράφου είναι να βρει από ποια πλευρά αναδεικνύονται και αποκαλύπτονται καλύτερα τα στοιχεία της παιδικότητας, της εκπαίδευσης ή της χαράς που βιώνουν τα παιδιά μέσα σε αυτό.






Σε παλαιοτέρα κτίρια με περίπλοκη διακόσμηση, στρέψτε τη μηχανή ψηλά και δείτε μέσα από το σκόπευτρο πώς φαίνονται τα διακοσμητικά στοιχεία. Αποφασίστε πώς θα ταιριάσετε τα στοιχεία της διακόσμησης με τον ανθρώπινο παράγοντα. Η οποιαδήποτε φωτογραφία οικοδομήματος γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και προκαλεί μεγαλύτερη αισθητική συγκίνηση όταν λειτουργεί ως έμμεση ή άμεση αναφορά σε ανθρώπινη δραστηριότητα. Τα απομονωμένα διακοσμητικά στοιχεία δεν παρουσιάζουν διαρκές ενδιαφέρον στο θεατή όταν φωτογραφηθούν από μόνα τους. Αντίθετα προσθέτουν στην εικόνα (όπως και στο ίδιο το αρχιτεκτόνημα) όταν χρησιμοποιηθούν για να δείξουν τη λειτουργικότητα του κτιρίου. Το να απομονώσουμε με τον τηλεφακό και απλά να δείξουμε ένα ακροκέραμο σε μια σκεπή δεν ενδιαφέρει πάρα πολύ, εκτός εάν απευθυνόμαστε σε κεραμοποιούς ή σχεδιαστές.
Όταν όμως για λόγους ανάμνησης θέλουμε να καταγράψουμε το παλιό ακροκέραμο του πατρογονικού σπιτιού μας, ή τα σκαλίσματα στα σίδερα του μπαλκονιού, θα καδραριστεί καλύτερα η φωτογραφία εάν στο κάδρο συμπεριληφθεί, για παράδειγμα, η χαρακτηριστική είσοδος του σπιτιού (μαζί με το ακροκέραμο, ή με τη σιδεριά του μπαλκονιού) από την οποία μπαινοβγαίναμε στην παιδική μας ηλικία. Επομένως θα απομακρυνθούμε λίγο για να χωρέσουν αυτά στο κάδρο και άρα ο τηλεφακός ίσως να μην είναι τόσο χρήσιμος, όσο ο κανονικός φακός της μηχανής.

Σε κάθε περίπτωση, το μάτι πρέπει πρώτα να δει και να συνδέσει στοιχεία. Μετά έρχεται η μηχανή με το σαφώς καθορισμένο οπτικό πεδίο της για να κάνει την αμιγώς φωτογραφική δουλειά. Τα αρχιτεκτονικά θέματα αναδεικνύονται καλύτερα όταν τα καδράρουμε κατά τρόπο τέτοιο που να αυξάνεται η αντίθεσή τους. Εδώ εννοείται η φωτιστική αντίθεση αλλά και ακόμα η αντίθεση ως προς τον χώρο που υπάρχουν. Ένα κτίριο πρέπει να είναι αναγνωρίσιμο – (αν και αυτό δεν αποτελεί απαράβατο κανόνα. Στην τέχνη και στην αισθητική, οι κανόνες καλό είναι να χρησιμεύουν ως αφετηρία). Και ένα κτίριο γίνεται αναγνωρίσιμο μέσα στο περιορισμένο οπτικό πεδίο της φωτογραφικής μηχανής όταν το αντιπαραθέσουμε με τα χαρακτηριστικά στοιχεία του περιβάλλοντα χώρου και μάλιστα με καλή αντίθεση σχημάτων, όγκων και αναλογιών.

