Κυριακή, 07 Μαρτίου 2010

Κωσταντινος Μανος ο Ελληνοαμερικανος Φωτογραφος


O Κωνσταντίνος Μάνος γεννήθηκε από γονείς Ελλήνων μεταναστών στην Columbia της Νότιας Καρολίνας.Η φωτογραφική του καριέρα ξεκινά από την λέσχη φωτογραφίας του σχολείου του και μέσα σε λίγα χρόνια εργάζεται ως επαγγελματίας.Σπουδάζει Αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνας και παράλληλα εργάζεται ως  επίσημος φωτογράφος της συμφωνικής ορχήστρας της Βοστόνης.
Με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας,μετακομίζει στην Νέα Υόρκη όπου και δουλεύει για το Esquire,το Life και το Look.Το 1961 εκδίδεται το βιβλίο του «Portrait of A Symphony» με εικόνες από την συμφωνική ορχήστρα της Βοστόνης.Απο το 1961 έως το 1964 ζει στην Ελλάδα,όπου και δημιουργεί εικόνες για το βιβλίο του «A Greek Portfolio» που πρωτοεκδόθηκε το 1972 και κέρδισε βραβεία στην Arles και τη Leipzig Book Fair.Το 1963 γίνεται μέλος της Magnum.


Eπιστρέφοντας από την Ελλάδα ο Μάνος εγκαθίσταται στη Βοστόνη όπου και ολοκληρώνει πολλές φωτογραφικές αποστολές για τα βιβλία του Time-Life,μεταξύ αυτών και βιβλίου για την Αθήνα.Το 1974 είναι αρχιφωτογράφος του «Where’s Boston?» ενός multi-media εγχειρήματος για την πόλη της Βοστόνης,φωτογραφικό υλικό του οπίου χρησιμοποιήθηκε στο βιβλίο του «Bostonians».Η φωτογραφική του δουλειά με χρώμα,που συνεχίζεται μέχρι σήμερα,πρωτοεμφανίστηκε στο βιβλίο «American Color» το 1995.Νέα έκδοση του βιβλίου «A Greek Portfolio» εκδόθηκε το 1999,ακολουθούμενη απο μεγάλη έκθεση στο μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα.



Φωτογραφίες του Μάνου εκτίθενται στις μόνιμες συλλογές του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης,,στο Art Institute του Σικάγου,στην Bibliotheque Nationale του Παρισίου,στο Museum of Fine Arts στο Χίουστον,στο μουσείο Μπενάκη και σε άλλα. Το 2003 βραβεύτηκε με το Leica Medal of Excellent για τις φωτογραφίες του με χρώμα και την συνεχιζόμενη φωτογραφική του δουλεία για το Αμερικάνικο χρώμα.



 Προσεγγίζοντας με αγάπη και σεβασμό αλλά και οξυδέρκεια, χωρίς δραματοποιήσεις και τουριστική τυποποίηση, μας μετέφερε τη μαγεία ενός κόσμου αρχέγονου και αυθεντικού, φωτίζοντας την ομορφιά του και τις αναλλοίωτες αξίες του.

ειχε πει   " Η φωτογραφία προσδιορίζεται κατά τη γνώμη μου από δύο στοιχεία : το πρώτο είναι η αλήθεια, το δεύτερο η στιγμή, η μαγική στιγμή όπως την ονομάζω. Όταν συμπίπτουν αυτά τα δύο, θεωρώ ότι έχει πετύχει το σκοπό της "...



Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε στους Ελληνοαμερικανούς επισκέπτες το «Ελληνικό Χαρτοφυλάκιο» του Κωνσταντίνου Μάνου. Πρόκειται για μια σειρά ασπρόμαυρων φωτογραφιών της Ελλάδας του ʼ60, όπου αποτυπώνονται τοπία, πρόσωπα και σκηνές απλών ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου.

ειπε  «Υπάρχει όντως μια θλίψη στις φωτογραφίες αυτές που τράβηξε το 1961-63, τότε που η Ελλάδα ακόμη υπέφερε από τις επιπτώσεις του Βʼ Παγκοσμίου Πολέμου και του εμφυλίου. Ιδιαίτερα υπέφεραν τα μέρη που επισκέφθηκα, αφού ήταν κυρίως απομονωμένα χωριά. Κι ο κανόνας που ακολουθούσα ήταν να φωτογραφίζω σε μέρη που δεν διέθεταν ηλεκτρικό ρεύμα».


Ο Κωνσταντίνος Μάνος μας επισημαίνει την απουσία από τις φωτογραφίες αυτές του ήλιου.

«Ήμουν ένας πολύ σοβαρός νεαρός τότε και ήθελα οι φωτογραφίες να είναι πολύ σοβαρές και να αποτυπώνουν το βάθος και τη σοβαρότητα αυτών των ανθρώπων».
Βέβαια, όλα αυτά ήλθαν μόνα τους και επιβλήθηκαν στον καλλιτέχνη από τον ίδιο το χώρο.

