"Αγαπημένοι και σεβαστοί μας γονείς γειά σας..."

απόσπασμα από το βιβλίο του Θανάση Βαλτινού "Στοιχεία για τη δεκαετία του '60",
εκδόσεις 'Αγρα, (αναδημοσίευση)


Έν Γιαννωτά τη 21.1.1960

Κύριοι αρμόδιοι της Διακυβερνητικής 'Επιτροπής Μεταναστεύσεως έξ Ευρώπης, καλημέρα σας.
Τήν εΐδοποίησίν σας έλαβον δια την άναχώρησίν μου μέ όριστικήν ήμερομηνίαν τήν 12ην Φεβρουαρίου, 'oπου βλέπω νά μου ζητάτε και τα πιστοποιητικά γεννήσεως του υίού μου Δημητρίου. Κοιτάχτε λοιπόν, ή ύπόθεσις έχει ώς εξής : Πρώτον, στο διάστημα αύτό τής ειδοποιήσεως έλειπα, σέ εξωτερική εργασία, εις τήν περιφέρειαν Bεροίας και τώρα διαπιστώνω 'oτι τά περιθώρια δεν θά μέ πάρουν δια τήν 12ην Φεβρουαρίου. Διότι είμαι άτακτοποίητος ώς προς τά ζητήματα μικροπεριουσίας μου και οικογενειακού εφοδιασμού. Δεύτερον, διά τά πιστοποιητικά του υίού μου Δημητρίου, αύτά πού έσείς μου έπιστρέψατε προς διόρθωσιν. Ναί, τά υπέβαλα στήν κοινότητα, διορθώθηκαν, μονογραφή, σφραγίς, έγιναν έτοιμα και σας τά έστειλα, στις 4.1.1960. Μέ ένα μόνο σφάλμα. Νομίζοντας έγώ ότι, λόγω φακέλου σας, ή επιστολή αύτή είναι τής Διακυβερνητικής Επιτροπής δέν έβαλα γραμματόσημο. Έκτος τούτου δέν έβαλα και αποστολέα, δηλαδή τό ονομά μου. Σας τό έχω στείλει μόνον μέ τήν διεύθυνσιν του φακέλου, όπως ή το εσώκλειστος. Οταν μετά είδα νά μου τά ζητάτε άκόμα, επήγα εις τον κ. διευθυντήν ταχυδρομείου Ελάσσονος και του είπα τά σχετικά. Μου λέγει δέ αύτός, αν είχες βάλει αποστολέα θά γύριζε. Τώρα πάντως πρέπει νά βρίσκεται εις κεντρικόν ταχυδρομείον 'Αθηνών, στά άζήτητα.




'Ετσι θά σας παρακαλέσω, και θά σας ένοχλήσω λιγάκι, νά πηγαίνατε έσείς νά τά πάρετε. Μέ βάση τήν σφραγίδα Έλασσόνος ώς και τά χαρακτηριστικά του φακέλου τής υπηρεσίας σας. 'Αλλά πιστεύω νά φαίνονται και οί φωτογραφίες πού έχω μέσα. 'Αλλιώς, άν δέν πατε, νά μου στείλετε άλλα πιστοποιητικά, λευκά, προς συμπλήρωσιν. Διότι τής κοινότητος δέν ξέρω αν κάνουν και χρησιμεύουν, επειδή δέν έχουν τον τίτλον Διακυβερνητική 'Επιτροπή στά έλληνικά και αγγλικά. 'Ετσι θά σας παρακαλέσω μόλις λάβετε τήν έπιστολήν μου νά μου απαντήσετε αμέσως, και νά μου γράψετε γιά τά πιστοποιητικά πού σας ταχυδρόμησα του υιού μου, εάν έχουν βρεθεί. 'Οσο γιά τά άλλα, ποινικού μητρώου και δημοσίου Ταμείου, θά σας τά στείλω στις 24.1.1960, και είναι κρίμα διά όλα αύτά νά χάνω τήν πρώτη άποστολή της 12ης Φεβρουαρίου.
Πάντως θέλω μέ τήν άλλην άποστολή νά μου απαντήσετε, και έκτος τής δευτέρας ειδοποιήσεώς μου νά μέ ένημερώσετε και τί άλλο πρέπει νά ετοιμάζω. Δηλαδή ίματισμόν και οποιεσδήποτε άλλες οδηγίες, καθώς και άν χρειάζεται προς οφελός μου νά φέρω μεθ' έαυτού και τό άπολυτήριον Δημοτικού. Τέλος, θά σας παρακαλέσω λιγάκι μόνον καθαρά νά μας τά γράψετε, νά μή δυσκολευτούμε τόσο στο διάβασμα και νά τα καταλάβουμε.