Όταν ένα κτίριο φωτογραφηθεί είναι εξαιρετικά δύσκολο να απομονωθεί, είτε στην πόλη, είτε στην επαρχία. Το αστικό τοπίο είναι υπέρ-πλήρες από άλλα κτίρια, αυτοκίνητα, πεζούς κλπ. ενώ στον επαρχιακό χώρο το οποιοδήποτε κτίριο (σπίτι, αγροικία, κάστρο) περιβάλλεται από πολυάριθμα φυσικά στοιχεία όπως βλάστηση, φράχτες ή νερά. Αφού λοιπόν η απομόνωση δεν είναι εφικτή τότε τα τριγύρω στοιχεία θα αξιοποιηθούν προς όφελος της εικόνας. Ορισμένα, έξυπνα επιλεγμένα, αναφορικά στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου πρέπει να συσχετιστούν με το κτίριο μέσα στο κάδρο για να δείξουν την τοποθεσία. Για το σκοπό αυτό θα λειτουργήσει καλά ένα μικρό τμήμα του δρόμου που περνά εμπρός το κτίριο, αποκλείοντας από το κάδρο μας μη ελκυστικά στοιχεία (κολώνες με αφίσες, κάδους απορριμμάτων κλπ). Εάν δεν περιλάβουμε στη σύνθεση μας τέτοια αναγνωρίσιμα στοιχεία και σχήματα του παραπλήσιου χώρου, τότε ενδέχεται το κτίριο να αποδοθεί χωρίς άμεση αναφορά της θέσης όπου βρίσκεται – με πιο λαϊκά λόγια, θα φαίνεται να στέκεται στο πουθενά. Εδώ όμως τμήμα της προσοχής μας επιβάλλεται να εστιαστεί στο να αποφύγουμε λεπτομέρειες, υφές και σχήματα που αποσπούν την προσοχή αντί να την συγκεντρώνουν.
Είναι άμεσα κατανοητό ότι ένα από τα πολύ ισχυρά εργαλεία της φωτογραφίας είναι το καδράρισμα. Αναπόφευκτα ο τρισδιάστατος όγκος του κτιρίου θα αποδοθεί σε δύο διαστάσεις στην τελική εικόνα. Σε αυτές τις δύο διαστάσεις θα αποφασίσουμε εάν θα δείξουμε τον όγκο του κτιρίου, δηλαδή το βάθος του. Στο σημείο αυτό έχουμε να αποφασίσουμε εάν το βάθος του κτιρίου λειτουργεί ενισχυτικά για τη σύνθεση ή όχι – εάν αναδεικνύει αυτό που προσπαθούμε να δείξουμε. Σε περιπτώσεις όπου αυτό είναι είτε δύσκολο, είτε θα αποδώσει σχετικά ακαλαίσθητες εικόνες, τότε η αισθητική ισορροπία της εικόνας μας θα επιτευχθεί όταν αξιοποιήσουμε και συμπεριλάβουμε εν μέρει στοιχεία του πρώτου πλάνου στο κάδρο μας. Κάποιο άγαλμα, κάποιο φύλλωμα δέντρου (ελαφρά εκτός εστίασης για να μην αποσπά την προσοχή από το θέμα), κάποιο προαύλιο ή κήπος θα δώσει στην δισδιάστατη εικόνα την αισθητική ισορροπία που θα της λείπει όταν αποκλείσουμε τον όγκο (δηλαδή το βάθος) του κτιρίου.