«Όταν ήλθα στην Ελλάδα δεν γνώριζα τι θα φωτογραφήσω. Φανταζόμουν τοπία με παπαρούνες και ψαρόβαρκες και χρειάστηκε να μείνω λίγους μήνες για να ανακαλύψω το γνήσιο ελληνικό χωριό. Άρχισα να συγκεντρώνω αργά – αργά τις φωτογραφίες και να τις εμφανίζω σʼ ένα μικρό εμφανιστήριο στο διαμέρισμά μου στην Αθήνα. Ήταν για μένα μιά πολύ ρομαντική εποχή κι οι άνθρωποι τόσο ευγενικοί και γενναιόδωροι. Πάντοτε έβρισκα μέρος για να μείνω και φαγητό κι όταν έφτανα στην πλατεία κι έμπαινα στο καφενείο με προσκαλούσαν να καθήσω μαζί τους και με κερνούσαν καφέ».

 Ο κ. Μάνος μιλά ασταμάτητα και με νοσταλγία για την εμπειρία του, ως νέος Ελληνοαμερικανός από τη Νότια Καρολίνα, στην Ελλάδα. Για τα παιδιά που τον ενθάρρυναν να μιλά ελληνικά και για τη μέρα που μόνος του στον Όλυμπο της Καρπάθου έλαβε τα καλά νέα, πως τον προσλάμβανε το πρακτορείο Magnum, κι αυτός δεν είχε κάποιον να τα μοιραστεί μαζί του.
Αυτή ήταν η εποχή που αναπτύχθηκαν τόσο στενά οι δεσμοί του με την Ελλάδα και τις ελληνικές ρίζες του. Γιατί όπως λέγει γελώντας, στην Αμερική αισθάνεται 51% Αμερικανός και 49% Έλληνας, ενώ όταν βρίσκεται στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο.
Την περίοδο εκείνη και τα σκληραγωγημένα και τίμια πρόσωπα των απλών ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου, ο Κωνσταντίνος Μάνος τα αναπολεί μέχρι σήμερα.



«Άλλαξαν, χάθηκαν για πάντα και δεν πρόκειται να τα ξαναβρώ ποτέ. Δυστυχώς η Ελλάδα και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου παγκοσμιοποιήθηκαν. Σίγουρα οι άνθρωποι ήθελαν ψυγείο και τηλεόραση, όμως σήμερα, στο καφενείο αντί για τάβλι βλέπεις τηλεόραση. Άλλαξαν οι άνθρωποι, βελτιώθηκε το επίπεδο ζωής, όμως χάθηκε η ποίηση. Γιατί υπήρχε μία ποίηση στην ποιότητα ζωής εκείνης της εποχής. Διαθέτω τα αρνητικά κι ελπίζω να αφήσω το αρχείο μου στο Μουσείο Μπενάκη, ένα υπέροχο ίδρυμα, το οποίο θα είναι ο τελικός προορισμός του Ελληνικού μου Χαρτοφυλάκιου».



Η μακρά καλλιτεχνική πορεία του Κωνσταντίνου Μάνου, ως φωτορεπόρτερ και επαγγελματία φωτογράφου τον έφερε σε πολλές και παράξενες χώρες. Εβαλε αρκετά αργότερα το χρώμα στη δουλειά του και κάπου εκεί τον εντυπωσίασε το χρώμα της Αμερικής, την οποί θεωρεί πολύ πιο εξωτική χώρα από την Ινδία ή την Κίνα. Στις φωτογραφίες του αποτύπωσε την πολυχρωμία της Αμερικής και κυρίως της εργατικής της τάξης, την οποία και εξέδωσε σε βιβλία με τον τίτλο American Color. Τώρα εργάζεται πάνω στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο American Color 2.


Η καλλιτεχνική του διαδρομή έφερε ξανά τον Κωνσταντίνο Μάνο στην προ-ολυμπιακή Ελλάδα, το 2003.

«Πήγα για να φωτογραφίσω του Αθηναίους και βρήκα τους νέους τόσο όμορφους, ελκυστικούς, εκλεπτυσμένους, Ευρωπαίους και κοσμοπολίτες. Είμαι Έλληνας και υπερηφανεύομαι γιʼ αυτό και είμαι υπερήφανος που οι Έλληνες ηγούνται σε εκζήτηση σʼ όλη τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Κάνουν καλόγουστα κάποια πράγματα, όπως συνέβη στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Και θυμάμαι τότε πως ήμουν εκεί, νευρικός όπως όλοι και παρακολουθώντας την τελετή έναρξης με έπιασαν τα δάκρυα. Ήταν τόσο όμορφα όλα, τόσο φανταστικά, τόσο τέλεια. Και το έκαναν αυτό μόνοι τους οι Έλληνες, δημιουργώντας την καλύτερη τελετή έναρξης που είδα ποτέ. Οι Έλληνες μπορούν να κάνουν ό,τι θελήσουν. Κι εννοώ πως έχουν το γούστο και την εξυπνάδα να επιτύχουν ό,τι θελήσουν».