Σας ευχαριστώ για τήν μέριμνά σας νά απαλλαχτούμε άπό τό άγονο μέρος μας άλλα ό νους μας θα είναι πάντα στήν αγαπητή μας « ΕΛΛΑΣ ».

Μετά τιμής, γειά σας
Νικόλαος Γιάννου







απόσπασμα από το βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη "Μικρά Αγγλία",
εκδόσεις Καστανιώτη, (αναδημοσίευση)

"Τσουλούσε το βαπόρι προς τη νύχτα, έβαλε κι ο Σπύρος το κουφέτο στο στόμα, έγλειφε, για την πτώχευση των Μαμάηδων η συζήτηση, με το κραχ του περασμένου Οκτωβρίου και την παγκόσμια οικονομία στο φούντο οι χρεοκοπίες χιονοστιβάδα. Το πρωί είχε έρθει από Λονδίνο συγχαρητήριο τηλεγράφημα του αφεντικού για τη συμμετοχή του Σπύρου με 15% στο νεότευκτο ΛΕΩΝΙΔΑΣ II, 11.500 τόνων και 388.000 λιρών και λίγες ώρες μετά ήρθε από Πειραιά το σήμα για το στραπάτσο των άλλων, οι Lloyd's διέκοψαν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, οι ευρωπαϊκές τράπεζες ζητούσαν τις ποινικές ρήτρες, για το Δρομοκαΐτειο θα ήταν οι Μαμάηδες, ο Μαλταμπές για πρώτη φορά σκέφτηκε σαν πλοιοκτήτης, έστω και εκκολαπτόμενος.
Έχανε κόσμος τη δουλειά του, πολλές οικογένειες θα έβγαζαν γιους και πατεράδες στη ζήτα για νέο εργοδότη.
Ούτε ο θείος του ο Αιμίλιος Μπάλας ούτε ο Σπύρος Μαλταμπές είχαν περάσει από βαπόρια των Μαμάηδων, ένα περίεργο πράγμα πάντως, λες και τους είχανε κάνει μάγια, η μια ζημιά καβαλούσε την άλλη. Γίνονταν πλόες από Τσέιζ Μπέι για Μπατάβια, από Σπαλάτο για Γδύνια, από Ντιέγκο Σουαρέζ για Τζιμπουτί, οι Μαμάηδες έβαζαν δικά τους δρομολόγια, από Μασσαλία στην ξέρα του Φάρου του Κίλκρενταν, από Χάβρη στις ξέρες των Καναρίων, από δω κι από κει ίσα πάνω στην ύπουλη ξέρα του Τορέντο.





Είκοσι χρόνια ο πατέρας Μαμάης, ο Νικολός, της Γαιανθρακεμπορικής, κινούσε τα καρβουνιάρικα σε Μαύρη Θάλασσα, Μεσόγειο και Αγγλία χωρίς ποτέ ν' ανάψει το μεθάνιο, το 1925, χρονιά που πολλοί ξεκίνησαν την εφοπλιστική τους δράση, ο υιός Έψιλον, Επαμεινώντας, απόφοιτος της Ύδρας και της Σχολής Μηχανικών του Λονδίνου, άλλαξε την εταιρεία, Διηπειρωτικοί Πλόες Ν. Μαμάης και Yιός, general cargo, τρία βαπόρια με άριστη διαγωγή στη διάθεσή του, ο Μαλταμπές είχε ζηλέψει τις επιτυχείς αγορές, γουστάρισε σαν τρελός τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ, τη ΛΕΣΒΟ και το καμάρι τους την ΑΓΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ.