Εδώ εισέρχεται η έννοια της αναλογίας. Είτε πρόκειται για το βάθος του κτιρίου, είτε για άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος που θα έχει το κάδρο μας, θα πρέπει να έχουμε κατά νου (και κατά οφθαλμόν) τη διατήρηση ελκυστικών αναλογιών. Ένα τεράστιο φύλλο που πιάνει το μισό κάδρο μας και από πίσω δείχνει το πατρικό μας σπίτι ή το σχολείο μας θα γίνει δύσκολα αποδεκτό από τον παρατηρητή, εκτός κι εάν έχουμε επιτύχει τέτοια ισορροπία και αναλογία ώστε αποδίδεται κάτι ενδιαφέρον. Από την άλλη πλευρά, ενδιαφέρουσες εικόνες είναι δυνατό να προκύψουν όταν αποκλείσουμε τη φωτογράφηση ολόκληρου του κτιρίου, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι γνωστό και εύκολα αναγνωρίσιμο, και περιοριστούμε στο να δείξουμε το μέγεθός του, δουλεύοντας πάνω στις αναλογίες. Είναι ίσως ενδιαφέρουσα μια λήψη του Παρθενώνα από την πλευρά μιας κάθετης ακμής του, ώστε να φαίνεται η πρόσοψη και το βάθος της πλευράς του. Σίγουρα όμως η φωτογραφία αυτή θα γινόταν πιο θελκτική εάν χρησιμοποιούσαμε μεσαίο τηλεφακό για να περιλάβουμε τις κολώνες και στο βάθος υπήρχε ένας άνθρωπος, η αντιπαράθεση του οποίου με τις κολώνες θα αναδείκνυε το μέγεθος του ναού – και αυτή είναι μια εικόνα που δεν την βλέπουμε συχνά. Η στερητική αγωνία του να δείξουμε ολόκληρο το κτίριο μας κάνει να παραλείπουμε την πιο αφαιρετική σκέψη και αντίληψη, η οποία, εάν συνδυαστεί με αναγνωρίσιμα αρχιτεκτονικά ή διακοσμητικά στοιχεία ή ακόμη και με ένα έξυπνο φόντο αποδίδει πολύ ισχυρές εικόνες. Τέλος, όπως και σε όλο το φάσμα της φωτογραφίας και της εικόνας γενικότερα, το τελευταίο και πολύ σημαντικό πράγμα που παρατηρούμε με ευλάβεια είναι το πού οδηγείται το μάτι μέσα στο σύμπλεγμα των σχημάτων και των φορμών.
Η βασική θεωρία στο σχέδιο και στην εικόνα λέει ότι μια εικόνα είναι κατά βάση επιτυχημένη όταν τα σχήματα και οι φόρμες της είναι διατεταγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε το μάτι να μεταβαίνει από το ένα στοιχείο της εικόνας στο άλλο (από το ένα σχήμα στο άλλο, από τον ένα όγκο στον επόμενο κλπ) αντί να οδηγείται εκτός του κάδρου.
Η εξισορρόπηση των στοιχείων αυτών, όπως η ενσωμάτωσή τους ή παράλειψή τους από το κάδρο στη φωτογραφία γίνει διαμέσου της επιλογής του καδραρίσματος και της επιμελούς μετακίνησης του φωτογράφου γύρω από το θέμα του.
Το φώς και οι σκιές έχουν ιδιαίτερα σημαντικά ρόλο στην αρχιτεκτονική φωτογραφία. Οι σκιές αναδείχνουν αμέσως τη γενική δομή του κτιρίου, ενώ το φως αποκαλύπτει την υφή και τις επιμέρους λεπτομέρειες. Με την εναλλαγή του φωτός τα σχήματα και οι όγκοι αλλάζουν σε απίστευτα μεγάλο βαθμό, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τις προκύπτουσες ισορροπίες.





Το φώς, είναι το δεύτερο μεγάλο εργαλείο στη φωτογραφία, και εκτός από το ότι κι αυτό λειτουργεί όπως το κάδρο, δηλαδή δείχνει και αποκρύπτει διάφορα στοιχεία, έχει επίσης τη μοναδική ικανότητα να μεταφέρει την αίσθηση της ατμόσφαιρας. Στις αρχιτεκτονικές λήψεις, είτε πρόκειται για εσωτερικά είτε για εξωτερικά, η ποιότητα του φωτός μπορεί να αποδώσει μια εκπληκτική εικόνα, μπορεί να αναδείξει στοιχεία τα οποία μεταμορφώνουν το κτίριο, αλλά και βέβαια μπορεί να συμβάλει σε μια απόλυτα βαρετή, ανάξια λόγου φωτογραφία. Οι εξειδικευμένοι φωτογράφοι εσωτερικών χώρων και κτιρίων επισκέπτονται και μελετούν το κτίριο που τους ενδιαφέρει σε όλη διάρκεια της ημέρας, τραβώντας σε αρκετές περιπτώσεις δοκιμαστικές φωτογραφίες (αυτό στον κινηματογράφο ονομάζεται reperage), για να δουν και να εξακριβώσουν ποιες είναι οι φωτιστικές συνθήκες που θα αποδώσουν στο κτίριο την ποιότητα που επιθυμούν.
Όταν ο φωτισμός είναι ο κατάλληλος, εκτός του ότι αναδεικνύει το κτίριο καθαυτό όπως επιθυμούμε, από την άλλη μπορεί να κρύψει ή να τονίσει τα διάφορα στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου που θα συμπράξουν ώστε η φωτογραφία μας να αποκτήσει αισθητικό βάρος. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται το κτίριο αναδεικνύεται καλύτερα εάν μελετήσουμε καλά τη μεταβολή του φωτισμού κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο επιπόλαιος φωτογράφος, ερασιτέχνης ή μη, θα αντιμετωπίζει το κτίριο άμεσα: μόλις το δει θα το φωτογραφίσει, στην καλύτερη περίπτωση ίσως προσέχοντας τις συγκλίσεις των καθέτων πλευρών του και να μη γέρνει προς τη μία πλευρά. Ο ευφυής και δημιουργικός τεχνίτης όμως, εάν έχει κάποια χρονικά περιθώρια στη διάθεσή του, θα παρατηρήσει το φως και θα φανταστεί πώς αλλάζει κατά τη διάρκεια της ημέρας και επομένως θα προσπαθήσει να προαπεικονίσει ποια στοιχεία του κτιρίου θα φανούν και ποια θα εξαλειφθούν.
Η αρχιτεκτονική φωτογραφία έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: το κτίριο παραμένει στη θέση του για όση ώρα θέλουμε (εκτός βέβαια αν είναι λυόμενο ή είναι χτισμένο επάνω σε ρέμα και γίνει σεισμός). Έτσι έχουμε τη δυνατότητα όχι μόνο να το μελετήσουμε προτού τραβήξουμε, αλλά να αρχίσουμε να κάνουμε δοκιμαστικές λήψεις για να δούμε πώς τροποποιείται η εικόνα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τα τεχνητά φώτα των κτιρίων, ως γνωστόν, προσδίδουν την έννοια της μεγαλοπρέπειας, του μυστηρίου και βελτιώνουν το status της εικόνας.



Εσωτερικοί χώροι, η ύστατη πρόκληση


Tρία είναι τα κυριότερα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν στη φωτογράφηση εσωτερικών χώρων: ο τεχνητός φωτισμός δημιουργεί έντονες χρωματικές αποκλίσεις προς το πορτοκαλί (στην περίπτωση λαμπών πυράκτωσης) ή προς το πράσινο (με φωτισμό φθορισμού), ο χώρος είναι συνήθως περιορισμένος και η χρήση ευρυγώνιου δημιουργεί έντονες παραμορφώσεις, και τέλος η φωτιστική αντίθεση είναι υψηλή, πέραν από τα όρια που μπορεί να καταγράψει το φιλμ ή ο αισθητήρας CCD της ψηφιακής μηχανής, ειδικά όταν το φως προέρχεται από λίγες και σημειακές πηγές. Οι σοβαροί και εξειδικευμένοι επαγγελματίες λύνουν το πρόβλημα αυτό χρησιμοποιώντας ισχυρά φλας με ασύρματη ενεργοποίηση, τα οποία τοποθετούν σε αφανή σημεία μέσα στο χώρο (κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην κινηματογράφηση εσωτερικών χώρων, μόνο που εκεί χρησιμοποιούνται προβολείς ΗΜΙ αντί για φλας). Με τον τρόπο αυτό καταγράφεται παράλληλα με φυσική χρωματική ισορροπία το φως της ημέρας που έρχεται από τα παράθυρα ή τις πόρτες.






Στις οικονομικές δυνατότητες του ερασιτέχνη, η καλύτερη λύση είναι να αγοράσει ένα ισχυρό φορητό φλας (με Guide No, οδηγό αριθμό 40 και άνω) και να το στρέψει σε λευκό τοίχο πίσω από τη θέση όπου έχει τοποθετήσει τη μηχανή, ώστε το φως να διαχυθεί και δώσει την εντύπωση διαθέσιμου περιβαλλοντικού φωτισμού. Η πυροδότηση του φλας θα γίνει είτε με καλώδιο, είτε με ασύρματο φωτοκύτταρο που διατίθεται και αυτό ως ξεχωριστό εξάρτημα. Η λήψη εδώ πρέπει να γίνει με χαμηλή ταχύτητα κλείστρου (από 1/30 έως 1/4 του δευτερολέπτου) για να καταγραφεί και ο υπάρχων φωτισμός (από φωτιστικά, από τις λάμπες της οροφής κλπ). Το εξωτερικό φλας λειτουργεί διορθωτικά για τις χρωματικές αποκλίσεις του υπάρχοντος τεχνητού φωτισμού, αλλά και όταν το φως του διαχυθεί μέσω των τοίχων εξομαλύνει αρκετά το υψηλό κοντράστ και τις σκιές που θα υπήρχαν ως αποτέλεσμα του υπάρχοντος φωτισμού. Το διάφραγμα του φακού ρυθμίζεται σε τιμή τέτοια ώστε να καταγράφεται με ευκρίνεια το βάθος πεδίου που μας ενδιαφέρει και η έκθεση στη συνέχεια υπολογίζεται είτε με φλασόμετρο, είτε με bracketing (διαφορετικές εκθέσεις με μεταβολή του διαφράγματος και όχι της ταχύτητας).


Από το Blogger.
Back to Top