Tεσσεράμισι χρόνια άντεξε ο εφοπλισμός των Μαμάηδων.
- Η γλωσσοφαγιά τούς ξέκανε, είπε ο γερο-Πολέμης ο μάγειρος, και πολλοί άλλοι κάνανε παρόμοιες σκέψεις, τα θελε ο κώλος τους, είχανε αμολητά στην Πλακούρα τα θηλυκά του οίκου, άλλες τουαλέτες το πρωί, άλλες το βράδυ, περμανάντ στου Ιωσήφ και ψηλοτάκουνα παραγγελία με την ντουζίνα.
Και οι δυο γιοι του άνεργοι τώρα, έπρεπε να βαρέσουν
άλλες πόρτες, εκατό στην ίδια θέση να θαλασσομαχούν για το μηνιάτικο, ποιος να πρωτοβολευτεί και πού, έχω μεγάλη στενοχώρια, είπε ο Πολέμης, δώσε, βρε Αντωνάκη, ένα κουφέτο ακόμα κι εμένα οι ευχές μου πιάνουν, άντε να γλυτώσουν τις σκοτεινές ημέρες ο Βατοκούζης με την πρωτοθυγατέρα του Σάββα, ο μικρός του γιος είχε κάνει στο δημοτικό μαζί της.
Ο Μαλταμπές έφτυσε στο κατάστρωμα το μισολιωμένο κουφέτο που δεν ήξερε τίνος γάμου ήταν, πιες νερό, καπετάνιε, πιες νερό, του φώναξαν, του έδωσαν ένα ποτήρι και ο Σταθάκης τον χτύπησε πατρικά στην πλάτη, αν, βρε παλικάρι μου, λιγομαριάζεσαι και κοντυλίζεσαι έτσι, μη δίνεις μπέσα στο κουφέτο, φονιάς.
Μόλις του πέρασε η δυσφορία, άντε και στα δικά μας, φώναξε ο χωρατατζής ο Αντώνης, που η ομορφιά του του έδινε θάρρος, εφτά οι άγαμοι στην ΟΣΤΡΙΑ, στο επόμενο ξεμπαρκάρισμα στην Άνδρο λογάριαζαν να περάσουν αρραβώνες ή να βάλουν κουλούρες οι έξι."


"Άντεν-Βομβάη κάνανε τότε, νίτρα, λύσσιαξε ξάφνου ο Ινδικός, μπατάρισε το ΘΕΟΜΗΤΩΡ, τέσσερα μερόνυχτα παζάρι με το Χάρο, ξεγραμμένοι οι άνθρωποι, ξεγραμμένοι είκοσι δύο άντρες, κι όταν κάποτε κόπασε το όργιο και φέρανε το βαπόρι σε λογαριασμό, ο καπετάνιος καιγότανε να διώξει από πάνω του το μυστικό. Το πλήρωμα πατριωτάκια οι μισοί και πάνω, κι ο Σαλταφέρος εν πλω βαστούσε αποστάσεις για να μη χαλάει η πειθαρχία. Δεν μπορούσε λοιπόν να βρει τον τρόπο, το θάρρος, έλα, βρε Χρηστάκη, σπάσε μου δυο αυγά μάτια στο σαχάνι, να πει του μάγειρα, που κι αυτός δημιούργησε μια παρόμοια κατάσταση στη Χιλή, και βουτώντας στον κροκό να τα ιστορήσει χαρτί και καλαμάρι, κάποιος να ξέρει, διά παν ενδεχόμενο, ας είναι κι ο Χρηστάκης, καλός άνθρωπος,
και για να μην ξεβολεύεται, ο αθεόφοβος, ευσυγκίνητος κιόλας, μάνα και κόρες, τις Χιλιάνες στο Βαλπαραίσο, τις φώναζε Φρόσω, Τασούλα, Βαγγελιώ, όπως τις άλλες, κάτω στο Αιγαίο."


Photo archive : Nick and Christina Koumarianos

























Από το Blogger.
Back to Top